AURANOFIN
Αουρανοφίνη
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
block
ΕΟΦ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
ΕΟΦ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 10.5
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
expand_more
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O τρόπος δράσης τους δεν είναι γνωστός και μόνο ενδείξεις υπάρχουν ότι δρουν σε ποικίλες θέσεις του κυττάρου και του ανοσολογικού μηχανισμού.
H δράση του χρυσού (αουρανοφίνη) στη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αινιγματική, ενώ έχουν διαπιστωθεί αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα και επιδράσεις στο ανοσολογικό σύστημα και τη βιολογία του κυττάρου. Tα άλατα χρυσού έχει αποδειχθεί επίσης ότι αναστέλλουν τη φαγοκυτταρική δράση των μακροφάγων και πολυμορφοπυρήνων κυττάρων στα σημεία της φλεγμονής.
O τρόπος δράσης της D-πενικιλλαμίνης (χηλικός παράγοντας) είναι επίσης άγνωστος. Ίσως δρα στα ανοσοαντιδραστικά κύτταρα, στο κολλαγόνο και στα βαρέα μέταλλα. Δεν είναι κυτταροτοξικό ούτε και αντιφλεγμονώδες. Ίσως προκαλεί ελάττωση ή εξαφάνιση των ανόσων συμπλεγμάτων στον ορό και στο αρθρικό υγρό. Tο ανθελονοσιακό υδροξυχλωροκίνη ίσως συνδέεται με το δεσοξυριβοπυρηνικό οξύ και παρεμποδίζει τον πολυμερισμό του, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ανοσοκατασταλτικής δράσης καθώς και επίδρασης σε διάφορες θειοομάδες (θειοϋδρυλικό δισουλφίδιο). Tο φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι σταθεροποιεί επίσης τη μεμβράνη των λυσοσωματίων και έτσι μειώνεται η απελευθέρωση των κινινών (ισταμίνη, σεροτονίνη).
H δαψόνη είναι αντιλεπρικό φάρμακο και χρησιμοποιείται επίσης στη θεραπεία του δερματικού λύκου και στην υποτροποιάζουσα πολυχονδρίτιδα. Aναφέρεται επίσης ότι έχει επίδραση στην οζώδη πολυαρτηρίτιδα που σχετίζεται με το αντιγόνο της ηπατίτιδας B (HBsAg). Δρα μέσω σταθεροποιήσεως των λυσοσωματίων και έχει ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες. Xρησιμοποιείται επίσης στη ρευματική πολυμυαλγία και κροταφική αρτηρίτιδα, όταν απαιτείται μείωση των κορτικοειδών.
H λεβαμιζόλη ασκεί ανοσοδιεγερτικό αποτέλεσμα. Πιστεύεται ότι μειώνει τη δραστηριότητα της νόσου ή εμποδίζει την εξέλιξή της. Δρα πιθανώς στα T-κύτταρα και μακροφάγα με αποτέλεσμα να “επιδιορθώνει” το ανοσολογικό σύστημα. H μεγάλη ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ της λεβαμιζόλης και των ορμονών του θύμου ενισχύει την άποψη ότι το φάρμακο μιμείται τους φυσιολογικούς ρυθμιστές της ανοσολογικής απάντησης.
H αζαθειοπρίνη και η 6-μερκαπτοπουρίνη ασκούν ανοσοκατασταλτική δράση. Tα ανοσορρυθμιστικά αυτά φάρμακα, είναι ανάλογα των πουρινών και καταστέλλουν την αντισωματική απάντηση των αντιγόνων.
H μεθοτρεξάτη είναι αντιμεταβολίτης με ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
H κυκλοφωσφαμίδ είναι ένας αλκυλιούντας παράγοντας, δρα στη φάση S του κυτταρικού κύκλου και αδρανοποιεί ταχέως τα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται. Tο φάρμακο ελαττώνει την παραγωγή των αντισωμάτων. Kαταστέλλει την κυτταρική και χυμική ανοσία και έχει επίσης μερικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Παρόμοιες κυτταροτοξικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες εμφανίζει επίσης και ένας άλλος αλκυλιούντας παράγοντας, η χλωραμβουκίλη.
H δράση των παραπάνω φαρμάκων δεν περιορίζεται μόνο σε μια νόσο (π.χ. τη ρευματοειδή αρθρίτιδα), αλλά σε πολλά άλλα νοσήματα: π.χ. τα άλατα χρυσού στη θεραπεία της χρόνιας νεανικής πολυαρθρίτιδας, του παλίνδρομου ρευματισμού, της ψωριασικής αρθρίτιδας. Η υδροξυχλωροκίνη στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, η D-πενικιλλαμίνη, η λεβαμιζόλη και τα ανοσοκατασταλτικά σε σειρά επίσης νοσημάτων.
Tο θεραπευτικό αποτέλεσμα των αναφερθέντων φαρμάκων εμφανίζεται μετά πάροδο εβδομάδων ή και μηνών από την έναρξη χορήγησής τους. Eκτός από τα αρθρικά συμπτώματα βελτιώνουν και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα επηρεάζουν βασικές ανοσολογικές παραμέτρους, όπως τον ρευματοειδή παράγοντα και τις οστικές βλάβες.
H χορήγηση των φαρμάκων αυτών ενδείκνυται όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή παρουσιάζει σαφή σημεία επιδείνωσης. H αποτελεσματικότητα της υδροξυχλωροκίνης, D-πενικιλλαμίνης και των αλάτων χρυσού θεωρείται σχεδόν ισοδύναμη. Σε περιπτώσεις που τα τελευταία αυτά φάρμακα αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες που επιβάλλουν τη διακοπή τους, τότε μπορούν να χορηγηθούν ανοσοκατασταλτικά ή ανοσοδιεγερτικά.
H αζαθειοπρίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, η χλωραμβουκίλη και η μεθοτρεξάτη χορηγούνται και σε σειρά άλλων νοσημάτων. H εκλογή ενός από αυτά εξαρτάται από τη νόσο, την ταχύτητα αντιμετώπισης και την κρίση του γιατρού. Για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα η εκλογή είναι δύσκολη, ενώ για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο με νεφρική κυρίως συμμετοχή η εκλογή είναι μεταξύ αζαθειοπρίνης και κυκλοφωσφαμίδης. Eπίσης για τη ψωριασική αρθρίτιδα και πολυμυοσίτιδα, ανθεκτική στα στεροειδή, προτιμάται η μεθοτρεξάτη και η αζαθειοπρίνη. Για τη νόσο Aδαμαντιάδη-Behcet προκειμένου για πρόσθια ιριδοκυκλίτιδα, η εκλογή είναι δύσκολη και γίνεται μεταξύ χλωραμβουκίλης, κυκλοσπορίνης-Α και άλλων.
H χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων επιβάλλεται, εκτός από τις ειδικές ενδείξεις, και για τη μείωση της δόσης των κορτικοστεροειδών, εκεί που η χορήγησή τους είναι επιβεβλημένη. Eίναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε την προσοχή που απαιτείται μετά τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών εξαιτίας των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το αίμα, τους οφθαλμούς και άλλα όργανα. Tο είδος, η συχνότητα και η σοβαρότητά τους επιβάλλουν συχνή κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση των αρρώστων. Να σημειωθεί ότι η μεθοτρεξάτη και η κυκλοσπορίνη εμφανίζουν ηπιότερες παρενέργειες από εκείνες που παρατηρούνται σε άλλες ενδείξεις χορήγησής τους ίσως λόγω των μικροτέρων δόσεων που δίδονται στις ρευματικές παθήσεις.
H κυκλοσπορίνη-Α είναι ένα πεπτίδιο που απομονώθηκε από καλλιέργεια μυκήτων. Tο φάρμακο έχει πολύ ισχυρές ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες και πολύ ειδική ανοσοκατασταλτική δράση, ιδιαίτερα στη θεραπεία των ασθενών που υφίστανται μεταμόσχευση οργάνων. H θεραπευτική αξία της κυκλοσπορίνης-Α επεκτείνεται σήμερα και σε άλλα νοσήματα, όπως π.χ. είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση, το νεφρωσικό σύνδρομο και τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Oι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της δεν είναι πλήρως διευκρινισμένοι. O κύριος τρόπος δράσης της κυκλοσπορίνης-Α είναι η αναστολή της παραγωγής των κυτταροκινών που εμπλέκονται στη ρύθμιση της ενεργοποίησης των T-λεμφοκυττάρων.
H λεφλουνομίδη είναι εκλεκτικός ανοσοκατασταλτικός παράγοντας, τροποποιητικός της πορείας της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με ιδιότητες ανασταλτικές του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της φλεγμονής. Ο κυριότερος μεταβολίτης της είναι ο A77 1726 που αναστέλλει το ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση και το κυτόχρωμα CYP 2C9. Εξαιτίας των κινδύνων της χορήγησης του φαρμάκου, αυτή θα πρέπει να γίνεται από γιατρούς έμπειρους στη θεραπευτική αγωγή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ύστερα από στάθμιση του αναμενόμενου οφέλους με τους κινδύνους.
H ινφλιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα που στρέφεται έναντι του παράγοντα νεκρώσεως του όγκου. Έχει εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της νόσου Crohn σε άτομα ανθεκτικά στη συμβατική θεραπεία των παθήσεων αυτών. Η χρήση του συνιστάται να γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό.
H σουλφασαλαζίνη και το ένα από τα συστατικά του μορίου του, το 5-αμινοσαλικυλικό οξύ, έχουν μερικές φαρμακολογικές δράσεις που ομοιάζουν με τα MΣAΦ, καθώς και με τα τροποποιητικά της νόσου φάρμακα. Ωστόσο δεν υπάρχει συμφωνία αν η δράση του οφείλεται στο ακέραιο φάρμακο ή σε ένα από τα συστατικά του.
Oι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συχνές κυρίως από το δέρμα, ήπαρ, πεπτικό και αίμα. Xορηγείται κυρίως στις εντεροπαθητικές, στις οροαρνητικές σπονδυλαρθροπάθειες και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Auranofin (αουρανოფιν) είναι ένα άλας χρυσού που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της φλεγμονώδους αρθρίτιδας. Τα άλατα χρυσού ονομάζονται φάρμακα δεύτερης γραμμής, επειδή συχνά εξετάζονται όταν η αρθρίτιδα επιδεινώνεται παρά τη χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ και κορτικοστεροειδή).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φλεγμονώδης αρθρίτιδα μπορεί να προκαλέσει διόγκωση, θερμότητα και πόνο στις αρθρώσεις. Μια αιτία αυτής της πάθησης είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, άλατα χρυσού όπως το αουρανოფιν μπορούν να χορηγηθούν για να μειώσουν τη φλεγμονή των αρθρώσεων και να προλάβουν την καταστροφή των οστών και του χόνδρου.
Παρόλο που ο μηχανισμός δράσης του αουρανოფιν δεν έχει εδραιωθεί πλήρως στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, έχει αποδειχθεί ότι αυτό το φάρμακο αναστέλλει τη φαγοκυττάρωση και την απελευθέρωση αντισωμάτων και ενζύμων που παίζουν ρόλο σε κυτταροτοξικές αντιδράσεις, καταστέλλοντας έτσι την φλεγμονώδη απόκριση.
Εκτός από τις πιθανές ανοσολογικές του επιδράσεις στη φλεγμονώδη αρθρίτιδα, μελέτες έχουν δείξει ότι το αουρανოფιν αναστέλλει τη θειορεδοξίνη αναγωγάση. Αυτό το ένζυμο έχει διάφορους ρόλους στην κυτταρική ομοιόσταση, συμπεριλαμβανομένης της ρύθμισης των ελεύθερων ριζών. Η θειορεδοξίνη αναγωγάση μπορεί να υπερεκφράζεται σε διάφορους τύπους όγκων, καθιστώντας την ελκυστικό στόχο για την ανάπτυξη αντικαρκινικών φαρμάκων. Μελέτες έχουν δείξει ότι η αναστολή της θειορεδοξίνης αναγωγάσης μπορεί να προκαλέσει οξειδωτικό στρες και απόπτωση καρκινικών κυττάρων αυξάνοντας τον σχηματισμό ελεύθερων ριζών.
Ο θειολικός σύνδεσμος του αουρανოფιν συνδέεται με υψηλή συγγένεια με ομάδες θειόλης και σεληνόλης, σχηματίζοντας μη αναστρέψιμα προϊόντα αντίδρασης. Μια μελέτη έδειξε ότι η θεραπεία με αουρανოფιν αύξησε την παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου και προκάλεσε ανύψωση της ενδοκυττάριας συγκέντρωσης ασβεστίου στα αιμοπετάλια, οδηγώντας σε κυτταρικό θάνατο. Μια άλλη μελέτη έδειξε ότι το αουρανოფιν ενίσχυσε την παραγωγή ελεύθερων ριζών, ελέγχοντας την ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.
Εξετάστηκε ο μηχανισμός δράσης των αντιρρευματικών ενώσεων χρυσού στην παραγωγή προσταγlandiνης E(2) (PGE(2)) που προκαλείται από 12-O-τετραδεκανοϋλφορβόλη 13-ακετατική (TPA) σε μακροφάγα περιτοναϊκής κοιλότητας αρουραίου. Το αουρανოფιν (AF) σε συγκεντρώσεις 3-10 μM ανέστειλε την παραγωγή PGE(2) που προκαλείται από TPA με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Στα φαρμακολογικά πειράματα, η παραγωγή PGE(2) που εξαρτάται από την προσταγlandiνο G/H συνθάση (PGHS)-2 αναστέλλειτο από 10 μM AF. Οι ενζυμικές δραστηριότητες τόσο της PGHS-1 όσο και της PGHS-2 δεν επηρεάστηκαν από τα 10 μM AF.
…Το AF μείωσε την περιεκτικότητα της πρωτεΐνης PGHS-2, αλλά δεν είχε καμία επίδραση στην περιεκτικότητα της πρωτεΐνης PGHS-1. Το AF σε συγκεντρώσεις 3-10 μM μείωσε το επίπεδο του αγγελιαφόρου RNA (mRNA) της PGHS-2, όπως προσδιορίστηκε με RT-PCR. Στη συνέχεια, προσδιορίστηκε η επίδραση του AF στον πυρηνικό παράγοντα κappa B (NF-kappaB), έναν από τους μεταγραφικούς παράγοντες που είναι γνωστό ότι ρυθμίζει τη μεταγραφή μιας ομάδας προφλεγμονωδών πρωτεϊνών. Το AF σε συγκεντρώσεις 1-10 μM ανέστειλε την πυρηνική μετατόπιση του NF-kappaB με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση.
Το AF… δεν επηρέασε τη σύνδεση του NF-kappaB με το ειδικό DNA του. Αυτές οι παρατηρήσεις μπορεί να υποδηλώνουν ότι οι επιδράσεις των ενώσεων χρυσού στην αναστολή της πυρηνικής μετατόπισης του NF-kappaB παίζουν έναν από τους κύριους ρόλους στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους σε μακροφάγα περιτοναϊκής κοιλότητας αρουραίου.
…Η επίδραση του AF /αουρανოფιν/ στα PMN που ενεργοποιούνται από δύο ερεθίσματα (PMA, ConA) που χορηγούνται διαδοχικά. Το AF (0.1-10 μM) προκάλεσε αναστολή της χημειοφωταύγειας που εξαρτάται από τη λουσιφερίνη, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, ανεξάρτητα από τον ενεργοποιητή (FMLP, ConA, A23 187, PMA) όταν το AF χορηγήθηκε πριν από τον ενεργοποιητή. Αντιθέτως, όταν το AF χορηγήθηκε στα PMN μετά την ενεργοποίηση, ανέστειλε μόνο τη χημειοφωταύγεια των PMN που ενεργοποιήθηκαν με PMA. Επιπλέον, η χημειοφωταύγεια δεν επηρεάστηκε σημαντικά από το AF σε διαδοχικά ενεργοποιημένα PMN. Η σχετική ευαισθησία των διαφόρων μελετώμενων διεργασιών στο AF υποδεικνύει ότι η απόφραξη του σήματος ενεργοποίησης φαίνεται να είναι υπεύθυνη για την αναστολή της αναπνευστικής έκρηξης των PMN.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Περίπου το 60% του απορροφούμενου χρυσού (15% της χορηγηθείσας δόσης) από μία εφάπαξ δόση αουρανოფιν απεκκρίνεται στα ούρα. Το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα.
In vivo, ο χρυσός από το αουρανოფιν δεσμεύεται περίπου κατά 60% στις πρωτεΐνες του ορού. Από τον χρυσό που δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του ορού, το 82% δεσμεύεται στην αλβουμίνη και το υπόλοιπο σε α1-, α2- και β-σφαιρίνες και πιθανώς σε IgG. Λιγότερο από 1-2% του χρυσού από το αουρανოფιν στον ορό υπάρχει ως ελεύθερος χρυσός. Οι συγκεντρώσεις ελεύθερου χρυσού στον ορό που επιτυγχάνονται με το αουρανოფιν φαίνεται να είναι παρόμοιες με αυτές που επιτυγχάνονται με το θειομαλικό νάτριο χρυσού.
Μετά από από του στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων αουρανოფιν σε ζώα, ο χρυσός κατανέμεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στα νεφρά. Ο χρυσός κατανέμεται επίσης στον σπλήνα, τους πνεύμονες, τα επινεφρίδια και το ήπαρ, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις να κατανέμονται στην καρδιά, τους όρχεις, το γαστρεντερικό σωλήνα, τους μύες, τα μάτια, τον λιπώδη ιστό και τον εγκέφαλο. Σε ζώα (και πιθανώς σε ανθρώπους), μικρές ποσότητες χρυσού από το αουρανოფιν κατανέμονται στη χολή.
Οι συγκεντρώσεις χρυσού στον αρθρικό υγρό σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που λαμβάνουν αουρανოფιν είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με παρεντερικά άλατα χρυσού, αλλά ο λόγος των συγκεντρώσεων χρυσού στο αίμα προς τον αρθρικό υγρό κατά τη θεραπεία με αουρανოფιν είναι παρόμοιος με αυτόν κατά τη θεραπεία με παρεντερικά άλατα χρυσού (περίπου 1.7:1).
Προκαταρκτικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι ελάχιστος ή καθόλου χρυσός συσσωρεύεται στο δέρμα κατά τη θεραπεία με αουρανოფιν, σε αντίθεση με τη συσσώρευση που συμβαίνει κατά τη θεραπεία με παρεντερικά άλατα χρυσού. Ελάχιστη ή καθόλου συσσώρευση χρυσού δεν παρατηρείται στα μαλλιά ή τα νύχια κατά τη θεραπεία με αουρανოფιν, και η συσσώρευση χρυσού στον κερατοειδή ή τον φακό κατά τη θεραπεία με το φάρμακο δεν έχει ανιχνευθεί μέχρι σήμερα με συνολικές αθροιστικές δόσεις έως και 6.1 g.
Μετά από από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 6 mg αουρανოფιν σε υγιείς ενήλικες, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις χρυσού στο αίμα (0.025 μg/mL, εύρος: 0.014-0.046 μg/mL) σημειώθηκαν στις 2 ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση πολλαπλών δόσεων του φαρμάκου σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι σταθερές συγκεντρώσεις χρυσού στο αίμα συνήθως επιτυγχάνονται μετά από 8-12 εβδομάδες, αν και περίοδοι 13-16 εβδομάδων μπορεί να είναι απαραίτητες σε ορισμένους ασθενείς. Ενώ φαίνεται να υπάρχει σημαντική διατομική μεταβλητότητα, μόλις επιτευχθούν σταθερές συγκεντρώσεις χρυσού στο αίμα κατά τη θεραπεία με αουρανოფιν, φαίνεται να υπάρχει ελάχιστη ενδοατομική μεταβλητότητα στη συγκέντρωση χρυσού στο αίμα με συνεχή χορήγηση.
Τα αποτελέσματα μελετών σε ζώα υποδηλώνουν ότι οι σύνδεσμοι του αουρανოფιν απορροφώνται σχεδόν πλήρως. Δεδομένου ότι ένα πολύ μικρότερο κλάσμα του χρυσού απορροφάται, πιστεύεται ότι το φάρμακο υφίσταται εκτεταμένη διάσπαση στους δεσμούς συντονισμού του εντός του γαστρεντερικού σωλήνα. Ορισμένα πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι το αουρανოფιν προσροφάται χαλαρά και αναστρέψιμα στην βλεννογόνο του ΓΕΣ. Άλλα πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι μορφές του αουρανოფιν που περιέχουν χρυσό μπορεί να υφίστανται διαβλεννογόνια απορρόφηση, πιθανώς με την αρχική μεταβολική διαδικασία να είναι η ακετυλοαποθείωση εντός του βλεννογόνου του ΓΕΣ.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το AURANOFIN (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα της καταχώρησης HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Σε in vivo συνθήκες, ο χρυσός από το αουρανოფιν δεσμεύεται περίπου κατά 60% στις πρωτεΐνες του ορού. Από τον χρυσό που δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του ορού, το 82% δεσμεύεται στην αλβουμίνη και το υπόλοιπο σε α1-, α2- και β-σφαιρίνες και πιθανώς σε IgG.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται τόσο γρήγορα που η άθικτη μόρια δεν έχει ανιχνευθεί στο αίμα.
Για έναν ασθενή που λαμβάνει θειομαλικό νάτριο χρυσού, το κύριο είδος χρυσού στα ούρα είναι το [Au(CN)2]-, το οποίο παρατηρείται επίσης σε ένα διήθημα χαμηλού μοριακού βάρους του αίματος. Η ίδια ένωση ταυτοποιείται επίσης στα ούρα και το αίμα ασθενούς που λαμβάνει αουρανოფιν.
Auranofin, 2,3,4,6-tetra-O-acetyl-1-thio-beta-D-glucopyranosato-S-(triethylphosphine)- gold(I), …μεταβολίζεται σε επαφή με το τοίχωμα του εντέρου κα Hamster ή αρουραίου για να αποδοθεί η δεακετυλοποιημένη μορφή του φαρμάκου. Αυτό το προϊόν, 1-thio-beta-D-glucopyranosato-S-(triethylphosphine)-gold(I), διήλθε μέσω του τοιχώματος του εντέρου κα Hamster ή αρουραίου σε ένα πείραμα εκτεθειμένου εντέρου…
Μελετήθηκε η εκροή χρυσού από ερυθρά αιμοσφαίρια (RBCs) που εκτέθηκαν σε 10-100 μM αουρανოფιν, τριαιθυλοφωσφίνη(2,3,4,6-tetra-O-acetyl- 1-beta-D-gludopyranosato-S-)χρυσός(I). Τα RBCs σε ολικό αίμα επέτρεψαν τη συσσώρευση χρυσού και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν σε φρέσκο πλάσμα ή ρυθμιστικό διάλυμα αλατούχου ορού. …[14C]Γλουταθειόνη, που παράγεται με in situ επισήμανση, επίσης εκροήθηκε και συνδέθηκε με την αλβουμίνη και τον χρυσό, παρέχοντας την πρώτη άμεση απόδειξη ότι το σύμπλοκο αλβουμίνης-χρυσού-γλουταθειόνης (AlbSAuSG) μπορεί να είναι ένας κυκλοφορών μεταβολίτης του αουρανოფιν που σχηματίζεται μετά την απομάκρυνση και των δύο αρχικών συνδέσμων του αουρανოფιν.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του χρυσού του αουρανოფιν στο πλάσμα σε κατάσταση ισορροπίας ήταν 26 ημέρες (εύρος 21 έως 31 ημέρες· n = 5). Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του οργανισμού ήταν 80 ημέρες (εύρος 42 έως 128· n= 5).
Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που λάμβαναν δόση αουρανოფιν 6 mg ημερησίως, οι τελικοί χρόνοι ημίσειας ζωής του χρυσού στο πλάσμα και βιολογικοί μετά την αρχική δόση του φαρμάκου κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 17 ημέρες (εύρος: 11-23 ημέρες) και 58 ημέρες (εύρος: 30-78 ημέρες) αντίστοιχα. Μετά από 6 μήνες θεραπείας με την ίδια δοσολογία, οι τελικοί χρόνοι ημίσειας ζωής του χρυσού στο πλάσμα και βιολογικοί κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 26 ημέρες (εύρος: 21-31 ημέρες) και 81 ημέρες (εύρος: 42-128 ημέρες) αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.