BACLOFEN
Βακλοφαίνη
Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
ΕΟΦ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 10.3
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
expand_more
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. Eντούτοις, η χρήση της ως κοινού μυοχαλαρωτικού δεν συνιστάται εξαιτίας των σοβαρών ηπατικών βλαβών που μπορεί να προκαλέσει, ενίοτε μάλιστα θανατηφόρων. Mοναδική της ένδειξη παραμένει η κακοήθης υπερπυρεξία της αναισθησίας (βλ. 15.2.9).
O ακριβής μηχανισμός δράσης των μυοχαλαρωτικών δεν είναι γνωστός. Aπό πολλούς θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα της ηρεμιστικής τους ιδιότητας, κοινής άλλωστε για όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής. Mολονότι για μερικούς τα κλινικά αποτελέσματα φαίνεται να είναι ανώτερα του εικονικού φαρμάκου (placebo) στην ανακούφιση συμπτωμάτων από τοπικό μυικό σπασμό, εντούτοις δεν φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματικά των αντιφλεγμονωδών ή κοινών αναλγητικών, ούτε φαίνεται να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Γενικώς η κλινική τους αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται απόλυτα τεκμηριωμένη.
Ως μυοχαλαρωτικά χρησιμοποιούνται και ορισμένες από τις βενζοδιαζεπίνες. Aπό αυτές η διαζεπάμη αποτελεί το μυοχαλαρωτικό πρώτης εκλογής γιατί έχει τις λιγότερο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, είναι το περισσότερο μελετημένο και περισσότερο αποτελεσματικό. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί, αν και λιγότερο μελετημένα, το χλωροδιαζεποξείδιο, η κλοραζεπάτη, μιδαζολάμη και κεταζολάμη.
H χρήση των μυοχαλαρωτικών προορίζεται για καταστάσεις που συνοδεύονται από μυικό σπασμό ποικίλης αιτιολογίας. Tα καλύτερα αποτελέσματα με τα φάρμακα αυτά επιτυγχάνονται σε τραυματικές βλάβες του νωτιαίου μυελού. Σε κατά πλάκας σκλήρυνση τα αποτελέσματα είναι λιγότερο καλά, ενώ σε σπαστικές καταστάσεις από εγκεφαλικά επεισόδια είναι αμφίβολα. Eπίσης χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική ανακούφιση επώδυνων μυικών συσπάσεων τοπικής αιτιολογίας (τραυματισμοί, ριζίτιδες από εκφυλιστική αρθροπάθεια, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, σπονδυλολίσθηση κλπ.). Eντούτοις, οι καταστάσεις αυτές στην πλειονότητα των περιπτώσεων ανταποκρίνονται καλά με απλά συντηρητικά μέσα (ανάπαυση, ακινησία, εφαρμογή θερμών επιθεμάτων, φυσικοθεραπεία, χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών). Σε σπαστικές καταστάσεις κεντρικής αιτιολογίας (βλάβη στον ανώτερο κινητικό νευρώνα) προτιμώνται η διαζεπάμη και βακλοφαίνη. H τελευταία θεωρείται αποτελεσματικότερη σε περιπτώσεις κατά πλάκας σκλήρυνσης, ενώ προτιμάται της διαζεπάμης σε ασθενείς με καταστολή του KNΣ και μειωμένη εγκεφαλική λειτουργία. Παρεντερική χορήγηση (ιδιαίτερα ενδοφλέβια) μυοχαλαρωτικών εφαρμόζεται για πρόκληση ταχείας μυοχάλασης σε ορθοπεδικούς ή φυσικοθεραπευτικούς χειρισμούς και στον τέτανο.
Γενικώς τα μυοχαλαρωτικά δεν έχουν θέση στην παρκινσονική δυσκαμψία, ρευματοειδή αρθρίτιδα και αρθρικές και περιαρθρικές παθήσεις που δεν συνοδεύονται από έκδηλη μυική σύσπαση. Mακροχρόνια χορήγησή τους πρέπει να αποφεύγεται. Σε μερικούς ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις η χορήγηση μυοχαλαρωτικών μπορεί να προκαλέσει μείωση της λειτουργικότητας των άκρων κυρίως από εξουδετέρωση της αντιρροπιστικής λειτουργικής υπερτονίας. H κινίνη (βλ. 5.4.1) σε δόση 200-300 mg χορηγούμενη το βράδυ πριν από την κατάκλιση φαίνεται να είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση από νυκτερινές κράμπες των άκρων. Eπίσης το γλυκονικό ασβέστιο (βλ. 9.3.1) χορηγούμενο εφάπαξ ενδοφλεβίως ανά 1-2 εβδομάδες μπορεί να ανακουφίσει από τις κράμπες της εγκυμοσύνης.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η βακλοφαίνη, η καρισοπροδόλη, η διαζεπάμη, η φαινυραμιδόλη, η ορφεναδρίνη, η θειοκολχικοσίδη, η μεθοκαρβαμόλη και η τιζανιδίνη.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 59 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 180 mL/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της μπακλοφένης κυμαίνεται από 70% έως 85%. Μετά από από του στόματος χορήγηση, απορροφάται ταχέως μέσω του γαστρεντερικού σωλήνα με τις μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις να επιτυγχάνονται δύο έως τρεις ώρες μετά την κατάποση. Η μέγιστη δράση παρατηρείται περίπου τέσσερις ώρες μετά από ενδοραχε ακή χορήγηση. Η απορρόφηση είναι δοσοεξαρτώμενη και αυξάνεται με υψηλότερες δόσεις. Υπάρχει διατομεακή μεταβλητότητα στην απορρόφηση. Η χορήγηση εναιωρήματος μπακλοφένης από το στόμα με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά οδήγησε σε μείωση 9% της AUC και μείωση 33% της Cmax σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
Περίπου 70-80% της μπακλοφένης απεκκρίνεται αμετάβλητη μέσω νεφρικής απέκκρισης εντός 72 ωρών από τη χορήγηση. Περίπου το 5% της δόσης απεκκρίνεται μέσω των νεφρών ως μεταβολίτες. Υπάρχει διατομεακή μεταβλητότητα στην απέκκριση.
Ο όγκος κατανομής της μπακλοφένης είναι 0,7 L/kg. Καθώς η μπακλοφένη είναι κυρίως υδατοδιαλυτή, δεν διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου μπακλοφένης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι περίπου 8,5 φορές χαμηλότερες από ό,τι στο πλάσμα.
Η συστηματική κάθαρση (CL/F) ήταν 180 mL/min και η νεφρική κάθαρση ήταν 103 mL/min μετά από από του στόματος χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Περίπου το 15% της από του στόματος δόσης μεταβολίζεται στο ήπαρ, κυρίως με απoαμίνωση. Η απoαμίνωση αποδίδει τον κύριο μεταβολίτη, β-(p-χλωροφαινυλ)-4-υδροξυβουτυρικό οξύ, ο οποίος είναι φαρμακολογικά ανενεργός.
~ 15% της δόσης μεταβολίζεται στο ήπαρ, κυρίως με απoαμίνωση. 70-80% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο ή ως μεταβολίτες στα ούρα και το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα. Η από του στόματος μπακλοφένη απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η μπακλοφένη εμφανίζεται στο αίμα εντός μισής ώρας. Κατανέμεται αρκετά στους περισσότερους οργανισμούς και ιστούς του σώματος. Μετά από από του στόματος χορήγηση μπακλοφένης, περίπου το 85% απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα και τα κόπρανα και το υπόλοιπο οξειδωτικά απoαμινώνεται στο ήπαρ για να παραχθεί β-(p-χλωροφαινυλ)-γ-υδροξυβουτυρικό οξύ ως κύριος μεταβολίτης. (L1322). Διαδρομή Απέκκρισης: Σε μελέτη με χρήση ραδιοσημασμένης μπακλοφένης, περίπου το 85% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα και τα κόπρανα. Η μπακλοφένη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς ως αμετάβλητο φάρμακο· 70 - 80% μιας δόσης εμφανίζεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο. Το υπόλοιπο απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα κόπρανα ή ως μεταβολίτες στα ούρα και τα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Μια ετερογενής ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση μυϊκής χαλάρωσης, εκτός των φαρμάκων που μπλοκάρουν το νευρομυϊκό σύστημα. Έχουν τις κύριες κλινικές και θεραπευτικές χρήσεις τους στη θεραπεία του μυϊκού σπασμού και της ακινησίας που σχετίζονται με διαστρέμματα, θλάσεις και τραυματισμούς της πλάτης και, σε μικρότερο βαθμό, τραυματισμούς του λαιμού. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ποικίλων κλινικών καταστάσεων που έχουν κοινό μόνο την παρουσία υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών, για παράδειγμα, οι μυϊκοί σπασμοί που μπορεί να εμφανιστούν σε ΠΟΛΥΣΚΛΗΡΥΝΤΙΚΗ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ. (Από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p358)
Ενδογενείς ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ GABA-B.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
H789N3FKE8
BACLOFEN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές GABA A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές GABA B
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Γάμμα-Αμινοβουτυρικού Οξέος
Η μπακλοφένη είναι ένας αγωνιστής γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος. Ο μηχανισμός δράσης της μπακλοφένης είναι ως αγωνιστής GABA A και αγωνιστής GABA B.
BACLOFEN
Αγωνιστής Γάμμα-Αμινοβουτυρικού Οξέος [EPC]· Αγωνιστές GABA B [MoA]· Αγωνιστές GABA A [MoA]
BACLOFEN INJECTION
Αγωνιστές GABA A [MoA]· Αγωνιστές GABA B [MoA]· Αγωνιστής Γάμμα-Αμινοβουτυρικού Οξέος [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Μια ετερογενής ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση μυϊκής χαλάρωσης, εκτός των φαρμάκων που μπλοκάρουν το νευρομυϊκό σύστημα. Έχουν τις κύριες κλινικές και θεραπευτικές χρήσεις τους στη θεραπεία του μυϊκού σπασμού και της ακινησίας που σχετίζονται με διαστρέμματα, θλάσεις και τραυματισμούς της πλάτης και, σε μικρότερο βαθμό, τραυματισμούς του λαιμού. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ποικίλων κλινικών καταστάσεων που έχουν κοινό μόνο την παρουσία υπερδραστηριότητας των σκελετικών μυών, για παράδειγμα, οι μυϊκοί σπασμοί που μπορεί να εμφανιστούν σε ΠΟΛΥΣΚΛΗΡΥΝΤΙΚΗ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ. (Από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p358)
Ενδογενείς ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ GABA-B.