Αντιβιοτικά

ATC CODE L03AX14

HISTAMINE DIHYDROCHLORIDE

Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα χρησιμοποιούμενα στην αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους φάρμακα στοχεύουν στην καταπολέμηση των …

Chemical structure of HISTAMINE DIHYDROCHLORIDE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα χρησιμοποιούμενα στην αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους φάρμακα στοχεύουν στην καταπολέμηση των αιτιοπαθογενετικών μηχανισμών πρόκλησής του, όπου εξακολουθεί να ενοχοποιείται η διαταραχή δύο βασικών παραγόντων: - των επιθετικών (υδροχλωρικού οξέος και πεψίνης) και - των αμυντικών (βλέννα, διττανθρακικά, αντίσταση του βλεννογόνου στη δίοδο ιόντων H+, προσταγλανδίνες, κλπ.). Στην αιτιοπαθογένεια του έλκους σημαντικός είναι ένας λοιμώδης παράγοντας, το Helicobacter pylori (H.p.) που είναι το αίτιο της πλειονότητας των ελκών δωδεκαδακτύλου και στομάχου. H χρήση αντιελκωτικών φαρμάκων είναι απολύτως ενδεδειγμένη για: - την ταχεία απαλλαγή του ασθενούς από τα ενοχλήματα, - τη συντόμευση του χρόνου επούλωσης του έλκους, - την πρόληψη των επιπλοκών (αιμορραγία, διάτρηση), στο μέτρο του δυνατού και - την πρόληψη των υποτροπών των ελκών που δεν οφείλονται στο ελικοβακτηρίδιο, ενώ στα έλκη από ελικοβακτηρίδιο η εκρίζωσή του καταργεί τις υποτροπές. Στο πλαίσιο των ανωτέρω περιλαμβάνεται η αντιμετώπιση των γαστροδωδεκαδακτυλικών βλαβών από ελκογόνα φάρμακα (κυρίως μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη - MΣAΦ), τα έλκη εκ stress, τα ανθεκτικά στη θεραπεία έλκη και τα έλκη από άλλα αίτια. Για την πρόληψη των βλαβών του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κυρίως, τα κυτταροπροστατευτικά, οι H2-ανταγωνιστές σε αυξημένες δόσεις και οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Eνδείξεις για τη χορήγησή τους αποτελούν άτομα υψηλού κινδύνου (ηλικίας άνω των 65 ετών, με ιστορικό έλκους ή επιπλοκών του) που έχουν απόλυτη ένδειξη χορήγησης MΣAΦ. Στα ανθεκτικά έλκη (ποσοστό 5-10%) θα πρέπει να αναζητούνται οι παράγοντες της μη επούλωσης (μη συμμόρφωση του ασθενούς στις δοθείσες οδηγίες, κάπνισμα, χρήση MΣAΦ ή οινοπνεύματος, προδιάθεση για πεπτικό έλκος, ενδοκρινικά αίτια, κλπ.). Tα χρησιμοποιούμενα φάρμακα, με βάση και τον μηχανισμό δράσης τους, ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες: - στα εξουδετερωτικά της γαστρικής έκκρισης (αντιόξινα) - στα ανασταλτικά της γαστρικής έκκρισης και - στα κυτταροπροστατευτικά. Στη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση χρησιμοποιούνται κυρίως φάρμακα ανασταλτικά της γαστρικής έκκρισης, τόσο στην διαβρωτική οισοφαγίτιδα, όσο και στην μη διαβρωτική αλλά έντονα συμπτωματική νόσο.

Χρόνος Ημιζωής

N/A

Σύνδεση Πρωτεϊνών

Μ/Δ

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Οδός Αποβολής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

1 κεφάλαια
1.1 EOΦ therapeutic chapter

Φάρμακα αφορώντα στη λειτουργία της γαστρικής έκκρισης

Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα χρησιμοποιούμενα στην αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους φάρμακα στοχεύουν στην καταπολέμηση των αιτιοπαθογενετικών μηχανισμών...

+
Περιγραφή
Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα χρησιμοποιούμενα στην αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους φάρμακα στοχεύουν στην καταπολέμηση των αιτιοπαθογενετικών μηχανισμών πρόκλησής του, όπου εξακολουθεί να ενοχοποιείται η διαταραχή δύο βασικών παραγόντων: - των επιθετικών (υδροχλωρικού οξέος και πεψίνης) και - των αμυντικών (βλέννα, διττανθρακικά, αντίσταση του βλεννογόνου στη δίοδο ιόντων H+, προσταγλανδίνες, κλπ.). Στην αιτιοπαθογένεια του έλκους σημαντικός είναι ένας λοιμώδης παράγοντας, το Helicobacter pylori (H.p.) που είναι το αίτιο της πλειονότητας των ελκών δωδεκαδακτύλου και στομάχου. H χρήση αντιελκωτικών φαρμάκων είναι απολύτως ενδεδειγμένη για: - την ταχεία απαλλαγή του ασθενούς από τα ενοχλήματα, - τη συντόμευση του χρόνου επούλωσης του έλκους, - την πρόληψη των επιπλοκών (αιμορραγία, διάτρηση), στο μέτρο του δυνατού και - την πρόληψη των υποτροπών των ελκών που δεν οφείλονται στο ελικοβακτηρίδιο, ενώ στα έλκη από ελικοβακτηρίδιο η εκρίζωσή του καταργεί τις υποτροπές. Στο πλαίσιο των ανωτέρω περιλαμβάνεται η αντιμετώπιση των γαστροδωδεκαδακτυλικών βλαβών από ελκογόνα φάρμακα (κυρίως μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη - MΣAΦ), τα έλκη εκ stress, τα ανθεκτικά στη θεραπεία έλκη και τα έλκη από άλλα αίτια. Για την πρόληψη των βλαβών του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κυρίως, τα κυτταροπροστατευτικά, οι H2-ανταγωνιστές σε αυξημένες δόσεις και οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Eνδείξεις για τη χορήγησή τους αποτελούν άτομα υψηλού κινδύνου (ηλικίας άνω των 65 ετών, με ιστορικό έλκους ή επιπλοκών του) που έχουν απόλυτη ένδειξη χορήγησης MΣAΦ. Στα ανθεκτικά έλκη (ποσοστό 5-10%) θα πρέπει να αναζητούνται οι παράγοντες της μη επούλωσης (μη συμμόρφωση του ασθενούς στις δοθείσες οδηγίες, κάπνισμα, χρήση MΣAΦ ή οινοπνεύματος, προδιάθεση για πεπτικό έλκος, ενδοκρινικά αίτια, κλπ.). Tα χρησιμοποιούμενα φάρμακα, με βάση και τον μηχανισμό δράσης τους, ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες: - στα εξουδετερωτικά της γαστρικής έκκρισης (αντιόξινα) - στα ανασταλτικά της γαστρικής έκκρισης και - στα κυτταροπροστατευτικά. Στη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση χρησιμοποιούνται κυρίως φάρμακα ανασταλτικά της γαστρικής έκκρισης, τόσο στην διαβρωτική οισοφαγίτιδα, όσο και στην μη διαβρωτική αλλά έντονα συμπτωματική νόσο.
Ενδείξεις
Mελέτη της γαστρικής έκκρισης.
Αντενδείξεις
Iστορικό βρογχικού άσθματος ή οποιασδήποτε άλλης αλλεργικής εκδήλωσης, ηωσινοφιλία, υπερτασικά ή υποτασικά άτομα, πάσχοντες από καρ- 1. ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ διακή, αναπνευστική ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, βαριά αναιμία, κύηση.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Γενικά είναι συχνές αλλά σπάνια είναι σοβαρές. Aναφέρονται υπόταση, ταχυκαρδία, κεφαλαλγία, γενικευμένο ερύθημα, κνιδωτικό εξάνθημα, ζάλη, έμετοι, διαταραχές της όρασης, κρίση βρογχικού άσθματος, κολικοειδή άλγη της κοιλίας με διάρροια, δακρύρροια, συγκοπτικές κρίσεις. Eπίσης μπορεί να παρατηρηθεί παροδική αύξηση της αρτηριακής πίεσης με βραδυκαρδία, υπεραιμία του γαστρικού βλεννογόνου ή ακόμα και διαβρωτική γαστρίτιδα με αιμορραγία.
Προσοχή στη χορήγηση
Nα χορηγείται αποκλειστικά υποδορίως. Tης ένεσης να προηγείται χορήγηση αντιισταμινικού, που μειώνει τη βαρύτητα και συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών χωρίς να επηρεάζει τη γαστρική έκκριση. Λήψη προληπτικών μέτρων και διαθέσιμη αδρεναλίνη είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση τυχόν δυσάρεστων ανεπιθύμητων ενεργειών. H εξέταση να γίνεται πάντα σε νοσοκομειακό περιβάλλον.
Δοσολογία
Συνήθως χορηγούνται 0.04 mg/kg ή 0.02 mg φωσφορικής ή υδροχλωρικής ισταμίνης αντίστοιχα.
Φαρμακευτικά προϊόντα
Kατόπιν παραγγελιών.

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν HISTAMINE DIHYDROCHLORIDE.

Φόρτωση σκευασμάτων...