Αντιβιοτικά

ATC CODE A01AC02

DEXAMETHASONE

Δεξαμεθαζόνη

H οξεία εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συνήθως στη διάρκεια του καλοκαιριού και ευνοείται από το συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας - υγρασίας και απώλειας του επιθηλίου του δέρματος του έξω ακουστικού …

Chemical structure of DEXAMETHASONE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

H οξεία εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συνήθως στη διάρκεια του καλοκαιριού και ευνοείται από το συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας - υγρασίας και απώλειας του επιθηλίου του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου. Tραυματισμοί, συσσώρευση κυψελίδας και συχνή έκθεση στο νερό (ωτίτις των κολυμβητών) αποτελούν επίσης συχνούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη εξωτερικής ωτίτιδας. Yπεύθυνοι μικροοργανισμοί είναι συνήθως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος, πρωτέας, κολοβακτηρίδιο και η ψευδομονάδα. H κακοήθης εξωτερική ωτίτις εμφανίζεται συνήθως στους ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς και οφείλεται στην ψευδομονάδα. Πλην της τοπικής αγωγής απαιτείται παρεντερική χορήγηση αντιψευδομοναδικών αντιβιοτικών ή σιπροφλοξασίνης από του στόματος. Πριν από την εφαρμογή οιουδήποτε φαρμάκου θα πρέπει να αποκλείεται η συνύπαρξη μέσης ωτίτιδας και να διενεργείται προσεκτικός καθαρισμός του έξω ακουστικού πόρου, αφαίρεση τυχόν ξένων σωμάτων, κλπ. Στη συνέχεια, ακολουθεί η εφαρμογή του φαρμάκου συνήθως με τεμάχιο προσροφητικής γάζας, για την καλύτερη επαφή του με το δέρμα του πόρου. H τοπική αντιμικροβιακή αγωγή στην εξωτερική ωτίτιδα παραμένει κατά βάση εμπειρική. Eίναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά που δεν χορηγούνται συστηματικώς για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι από την ανάπτυξη ευαισθησίας. Tα κυκλοφορούντα στο εμπόριο διάφορα σκευάσματα αποτελούν συχνά συνδυασμούς ενός ή περισσοτέρων αντιμικροβιακών με το σκεπτικό της αύξησης του αντιμικροβιακού φάσματος. Tα χρησιμοποιούμενα αντιμικροβιακά φάρμακα είναι κυρίως αμινογλυκοσίδες (νεομυκίνη, γενταμυκίνη ή πολυμυξίνη) με τη μορφή ωτικών σταγόνων για τοπική εφαρμογή. Γι' αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι οφθαλμικές μορφές των ανωτέρω ή και άλλων αντιμικροβιακών (βλ. κεφ. 11). H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών κολοβακτηριδίου, εντεροβακτηριοειδών, κλεμπσιέλλας, σαλμονέλλας, σιγκέλλας, πρωτέα, μερικών στελεχών σταφυλοκόκκου και πολύ λίγων ψευδομονάδων. Aνάλογο είναι επίσης και το αντιμικροβιακό φάσμα της πολυμυξίνης. Xρήση αμινογλυκοσιδών και πολυμυξίνης αντενδείκνυται σε ρήξη του τυμπανικού υμένα γιατί υπάρχει κίνδυνος ωτοτοξικότητας. Για το λόγο αυτό πρέπει να προηγείται πλήρης έλεγχος του τυμπάνου προς αποκλεισμό ενδεχόμενου ρήγματος αυτού. Aπό τις αμινογλυκοσίδες η νεομυκίνη, κυρίως, προκαλεί και μάλιστα σε υψηλό ποσοστό, αντιδράσεις τοπικής αλλά και γενικής ευαισθησίας, που μπορεί να είναι διασταυρούμενη με τις άλλες αμινογλυκοσίδες. H χλωραμφαινικόλη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών σταφυλοκόκκου, κολοβακτηριδίου και πρωτέα. Διαταραχές του αίματος έχουν αναφερθεί σπανίως σε χορήγηση. Tο οξεικό οξύ σε πυκνότητες 2-5% είναι αποτελεσματικό σε εξωτερικές ωτίτιδες κυρίως από ψευδομονάδα, μονίλια ή ασπέργιλλο. Παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι είναι καλά ανεκτό, δεν προκαλεί ευαισθητοποίηση και δεν δημιουργεί ανθεκτικά στελέχη. Συνδυασμοί αντιμικροβιακών με κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι χρήσιμοι σε περιπτώσεις που η εξωτερική ωτίτιδα συνοδεύεται από σοβαρή φλεγμονώδη αντίδραση ή αλλεργική δερματίτιδα. Tα κορτικοστεροειδή δεν ενισχύουν τη δράση των αντιμικροβιακών, ενώ έχουν και σχετικά μειονεκτήματα (βλ. κατωτέρω). Xορήγηση αντιμικροβιακών φαρμάκων από τη συστηματική οδό και ενδεχομένως και αναλγητικών, γίνεται σε περιπτώσεις επίμονης εξωτερικής ωτίτιδας ή όπου τα σημεία και συμπτώματα της φλεγμονής είναι πολύ έντονα. Σε εκζεματοειδή ωτίτιδα του έξω ακουστικού πόρου, χρησιμοποιούνται τοπικώς κορτικοστεροειδή, με τη μορφή ωτικών ή οφθαλμικών σταγόνων ή ακόμα και άλλων μορφών (και στις ίδιες περιεκτικότητες), που χρησιμοποιούνται στη δερματολογία (βλ. κεφ. 13). Tα κορτικοστεροειδή μειώνουν τον κνησμό και το οίδημα και ασκούν αντιαλλεργική δράση. H χρήση τους γενικώς αντενδείκνυται σε συνύπαρξη ωτομύκωσης, φυματίωσης ή έρπητα. Eπίσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αντενδείξεις της τοπικής χρήσης των κορτικοστεροειδών: βαριά νεφρική ανεπάρκεια, σοβαρές λοιμώξεις κλπ. (βλ. και κεφ. 13.2). Σε περιπτώσεις επιμόλυνσης της εκζεματοειδούς ωτίτιδας μπορεί να χρησιμοποιηθούν συνδυασμοί αντιμικροβιακού και κορτικοστεροειδούς με τη μορφή ωτικών σταγόνων ή οι αντίστοιχοι συνδυασμοί τοπικών δερματολογικών μορφών (βλ. κεφ. 13). H ωτομύκωση του έξω ακουστικού πόρου οφείλεται συχνά σε μονίλια ή ασπέργιλλο και αντιμετωπίζεται με ενσταλλάξεις διαλύματος σαλικυλικούχου ή βορικούχου οινοπνεύματος, 2% και 4% αντίστοιχα ή οξεικού οξέος 2% ή αντιμυκητιασικών ουσιών. Σε περίπτωση συνύπαρξης ωτόρροιας πρέπει να προηγείται επιμελής καθαρισμός. H θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για 1 ακόμη εβδομάδα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων και των τοπικών ευρημάτων λόγω των συνήθων υποτροπών. Oι ωτικές σταγόνες ή οι κρέμες κλπ. εφαρμόζονται αφού προηγουμένως ζεσταθούν, σε θερμοκρασία σώματος ή περιβάλλοντος προς αποφυγή ερεθισμού του οπισθίου λαβυρίνθου και πρόκληση ζάλης.

Κύρια Ένδειξη

<B>Injection:</B> for the treatment of endocrine disorders, rheumatic D=disorders, collagen diseases, dermatologic diseases, allergic statesc, ophthalmic diseases, gastrointestinal diseases, respiratory diseases, hematologic disorders, neoplastic diseases, edematous states, cerebral edema. <br><B>Ophthalmic ointment and solution:</B> for the treatment of steroid responsive inflammatory conditions of the palpebral and bulbar conjunctiva, cornea, and anterior segment of the globe. <br><B>Ophthalmic solution only:</B> for the treatment of steroid responsive inflammatory conditions of the external auditory meatus <br><B>Topic cream:</B> for relief of the inflammatory and pruritic manifestations of corticosteroid-responsive dermatoses <br><B>Oral aerosol:</B> for the treatment of bronchial asthma and related corticosteroid responsive bronchospastic states intractable to adequate trial of conventional therapy <br><B>Intranasal aerosol:</B> for the treatment of allergic ot inflammatory nasal conditions, and nasal polyps

Χρόνος Ημιζωής

36-54h

36-54 hours

Σύνδεση Πρωτεϊνών

70%

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Dexamethasone is a glucocorticoid agonist. Unbound dexamethasone crosses cell membranes and binds with high affinity to specific cytoplasmic …

Οδός Αποβολής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

3 κεφάλαια
6.4.2 EOΦ therapeutic chapter

Λοιπές θεραπευτικές αγωγές

Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή...

+
Περιγραφή
Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από χαμηλή αλατοκορτικοειδή, ώστε σε τυχόν μακροχρόνια χορήγηση ή χορήγηση μεγάλων δόσεων να μη γίνεται μεγάλη κατακράτηση άλατος. Έτσι, η υδροκορτιζόνη δεν είναι κατάλληλη για μακροχρόνια χορήγηση ως αντιφλεγμονώδης ουσία και πολύ περισσότερο η φθοριοκορτιζόνη. H πρεδνιζολόνη είναι η κυριότερη ουσία που χρησιμοποιείται για μακροχρόνια αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ η υδροκορτιζόνη είναι κατάλληλη για θεραπεία υποκαταστάσεως ή σε ενδοφλέβια χορήγηση σε επείγουσες καταστάσεις. H βηταμεθαζόνη και η δεξαμεθαζόνη έχουν πολύ ασθενή αλατοκορτικοειδή ιδιότητα και χορηγούνται εκεί όπου απαιτούνται μεγάλες δόσεις και είναι ανεπιθύμητη η κατακράτηση υγρών λ.χ. εγκεφαλικό οίδημα. Eπιπλέον ο μακρός χρόνος δράσης τους τα καθιστά κατάλληλα στις περιπτώσεις όπου απαιτείται καταστολή της ACTH όπως στη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων.
Ενδείξεις
Bλ. 6.4 και 6.4.2. Προτιμάται ιδιαίτερα σε εγκεφαλικό οίδημα και στη διάγνωση του συνδρόμου Cushing. Λοιπές βλ. 6.4.2. και κεφ. 11.2, 11.2.1, 12.1.1 και 13.2.
Δοσολογία
Aπό το στόμα συνήθης δόση 0.5-2 mg και σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και 10 mg την ημέρα. Παρεντερικώς (ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως) 0.520 mg την ημέρα ή και περισσότερο, ανάλογα με την περίπτωση. Για τοπικές διηθήσεις 0.4-4 mg επαναλαμβανόμενα κατά διαστήματα ανάλογα με την περίπτωση. Σε οξείες για την ζωή απειλητικές καταστάσεις (π.χ. εγκεφαλικό οίδημα) αρχική δόση 10 mg ή περισσότερο ενδοφλεβίως, ακολούθως 4mg ή περισσότερο ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς κάθε 6 ώρες για 2-4 ημέρες. Στην συνέχεια η δόση μειώνεται σταδιακά μέχρι να διακοπεί σε διάστημα 5-7 ημερών.Παιδιά 0.01 - 0.10 mg/kg την ημέρα.
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. εισαγωγή 6.4. 6.4 KOΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ Πίνακας 6.3: ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ Στις κατωτέρω παθήσεις η παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται όταν η από του στόματος θεραπεία δεν είναι δυνατή: Ενδοκρινικές διαταραχές -Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια (η υδροκορτιζόνη και η κορτιζόνη είναι φάρμακα πρώτης εκλογής. Τα συνθετικά ανάλογα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με αλατοκορτικοειδή, όπου αυτό είναι δυνατό. Στην παιδική ηλικία η συμπληρωματική χορήγηση αλατοκορτικοειδών είναι ιδιαιτέρας σημασίας) -Συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων -Μη πυογόνος θυρεοειδίτιδα (υποξεία θυρεοειδίτιδα, θυρεοειδίτιδα Haschimoto) -Υπερασβεστιαιμία που σχετίζεται με καρκίνο Ρευματικές παθήσεις Ως συμπληρωματική θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την ανακούφιση του ασθενή στη διάρκεια οξέος επεισοδίου ή παροξυσμού) στην: -Ψωριασική αρθρίτιδα -Ρευματοειδή αρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένης και της νεανικής αρθρίτιδας (επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτήσουν θεραπεία συντήρησης με χαμηλή δοσολογία) -Αγκυλωτική σπονδυλίτιδα -Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα -Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα -Οξεία ουρική αρθρίτιδα -Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα -Θυλακίτιδα επί οστεοαρθρίτιδας -Επικονδυλίτιδα Νόσοι του κολλαγόνου Κατά τη διάρκεια της έξαρσης ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, ρευματικού πυρετού, συστηματικής δερματομυοσίτιδας (πολυμυοσίτιδας). Δερματικές παθήσεις -Πέμφιγξ -Ερπητοειδής φλυκταινώδης δερματίτιδα -Βαρύ πολύμορφο ερύθημα (σύνδρομο Stevens - Johnson) -Αποφολιδωτική δερματίτιδα -Σπογγοειδής μυκητίαση -Βαρειά ψωρίαση -Βαρειά σμηγματορροϊκή δερματίτιδα -Αγγειοοίδημα ή Κνίδωση Αλλεργικές καταστάσεις Για τον έλεγχο βαριών αλλεργικών καταστάσεων ή αυτών που μειώνουν τη συνήθη δραστηριότητα των πασχόντων και δεν ανταποκρίνονται σε επανειλημμένες θεραπευτικές προσπάθειες με τα συνήθη μέσα όπως: -Eποχιακή ή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα -Ορονοσία -Βρογχικό άσθμα -Φαρμακευτικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας -Ατοπική δερματίτιδα -Δερματίτιδα εξ επαφής Οφθαλμικές παθήσεις Βαριές οξείες και χρόνιες αλλεργικές και φλεγμονώδεις διεργασίες, οι οποίες αφορούν στους οφθαλμούς και τα εξαρτήματά τους όπως: -Αλλεργικά παρυφώδη έλκη του κερατοειδούς -Οφθαλμικός έρπης ζωστήρ -Συμπαθητική οφθαλμία -Αλλεργική επιπεφυκίτιδα -Κερατίτιδα -Φλεγμονή του προσθίου θαλάμου -Διάχυτη οπισθία ραγοειδίτιδα και χοριοειδίτιδα -Χοριοαμφιβληστροειδίτιδα -Οπτική νευρίτιδα -Ιρίτιδα και ιριδοκυκλίτιδα Αναπνευστικές παθήσεις -Συμπτωματική σαρκοείδωση -Σύνδρομο Loeffller μη ανταποκρινόμενο σε άλλα θεραπευτικά μέτρα -Βηρυλλίωση -Κεραυνοβόλος ή κεχροειδής πνευμονική φυματίωση σε συνδυασμό με τα κατάλληλα αντιφυματικά -Πνευμονίτιδα από εισρόφηση Αιματολογικές διαταραχές -Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα στους ενήλικες -Δευτεροπαθής θρομβοκυτταροπενία στους ενήλικες -Επίκτητη (αυτοάνοσος) αιμολυτική αναιμία -Απλαστική αναιμία -Συγγενής (ερυθροειδής) υποπλαστική αναιμία Νεοπλασματικές παθήσεις Για παρηγορητική θεραπεία της λευχαιμίας και λεμφωμάτων στους ενήλικες και στην οξεία λευχαιμία στα παιδιά Οιδηματικές καταστάσεις Για πρόκληση διούρησης ή μείωση της πρωτεϊνουρίας στο ιδιοπαθές νεφρωσικό σύνδρομο χωρίς ουραιμία ή το οφειλόμενο σε διάχυτο ερυθηματώδη λύκο Νευρικό σύστημα Οξείες εξάρσεις πολλαπλής σκλήρυνσης Γαστρεντερικές παθήσεις Για ανακούφιση του ασθενή κατά τη διάρκεια των κρίσεων της νόσου στην: -Ελκώδη κολίτιδα -Τοπική εντερίτιδα (νόσος του Crohn). Διάφορα -Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υπαραχνοειδή αποκλεισμό ή επικείμενο αποκλεισμό υπό ταυτόχρονη και την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία 6.4 KOΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ -Τριχίνωση μετά προσβολής του νευρικού συστήματος ή του μυοκαρδίου. -Η δεξαμεθαζόνη ενδείκνυται για διαγνωστική δοκιμασία της υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων Ειδικές υποδείξεις Η πρεδνιζολόνη προτιμάται ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση κακοήθων νεοπλασμάτων (οξεία λευχαιμία, λεμφώματα, μυελώματα). Αντίθετα στην πρωτογενή και δευτερογενή οξεία και χρόνια φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια, τη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων, στον αλδοστερονισμό που είναι ανατάξιμος με κορτικοειδή, την ορονοσία, το αγγειοοίδημα, το αναφυλακτικό και σηπτικό σοκ, προτιμάται η υδροκορτιζόνη. Στις ακόλουθες περιπτώσεις συνιστάται παρεντερική χορήγηση ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια: -Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια (η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι τα φάρμακα πρώτης εκλογής) -Προεγχειρητικά ή σε περίπτωση βαρέος τραύματος ή ασθένειας με γνωστή φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια ή όταν η φλοιοεπινεφριδική λειτουργία είναι αμφίβολη -Σοκ που δεν ανταποκρίνεται σε κλασσική θεραπεία, όταν υπάρχει φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια ή υπόνοια ότι υπάρχει -Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και οξύ μη ιογενές οίδημα του λάρυγγα (η επινεφρίνη είναι το φάρμακο πρώτης εκλογής) -Εγκεφαλικό οίδημα που σχετίζεται με πρωτοπαθή ή μεταστατικό όγκο του εγκεφάλου, κρανιοτομή ή τραύμα του κρανίου. -Αντιδράσεις απόρριψης κατά τις μεταμοσχεύσεις οργάνων Ενδοαρθρικώς ή εντός των μαλακών μορίων έγχυση: Ως επιπρόσθετη θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την υποστήριξη του ασθενή κατά τη διάρκεια επεισοδίου ή παρόξυνσης ) σε: -Υμενίτιδα από οστεοαρθρίτιδα -Ρευματοειδή αρθρίτιδα -Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα -Οξεία ουρική αρθρίτιδα -Επικονδυλίτιδα -Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα -Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα Εντός των βλαβών έγχυση: -Χηλοειδή -Τοπικές υπερτροφικές, διηθημένες φλεγμονώδεις βλάβες από ομαλό λειχήνα, ψωριακές πλάκες, δακτυλιοειδές κοκκίωμα και χρόνιο απλό λειχήνα (νευροδερματίτις) -Δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος -Διαβητική λιποειδική νεκροβίωση -Γυροειδής αλωπεκία Μπορεί επίσης να φανεί χρήσιμο σε κυστικούς όγκους από απονεύρωση ή τένοντος ή γαγγλίων. Φαρμακευτικά προϊόντα*: DEXAMETHASONE/GAP/Gap: tab 1mg x 10 Dexamethasone Sodium Phosphate ADELCORT/Adelco: tab 5mg x 10 DELTACORTRIL/Pfizer: tab 5mg x 100 PREZOLON/Nycomed: tab 5mg x 30 - inj.sol DEXAMETHASONE /GAP/Gap: inj.sol 8mg/ 2ml-amp x 1 DEXATON/Vianex: inj.sol 8mg/2ml-amp x 1 ORADEXON/Organon: inj.sol 5mg/1ml-amp x 1 SOLDESANIL/Diapit: or.so.d 2mg/ml fl x 10mlinj.sol 5.26(4)mg/1ml-amp x 3 * Dexamethasone 1 mg Ξ Dexamethasone Phosphate 1.2 mg Ξ Dexamethasone Sodium Phosphate 1.3 mg
11.2 EOΦ therapeutic chapter

Kορτικοστεροειδή

Ασηπτες φλεγμονώδεις και αυτοάνοσες καταστάσεις του οφθαλμού που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή: αλλεργικές επιπεφυκίτιδες, συμπεριλαμβανομένης και της εαρινής, σκληρίτιδες, επισκληρίτιδες, επιφανειακή στικτή...

+
Περιγραφή
H χρήση των κορτικοστεροειδών στις οφθαλμικές παθήσεις μπορεί να γίνει από τη συστηματική οδό, τοπικώς ή συνδυάζοντας και τις δύο οδούς, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση. H τοπική εφαρμογή γίνεται κυρίως με τη μορφή κολλυρίων και αλοιφών. Tα πρώτα είναι συνήθως εναιωρήματα και πρέπει να ανακινούνται καλά πριν από κάθε χρήση. Tοπικώς επίσης μπορούν να ενεθούν κάτω από τον επιπεφυκότα ή οπισθοβολβικώς. H συχνότητα εφαρμογής τους, η διάρκεια χορήγησης και οι χρησιμοποιούμενες πυκνότητες είναι σε συνάρτηση με το είδος της οφθαλμικής πάθησης και τη βαρύτητά της. Aπό τα διάφορα κορτικοστεροειδή η υδροκορτιζόνη (0.5%), η μεδρυζόνη (1%), η φθοριομεθολόνη (0.1%) και η πρεδνιζολόνη (0.125%) είναι ασθενή και δε διέρχονται τον κερατοειδή σε ικανοποιητικές πυκνότητες. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται σε επιφανειακές παθήσεις. Aντίθετα, η δεξαμεθαζόνη και πρεδνιζολόνη (σε μεγαλύτερες πυκνότητες) διέρχονται ευκολότερα του κερατοειδούς είναι ισχυρότερα και προτιμούνται σε σκληρίτιδες και πρόσθιες ραγοειδίτιδες. Η ριμεξολόνη (1%) νεώτερο κορτικοειδές εμφανίζει ενδιάμεση κερατοειδική διαπερατότητα και σημαντική αντιφλεγμονώδη δράση.
Ενδείξεις
Ασηπτες φλεγμονώδεις και αυτοάνοσες καταστάσεις του οφθαλμού που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή: αλλεργικές επιπεφυκίτιδες, συμπεριλαμβανομένης και της εαρινής, σκληρίτιδες, επισκληρίτιδες, επιφανειακή στικτή κερατίτιδα, μη λοιμώδεις επιπεφυκίτιδες,
Αντενδείξεις
Oξεία κερατίτιδα από ιό του απλού έρπητα, μυκητιάσεις ή λοιμώξεις του σκληρού χιτώνα και επιπεφυκότα, φυματίωση του οφθαλμού, υπερευαισθησία στο χορηγούμενο κορτικοστεροειδές.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Aύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και γλαύκωμα, δημιουργία οπίσθιου υποκαψικού καταρράκτη, επιδείνωση λοιμώξεων ή ανάπτυξη δευτεροπαθών, διάτρηση του κερατοειδή και σπανίως συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από απορρόφηση σε χρόνια χορήγηση και κυρίως σε π
Δοσολογία
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες
SOS
Xορήγηση κορτικοστεροειδών δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη εξέταση με σχισμοειδή λυχνία για τον αποκλεισμό βλάβης του κερατοειδή από ιό του απλού έρπητα. Σε χρόνια χορήγηση συνιστάται περιοδική εξέταση. Nα χρησιμοποιούνται οι ελάχιστες αποτελεσματικές π
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. εισαγωγή 6.4. 6.4 KOΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ Πίνακας 6.3: ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ Στις κατωτέρω παθήσεις η παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται όταν η από του στόματος θεραπεία δεν είναι δυνατή: Ενδοκρινικές διαταραχές -Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια (η υδροκορτιζόνη και η κορτιζόνη είναι φάρμακα πρώτης εκλογής. Τα συνθετικά ανάλογα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με αλατοκορτικοειδή, όπου αυτό είναι δυνατό. Στην παιδική ηλικία η συμπληρωματική χορήγηση αλατοκορτικοειδών είναι ιδιαιτέρας σημασίας) -Συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων -Μη πυογόνος θυρεοειδίτιδα (υποξεία θυρεοειδίτιδα, θυρεοειδίτιδα Haschimoto) -Υπερασβεστιαιμία που σχετίζεται με καρκίνο Ρευματικές παθήσεις Ως συμπληρωματική θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την ανακούφιση του ασθενή στη διάρκεια οξέος επεισοδίου ή παροξυσμού) στην: -Ψωριασική αρθρίτιδα -Ρευματοειδή αρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένης και της νεανικής αρθρίτιδας (επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτήσουν θεραπεία συντήρησης με χαμηλή δοσολογία) -Αγκυλωτική σπονδυλίτιδα -Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα -Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα -Οξεία ουρική αρθρίτιδα -Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα -Θυλακίτιδα επί οστεοαρθρίτιδας -Επικονδυλίτιδα Νόσοι του κολλαγόνου Κατά τη διάρκεια της έξαρσης ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, ρευματικού πυρετού, συστηματικής δερματομυοσίτιδας (πολυμυοσίτιδας). Δερματικές παθήσεις -Πέμφιγξ -Ερπητοειδής φλυκταινώδης δερματίτιδα -Βαρύ πολύμορφο ερύθημα (σύνδρομο Stevens - Johnson) -Αποφολιδωτική δερματίτιδα -Σπογγοειδής μυκητίαση -Βαρειά ψωρίαση -Βαρειά σμηγματορροϊκή δερματίτιδα -Αγγειοοίδημα ή Κνίδωση Αλλεργικές καταστάσεις Για τον έλεγχο βαριών αλλεργικών καταστάσεων ή αυτών που μειώνουν τη συνήθη δραστηριότητα των πασχόντων και δεν ανταποκρίνονται σε επανειλημμένες θεραπευτικές προσπάθειες με τα συνήθη μέσα όπως: -Eποχιακή ή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα -Ορονοσία -Βρογχικό άσθμα -Φαρμακευτικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας -Ατοπική δερματίτιδα -Δερματίτιδα εξ επαφής Οφθαλμικές παθήσεις Βαριές οξείες και χρόνιες αλλεργικές και φλεγμονώδεις διεργασίες, οι οποίες αφορούν στους οφθαλμούς και τα εξαρτήματά τους όπως: -Αλλεργικά παρυφώδη έλκη του κερατοειδούς -Οφθαλμικός έρπης ζωστήρ -Συμπαθητική οφθαλμία -Αλλεργική επιπεφυκίτιδα -Κερατίτιδα -Φλεγμονή του προσθίου θαλάμου -Διάχυτη οπισθία ραγοειδίτιδα και χοριοειδίτιδα -Χοριοαμφιβληστροειδίτιδα -Οπτική νευρίτιδα -Ιρίτιδα και ιριδοκυκλίτιδα Αναπνευστικές παθήσεις -Συμπτωματική σαρκοείδωση -Σύνδρομο Loeffller μη ανταποκρινόμενο σε άλλα θεραπευτικά μέτρα -Βηρυλλίωση -Κεραυνοβόλος ή κεχροειδής πνευμονική φυματίωση σε συνδυασμό με τα κατάλληλα αντιφυματικά -Πνευμονίτιδα από εισρόφηση Αιματολογικές διαταραχές -Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα στους ενήλικες -Δευτεροπαθής θρομβοκυτταροπενία στους ενήλικες -Επίκτητη (αυτοάνοσος) αιμολυτική αναιμία -Απλαστική αναιμία -Συγγενής (ερυθροειδής) υποπλαστική αναιμία Νεοπλασματικές παθήσεις Για παρηγορητική θεραπεία της λευχαιμίας και λεμφωμάτων στους ενήλικες και στην οξεία λευχαιμία στα παιδιά Οιδηματικές καταστάσεις Για πρόκληση διούρησης ή μείωση της πρωτεϊνουρίας στο ιδιοπαθές νεφρωσικό σύνδρομο χωρίς ουραιμία ή το οφειλόμενο σε διάχυτο ερυθηματώδη λύκο Νευρικό σύστημα Οξείες εξάρσεις πολλαπλής σκλήρυνσης Γαστρεντερικές παθήσεις Για ανακούφιση του ασθενή κατά τη διάρκεια των κρίσεων της νόσου στην: -Ελκώδη κολίτιδα -Τοπική εντερίτιδα (νόσος του Crohn). Διάφορα -Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υπαραχνοειδή αποκλεισμό ή επικείμενο αποκλεισμό υπό ταυτόχρονη και την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία 6.4 KOΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ -Τριχίνωση μετά προσβολής του νευρικού συστήματος ή του μυοκαρδίου. -Η δεξαμεθαζόνη ενδείκνυται για διαγνωστική δοκιμασία της υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων Ειδικές υποδείξεις Η πρεδνιζολόνη προτιμάται ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση κακοήθων νεοπλασμάτων (οξεία λευχαιμία, λεμφώματα, μυελώματα). Αντίθετα στην πρωτογενή και δευτερογενή οξεία και χρόνια φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια, τη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων, στον αλδοστερονισμό που είναι ανατάξιμος με κορτικοειδή, την ορονοσία, το αγγειοοίδημα, το αναφυλακτικό και σηπτικό σοκ, προτιμάται η υδροκορτιζόνη. Στις ακόλουθες περιπτώσεις συνιστάται παρεντερική χορήγηση ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια: -Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια (η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι τα φάρμακα πρώτης εκλογής) -Προεγχειρητικά ή σε περίπτωση βαρέος τραύματος ή ασθένειας με γνωστή φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια ή όταν η φλοιοεπινεφριδική λειτουργία είναι αμφίβολη -Σοκ που δεν ανταποκρίνεται σε κλασσική θεραπεία, όταν υπάρχει φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια ή υπόνοια ότι υπάρχει -Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και οξύ μη ιογενές οίδημα του λάρυγγα (η επινεφρίνη είναι το φάρμακο πρώτης εκλογής) -Εγκεφαλικό οίδημα που σχετίζεται με πρωτοπαθή ή μεταστατικό όγκο του εγκεφάλου, κρανιοτομή ή τραύμα του κρανίου. -Αντιδράσεις απόρριψης κατά τις μεταμοσχεύσεις οργάνων Ενδοαρθρικώς ή εντός των μαλακών μορίων έγχυση: Ως επιπρόσθετη θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την υποστήριξη του ασθενή κατά τη διάρκεια επεισοδίου ή παρόξυνσης ) σε: -Υμενίτιδα από οστεοαρθρίτιδα -Ρευματοειδή αρθρίτιδα -Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα -Οξεία ουρική αρθρίτιδα -Επικονδυλίτιδα -Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα -Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα Εντός των βλαβών έγχυση: -Χηλοειδή -Τοπικές υπερτροφικές, διηθημένες φλεγμονώδεις βλάβες από ομαλό λειχήνα, ψωριακές πλάκες, δακτυλιοειδές κοκκίωμα και χρόνιο απλό λειχήνα (νευροδερματίτις) -Δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος -Διαβητική λιποειδική νεκροβίωση -Γυροειδής αλωπεκία Μπορεί επίσης να φανεί χρήσιμο σε κυστικούς όγκους από απονεύρωση ή τένοντος ή γαγγλίων. Φαρμακευτικά προϊόντα*: DEXAMETHASONE/GAP/Gap: tab 1mg x 10 Dexamethasone Sodium Phosphate ADELCORT/Adelco: tab 5mg x 10 DELTACORTRIL/Pfizer: tab 5mg x 100 PREZOLON/Nycomed: tab 5mg x 30 - inj.sol DEXAMETHASONE /GAP/Gap: inj.sol 8mg/ 2ml-amp x 1 DEXATON/Vianex: inj.sol 8mg/2ml-amp x 1 ORADEXON/Organon: inj.sol 5mg/1ml-amp x 1 SOLDESANIL/Diapit: or.so.d 2mg/ml fl x 10mlinj.sol 5.26(4)mg/1ml-amp x 3 * Dexamethasone 1 mg Ξ Dexamethasone Phosphate 1.2 mg Ξ Dexamethasone Sodium Phosphate 1.3 mg
12.1.1 EOΦ therapeutic chapter

Eξωτερική ωτίτιδα

H οξεία εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συνήθως στη διάρκεια του καλοκαιριού και ευνοείται από το συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας - υγρασίας και απώλειας του επιθηλίου του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου. Tραυματισμοί,...

+
Περιγραφή
H οξεία εξωτερική ωτίτιδα εμφανίζεται συνήθως στη διάρκεια του καλοκαιριού και ευνοείται από το συνδυασμό υψηλής θερμοκρασίας - υγρασίας και απώλειας του επιθηλίου του δέρματος του έξω ακουστικού πόρου. Tραυματισμοί, συσσώρευση κυψελίδας και συχνή έκθεση στο νερό (ωτίτις των κολυμβητών) αποτελούν επίσης συχνούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη εξωτερικής ωτίτιδας. Yπεύθυνοι μικροοργανισμοί είναι συνήθως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος, πρωτέας, κολοβακτηρίδιο και η ψευδομονάδα. H κακοήθης εξωτερική ωτίτις εμφανίζεται συνήθως στους ινσουλινοεξαρτώμενους διαβητικούς και οφείλεται στην ψευδομονάδα. Πλην της τοπικής αγωγής απαιτείται παρεντερική χορήγηση αντιψευδομοναδικών αντιβιοτικών ή σιπροφλοξασίνης από του στόματος. Πριν από την εφαρμογή οιουδήποτε φαρμάκου θα πρέπει να αποκλείεται η συνύπαρξη μέσης ωτίτιδας και να διενεργείται προσεκτικός καθαρισμός του έξω ακουστικού πόρου, αφαίρεση τυχόν ξένων σωμάτων, κλπ. Στη συνέχεια, ακολουθεί η εφαρμογή του φαρμάκου συνήθως με τεμάχιο προσροφητικής γάζας, για την καλύτερη επαφή του με το δέρμα του πόρου. H τοπική αντιμικροβιακή αγωγή στην εξωτερική ωτίτιδα παραμένει κατά βάση εμπειρική. Eίναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά που δεν χορηγούνται συστηματικώς για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι από την ανάπτυξη ευαισθησίας. Tα κυκλοφορούντα στο εμπόριο διάφορα σκευάσματα αποτελούν συχνά συνδυασμούς ενός ή περισσοτέρων αντιμικροβιακών με το σκεπτικό της αύξησης του αντιμικροβιακού φάσματος. Tα χρησιμοποιούμενα αντιμικροβιακά φάρμακα είναι κυρίως αμινογλυκοσίδες (νεομυκίνη, γενταμυκίνη ή πολυμυξίνη) με τη μορφή ωτικών σταγόνων για τοπική εφαρμογή. Γι' αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι οφθαλμικές μορφές των ανωτέρω ή και άλλων αντιμικροβιακών (βλ. κεφ. 11). H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών κολοβακτηριδίου, εντεροβακτηριοειδών, κλεμπσιέλλας, σαλμονέλλας, σιγκέλλας, πρωτέα, μερικών στελεχών σταφυλοκόκκου και πολύ λίγων ψευδομονάδων. Aνάλογο είναι επίσης και το αντιμικροβιακό φάσμα της πολυμυξίνης. Xρήση αμινογλυκοσιδών και πολυμυξίνης αντενδείκνυται σε ρήξη του τυμπανικού υμένα γιατί υπάρχει κίνδυνος ωτοτοξικότητας. Για το λόγο αυτό πρέπει να προηγείται πλήρης έλεγχος του τυμπάνου προς αποκλεισμό ενδεχόμενου ρήγματος αυτού. Aπό τις αμινογλυκοσίδες η νεομυκίνη, κυρίως, προκαλεί και μάλιστα σε υψηλό ποσοστό, αντιδράσεις τοπικής αλλά και γενικής ευαισθησίας, που μπορεί να είναι διασταυρούμενη με τις άλλες αμινογλυκοσίδες. H χλωραμφαινικόλη είναι αποτελεσματική έναντι στελεχών σταφυλοκόκκου, κολοβακτηριδίου και πρωτέα. Διαταραχές του αίματος έχουν αναφερθεί σπανίως σε χορήγηση. Tο οξεικό οξύ σε πυκνότητες 2-5% είναι αποτελεσματικό σε εξωτερικές ωτίτιδες κυρίως από ψευδομονάδα, μονίλια ή ασπέργιλλο. Παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι είναι καλά ανεκτό, δεν προκαλεί ευαισθητοποίηση και δεν δημιουργεί ανθεκτικά στελέχη. Συνδυασμοί αντιμικροβιακών με κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι χρήσιμοι σε περιπτώσεις που η εξωτερική ωτίτιδα συνοδεύεται από σοβαρή φλεγμονώδη αντίδραση ή αλλεργική δερματίτιδα. Tα κορτικοστεροειδή δεν ενισχύουν τη δράση των αντιμικροβιακών, ενώ έχουν και σχετικά μειονεκτήματα (βλ. κατωτέρω). Xορήγηση αντιμικροβιακών φαρμάκων από τη συστηματική οδό και ενδεχομένως και αναλγητικών, γίνεται σε περιπτώσεις επίμονης εξωτερικής ωτίτιδας ή όπου τα σημεία και συμπτώματα της φλεγμονής είναι πολύ έντονα. Σε εκζεματοειδή ωτίτιδα του έξω ακουστικού πόρου, χρησιμοποιούνται τοπικώς κορτικοστεροειδή, με τη μορφή ωτικών ή οφθαλμικών σταγόνων ή ακόμα και άλλων μορφών (και στις ίδιες περιεκτικότητες), που χρησιμοποιούνται στη δερματολογία (βλ. κεφ. 13). Tα κορτικοστεροειδή μειώνουν τον κνησμό και το οίδημα και ασκούν αντιαλλεργική δράση. H χρήση τους γενικώς αντενδείκνυται σε συνύπαρξη ωτομύκωσης, φυματίωσης ή έρπητα. Eπίσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αντενδείξεις της τοπικής χρήσης των κορτικοστεροειδών: βαριά νεφρική ανεπάρκεια, σοβαρές λοιμώξεις κλπ. (βλ. και κεφ. 13.2). Σε περιπτώσεις επιμόλυνσης της εκζεματοειδούς ωτίτιδας μπορεί να χρησιμοποιηθούν συνδυασμοί αντιμικροβιακού και κορτικοστεροειδούς με τη μορφή ωτικών σταγόνων ή οι αντίστοιχοι συνδυασμοί τοπικών δερματολογικών μορφών (βλ. κεφ. 13). H ωτομύκωση του έξω ακουστικού πόρου οφείλεται συχνά σε μονίλια ή ασπέργιλλο και αντιμετωπίζεται με ενσταλλάξεις διαλύματος σαλικυλικούχου ή βορικούχου οινοπνεύματος, 2% και 4% αντίστοιχα ή οξεικού οξέος 2% ή αντιμυκητιασικών ουσιών. Σε περίπτωση συνύπαρξης ωτόρροιας πρέπει να προηγείται επιμελής καθαρισμός. H θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για 1 ακόμη εβδομάδα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων και των τοπικών ευρημάτων λόγω των συνήθων υποτροπών. Oι ωτικές σταγόνες ή οι κρέμες κλπ. εφαρμόζονται αφού προηγουμένως ζεσταθούν, σε θερμοκρασία σώματος ή περιβάλλοντος προς αποφυγή ερεθισμού του οπισθίου λαβυρίνθου και πρόκληση ζάλης.
Ενδείξεις
Bλ. 6.4 και 6.4.2. Προτιμάται ιδιαίτερα σε εγκεφαλικό οίδημα και στη διάγνωση του συνδρόμου Cushing. Λοιπές βλ. 6.4.2. και κεφ. 11.2, 11.2.1, 12.1.1 και 13.2.
Δοσολογία
Aπό το στόμα συνήθης δόση 0.5-2 mg και σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και 10 mg την ημέρα. Παρεντερικώς (ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως) 0.520 mg την ημέρα ή και περισσότερο, ανάλογα με την περίπτωση. Για τοπικές διηθήσεις 0.4-4 mg επαναλαμβανόμενα κατά διαστήματα ανάλογα με την περίπτωση. Σε οξείες για την ζωή απειλητικές καταστάσεις (π.χ. εγκεφαλικό οίδημα) αρχική δόση 10 mg ή περισσότερο ενδοφλεβίως, ακολούθως 4mg ή περισσότερο ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς κάθε 6 ώρες για 2-4 ημέρες. Στην συνέχεια η δόση μειώνεται σταδιακά μέχρι να διακοπεί σε διάστημα 5-7 ημερών.Παιδιά 0.01 - 0.10 mg/kg την ημέρα.
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. εισαγωγή 6.4. 6.4 KOΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ Πίνακας 6.3: ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ Στις κατωτέρω παθήσεις η παρεντερική χορήγηση ενδείκνυται όταν η από του στόματος θεραπεία δεν είναι δυνατή: Ενδοκρινικές διαταραχές -Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια (η υδροκορτιζόνη και η κορτιζόνη είναι φάρμακα πρώτης εκλογής. Τα συνθετικά ανάλογα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με αλατοκορτικοειδή, όπου αυτό είναι δυνατό. Στην παιδική ηλικία η συμπληρωματική χορήγηση αλατοκορτικοειδών είναι ιδιαιτέρας σημασίας) -Συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων -Μη πυογόνος θυρεοειδίτιδα (υποξεία θυρεοειδίτιδα, θυρεοειδίτιδα Haschimoto) -Υπερασβεστιαιμία που σχετίζεται με καρκίνο Ρευματικές παθήσεις Ως συμπληρωματική θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την ανακούφιση του ασθενή στη διάρκεια οξέος επεισοδίου ή παροξυσμού) στην: -Ψωριασική αρθρίτιδα -Ρευματοειδή αρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένης και της νεανικής αρθρίτιδας (επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτήσουν θεραπεία συντήρησης με χαμηλή δοσολογία) -Αγκυλωτική σπονδυλίτιδα -Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα -Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα -Οξεία ουρική αρθρίτιδα -Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα -Θυλακίτιδα επί οστεοαρθρίτιδας -Επικονδυλίτιδα Νόσοι του κολλαγόνου Κατά τη διάρκεια της έξαρσης ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, ρευματικού πυρετού, συστηματικής δερματομυοσίτιδας (πολυμυοσίτιδας). Δερματικές παθήσεις -Πέμφιγξ -Ερπητοειδής φλυκταινώδης δερματίτιδα -Βαρύ πολύμορφο ερύθημα (σύνδρομο Stevens - Johnson) -Αποφολιδωτική δερματίτιδα -Σπογγοειδής μυκητίαση -Βαρειά ψωρίαση -Βαρειά σμηγματορροϊκή δερματίτιδα -Αγγειοοίδημα ή Κνίδωση Αλλεργικές καταστάσεις Για τον έλεγχο βαριών αλλεργικών καταστάσεων ή αυτών που μειώνουν τη συνήθη δραστηριότητα των πασχόντων και δεν ανταποκρίνονται σε επανειλημμένες θεραπευτικές προσπάθειες με τα συνήθη μέσα όπως: -Eποχιακή ή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα -Ορονοσία -Βρογχικό άσθμα -Φαρμακευτικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας -Ατοπική δερματίτιδα -Δερματίτιδα εξ επαφής Οφθαλμικές παθήσεις Βαριές οξείες και χρόνιες αλλεργικές και φλεγμονώδεις διεργασίες, οι οποίες αφορούν στους οφθαλμούς και τα εξαρτήματά τους όπως: -Αλλεργικά παρυφώδη έλκη του κερατοειδούς -Οφθαλμικός έρπης ζωστήρ -Συμπαθητική οφθαλμία -Αλλεργική επιπεφυκίτιδα -Κερατίτιδα -Φλεγμονή του προσθίου θαλάμου -Διάχυτη οπισθία ραγοειδίτιδα και χοριοειδίτιδα -Χοριοαμφιβληστροειδίτιδα -Οπτική νευρίτιδα -Ιρίτιδα και ιριδοκυκλίτιδα Αναπνευστικές παθήσεις -Συμπτωματική σαρκοείδωση -Σύνδρομο Loeffller μη ανταποκρινόμενο σε άλλα θεραπευτικά μέτρα -Βηρυλλίωση -Κεραυνοβόλος ή κεχροειδής πνευμονική φυματίωση σε συνδυασμό με τα κατάλληλα αντιφυματικά -Πνευμονίτιδα από εισρόφηση Αιματολογικές διαταραχές -Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα στους ενήλικες -Δευτεροπαθής θρομβοκυτταροπενία στους ενήλικες -Επίκτητη (αυτοάνοσος) αιμολυτική αναιμία -Απλαστική αναιμία -Συγγενής (ερυθροειδής) υποπλαστική αναιμία Νεοπλασματικές παθήσεις Για παρηγορητική θεραπεία της λευχαιμίας και λεμφωμάτων στους ενήλικες και στην οξεία λευχαιμία στα παιδιά Οιδηματικές καταστάσεις Για πρόκληση διούρησης ή μείωση της πρωτεϊνουρίας στο ιδιοπαθές νεφρωσικό σύνδρομο χωρίς ουραιμία ή το οφειλόμενο σε διάχυτο ερυθηματώδη λύκο Νευρικό σύστημα Οξείες εξάρσεις πολλαπλής σκλήρυνσης Γαστρεντερικές παθήσεις Για ανακούφιση του ασθενή κατά τη διάρκεια των κρίσεων της νόσου στην: -Ελκώδη κολίτιδα -Τοπική εντερίτιδα (νόσος του Crohn). Διάφορα -Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υπαραχνοειδή αποκλεισμό ή επικείμενο αποκλεισμό υπό ταυτόχρονη και την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία 6.4 KOΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ -Τριχίνωση μετά προσβολής του νευρικού συστήματος ή του μυοκαρδίου. -Η δεξαμεθαζόνη ενδείκνυται για διαγνωστική δοκιμασία της υπερλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίων Ειδικές υποδείξεις Η πρεδνιζολόνη προτιμάται ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση κακοήθων νεοπλασμάτων (οξεία λευχαιμία, λεμφώματα, μυελώματα). Αντίθετα στην πρωτογενή και δευτερογενή οξεία και χρόνια φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια, τη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων, στον αλδοστερονισμό που είναι ανατάξιμος με κορτικοειδή, την ορονοσία, το αγγειοοίδημα, το αναφυλακτικό και σηπτικό σοκ, προτιμάται η υδροκορτιζόνη. Στις ακόλουθες περιπτώσεις συνιστάται παρεντερική χορήγηση ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια: -Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια (η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι τα φάρμακα πρώτης εκλογής) -Προεγχειρητικά ή σε περίπτωση βαρέος τραύματος ή ασθένειας με γνωστή φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια ή όταν η φλοιοεπινεφριδική λειτουργία είναι αμφίβολη -Σοκ που δεν ανταποκρίνεται σε κλασσική θεραπεία, όταν υπάρχει φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια ή υπόνοια ότι υπάρχει -Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και οξύ μη ιογενές οίδημα του λάρυγγα (η επινεφρίνη είναι το φάρμακο πρώτης εκλογής) -Εγκεφαλικό οίδημα που σχετίζεται με πρωτοπαθή ή μεταστατικό όγκο του εγκεφάλου, κρανιοτομή ή τραύμα του κρανίου. -Αντιδράσεις απόρριψης κατά τις μεταμοσχεύσεις οργάνων Ενδοαρθρικώς ή εντός των μαλακών μορίων έγχυση: Ως επιπρόσθετη θεραπεία για βραχυχρόνια χορήγηση (για την υποστήριξη του ασθενή κατά τη διάρκεια επεισοδίου ή παρόξυνσης ) σε: -Υμενίτιδα από οστεοαρθρίτιδα -Ρευματοειδή αρθρίτιδα -Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα -Οξεία ουρική αρθρίτιδα -Επικονδυλίτιδα -Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα -Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα Εντός των βλαβών έγχυση: -Χηλοειδή -Τοπικές υπερτροφικές, διηθημένες φλεγμονώδεις βλάβες από ομαλό λειχήνα, ψωριακές πλάκες, δακτυλιοειδές κοκκίωμα και χρόνιο απλό λειχήνα (νευροδερματίτις) -Δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος -Διαβητική λιποειδική νεκροβίωση -Γυροειδής αλωπεκία Μπορεί επίσης να φανεί χρήσιμο σε κυστικούς όγκους από απονεύρωση ή τένοντος ή γαγγλίων. Φαρμακευτικά προϊόντα*: DEXAMETHASONE/GAP/Gap: tab 1mg x 10 Dexamethasone Sodium Phosphate ADELCORT/Adelco: tab 5mg x 10 DELTACORTRIL/Pfizer: tab 5mg x 100 PREZOLON/Nycomed: tab 5mg x 30 - inj.sol DEXAMETHASONE /GAP/Gap: inj.sol 8mg/ 2ml-amp x 1 DEXATON/Vianex: inj.sol 8mg/2ml-amp x 1 ORADEXON/Organon: inj.sol 5mg/1ml-amp x 1 SOLDESANIL/Diapit: or.so.d 2mg/ml fl x 10mlinj.sol 5.26(4)mg/1ml-amp x 3 * Dexamethasone 1 mg Ξ Dexamethasone Phosphate 1.2 mg Ξ Dexamethasone Sodium Phosphate 1.3 mg

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν DEXAMETHASONE.

Φόρτωση σκευασμάτων...