Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N07CA02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CINNARIZINE

Κινναριζίνη

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης …

Chemical structure of CINNARIZINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Πρόληψη ημικρανίας. Λοιπές βλ. 4.14.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Eνήλικες και παιδιά >12 ετών 75-150 mg την ημέρα, παιδιά 6-12 ετών το ήμισυ της δόσης.
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Υπερευαισθησία στις πιπεραζίνες. Ιστορικό κατάθλιψης ή προϋπάρχοντα συμπτώματα νόσου του Parkinson ή άλλες εξωπυραμιδικές διαταραχές. Κύηση, γαλουχία.
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Επειδή μπορεί να προκληθεί υπνηλία, ειδικά στην αρχή της θεραπείας, συνιστάται προσοχή στην οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων.
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Aυξάνει την κατασταλτική δράση του οινοπνεύματος και άλλων κατασταλτικών του KNΣ.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Yπνηλία, καταστολή του ΚΝΣ, κόπωση, κεφαλαλγία, ξηροστομία, γαστρεντερικές διαταραχές, αύξηση σωματικού βάρους, εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους), αλλεργικές αντιδράσεις.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η κινναριζίνη εμποδίζει τις συσπάσεις των αγγειακών λείων μυών αποκλείοντας τους διαύλους ασβεστίου τύπου L και τύπου T με τάση-εξαρτώμενο ρεύμα. Έχει επίσης συσχετιστεί με πρόσδεση σε υποδοχείς ντοπαμίνης D2, ισταμίνης H1 και μουσκαρινικούς υποδοχείς…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η κινναριζίνη είναι αντιισταμινικό φάρμακο και αναστολέας διαύλων ασβεστίου. Οι ισταμίνες μεσολαβούν σε πολλές λειτουργίες, όπως ο συσπασμός των λείων μυών των αεραγωγών και του γαστρεντερικού σωλήνα, αγγειοδιαστολή, διέγερση της καρδιάς, έκκριση γαστρικού…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η Σιναριζίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν την Σιναμαλδεΰδη, 4-{φαινυλ[4-(3-φαινυλπροπ-2-εν-1-υλ)πιπεραζιν-1-υλ]μεθυλ}φαινόλη, 1-Βενζυδρυλπιπεραζίνη, 1-Σιναμυλπιπεραζίνη,…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 4.7.2

Λοιπά φάρμακα

expand_more
Ενδείξεις
Πρόληψη ημικρανίας. Λοιπές βλ. 4.14.
Δοσολογία
Eνήλικες και παιδιά >12 ετών 75-150 mg την ημέρα, παιδιά 6-12 ετών το ήμισυ της δόσης.
ΕΟΦ · 4.14

Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά

expand_more
Περιγραφή

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.

Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.

O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.

Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).

Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.

Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.

Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.

Ενδείξεις
Ίλιγγοι διαφόρου αιτιολογίας. Λοιπές βλ. 4.7.2.
Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις πιπεραζίνες. Ιστορικό κατάθλιψης ή προϋπάρχοντα συμπτώματα νόσου του Parkinson ή άλλες εξωπυραμιδικές διαταραχές. Κύηση, γαλουχία.
Ανεπιθύμητες
Yπνηλία, καταστολή του ΚΝΣ, κόπωση, κεφαλαλγία, ξηροστομία, γαστρεντερικές διαταραχές, αύξηση σωματικού βάρους, εξωπυραμιδικά συμπτώματα (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους), αλλεργικές αντιδράσεις.
Αλληλεπιδράσεις
Aυξάνει την κατασταλτική δράση του οινοπνεύματος και άλλων κατασταλτικών του KNΣ.
Προειδοποιήσεις
Επειδή μπορεί να προκληθεί υπνηλία, ειδικά στην αρχή της θεραπείας, συνιστάται προσοχή στην οδήγηση και τον χειρισμό μηχανημάτων.
Δοσολογία
Eνήλικες και παιδιά >12 ετών 75-150 mg την ημέρα, παιδιά 6-12 ετών το ήμισυ της δόσης.
Σκευάσματα
STUGERON/Janssen-Cilag: tab 25mg x 5caps 75mg x 20- or.su.d 75mg/1ml fl x 20ml
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

tablet
science

Scientific Profile

CID
1547484
Μοριακός τύπος
C26H28N2
Μοριακό βάρος
368.5
IUPAC
1-benzhydryl-4-[(E)-3-phenylprop-2-enyl]piperazine
InChIKey
DERZBLKQOCDDDZ-JLHYYAGUSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Ταξινόμησης

Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω επιλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.

Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή εμποδίζουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και ορισμένους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των κεντρικών υποδοχέων Η1 του νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.

Σχετικά Εργαλεία