IODINE
Ιώδιο
Tα κυριότερα αντιθυρεοειδικά φάρμακα είναι τα παράγωγα της θειουρίας, προπυλο- και μεθυλοθειουρακίλη, και τα παράγωγα της ιμιδαζόλης, καρβιμαζόλη και θειαμαζόλη. H αντιθυρεοειδική τους δράση συνίσταται στην αναστολή της οργανικής σύνδεσης του ιωδίου, που προσλαμβάνεται από τον …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
block
ΕΟΦ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
swap_horiz
ΕΟΦ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 6.3.2
Aντιθυρεοειδικά φάρμακα
expand_more
Aντιθυρεοειδικά φάρμακα
Tα κυριότερα αντιθυρεοειδικά φάρμακα είναι τα παράγωγα της θειουρίας, προπυλο- και μεθυλοθειουρακίλη, και τα παράγωγα της ιμιδαζόλης, καρβιμαζόλη και θειαμαζόλη. H αντιθυρεοειδική τους δράση συνίσταται στην αναστολή της οργανικής σύνδεσης του ιωδίου, που προσλαμβάνεται από τον θυρεοειδή αδένα. Eπίσης εμφανίζουν και ανοσοκατασταλτική δράση με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής των θυρεοδιεγερτικών αυτοαντισωμάτων, που αποτελούν το παθογενετικό υπόβαθρο της νόσου Graves-Basedow. H καρβιμαζόλη δρα μετατρεπόμενη στον οργανισμό σε θειαμαζόλη. Eμφανίζει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να χορηγηθεί κάθε 12 ώρες. Aποτελεί σήμερα το φάρμακο εκλογής. Aντίθετα, η προπυλοθειουρακίλη πρέπει να χορηγείται κάθε 6-8 ώρες, εμφανίζει όμως το σχετικό πλεονέκτημα ότι διέρχεται δυσκολότερα τον πλακούντα και τον μαζικό αδένα, γεγονός που την καθιστά προτιμότερη σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης ή γαλουχίας. Eπίσης μπορεί να χορηγηθεί ως εναλλακτικό φάρμακο σε περιπτώσεις σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (ιδιαίτερα από το αίμα) με τα άλλα φάρμακα.
Aντιθυρεοειδική δράση εμφανίζει και το ιώδιο, που παρεμποδίζει την οργανοποίηση του ιωδίου και την πρωτεόλυση της θυρεοσφαιρίνης. Xρησιμοποιείται συνήθως με τη μορφή του ιωδιούχου καλίου (Lugol) σε περιπτώσεις θυρεοτοξικής κρίσης, καθώς και στην προεγχειρητική προετοιμασία των υπερθυρεοειδικών αρρώστων. Σε ευαίσθητα άτομα τα ιωδιούχα σκευάσματα μπορεί να προκαλέσουν υπερθυρεοειδισμό ή υποθυρεοειδισμό (π.χ. στο 5% των ασθενών που θεραπεύονται με αμιωδαρόνη).
Aλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καταστολή των συμπτωμάτων του υπερθυρεοειδισμού είναι οι β-αδρενεργικοί αναστολείς, το λίθιο και τα βαρβιτουρικά.
Oι β-αδρενεργικοί αναστολείς χορηγούνται είτε σε συνδυασμό με τα παραπάνω αναφερθέντα αντιθυρεοειδικά φάρμακα, είτε μόνοι για την προεγχειρητική προετοιμασία θυρεοειδεκτομής ή και για την αντιμετώπιση της θυρεοτοξίκωσης. Στις περιπτώσεις αυτές καθώς και σε λανθάνουσα ή έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
Tο λίθιο φαίνεται να μειώνει την θυρεοειδική λειτουργία αν και τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Tα βαρβιτουρικά, εκτός από την ηρεμιστική τους δράση, επιταχύνουν τον μεταβολισμό της θυροξίνης με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της στο αίμα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μοριακό ιώδιο αναστέλλει την επαγωγή και προαγωγή της καρκινογένεσης του μαστού που προκαλείται από N-μεθυλ-n-νιτροζοουρία, και προκαλεί παλινδρόμηση όγκων του μαστού που προκαλούνται από 7,12-διμεθυλ-βενζ(α)ανθρακένιο σε αρουραίους. Έχει επίσης δειχθεί ότι έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην ινοκυστική νόσο του μαστού σε ανθρώπους.
Μια οξεία περίσσεια ιωδίου (πάνω από την προϋπάρχουσα διατροφική πρόσληψη) μειώνει παροδικά την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών στον θυρεοειδή αδένα· αυτό αναφέρεται ως οξεία επίδραση Wolff-Chaikoff. Σε φυσιολογικά άτομα, ακολουθείται από επιστροφή σε κανονικά επίπεδα σύνθεσης ορμονών, που αναφέρεται ως διαφυγή από την οξεία επίδραση Wolff-Chaikoff, χωρίς σημαντική αλλαγή στα επίπεδα κυκλοφορούντων ορμονών. Η διαφυγή πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα της μείωσης της ρύθμισης του συμπορτέρ νατρίου-ιωδίου (NIS), του μεταφορέα ιωδίου στον θυρεοειδή αδένα, που οδηγεί σε μείωση του ενδοθυρεοειδικού ιωδίου και αποκατάσταση της φυσιολογικής σύνθεσης ορμονών. Μια οξεία ή χρόνια περίσσεια ιωδίου μπορεί επίσης να μειώσει τα επίπεδα T4 και T3 στο αίμα και να προκαλέσει κατάσταση υποθυρεοειδισμού σε ορισμένα άτομα με υποκείμενες διαταραχές του θυρεοειδούς. Αυτές οι επιδράσεις είναι αποτέλεσμα αποτυχίας διαφυγής από την οξεία επίδραση Wolff-Chaikoff. Οι περισσότεροι άνθρωποι που εμφανίζουν υποθυρεοειδισμό που προκαλείται από ιώδιο αναρρώνουν όταν διακόπτεται η περίσσεια πρόσληψης ιωδίου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Λίγες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σχετικά με την γαστρεντερική απορρόφηση μορφών ιωδίου εκτός από το ιωδιούχο. Ενώσεις ιωδίου, όπως το I2 και οι ιοδάτες (π.χ., NaIO3), μπορεί να υποστούν αναγωγή σε ιωδιούχο πριν απορροφηθούν στο λεπτό έντερο, και η απορρόφηση μπορεί να μην είναι πλήρης.
Το από του στόματος χορηγούμενο ιώδιο απεκκρίνεται ταχέως στα ούρα και σε μικρότερες ποσότητες στο σάλιο, γάλα, ιδρώτα, χολή και άλλες εκκρίσεις. Η αποθήκευση ιωδίου στον θυρεοειδή εξαρτάται από τη λειτουργική κατάσταση του αδένα.
Το ιώδιο απορροφάται από τον πνεύμονα, μετατρέπεται σε ιωδιούχο στον οργανισμό και στη συνέχεια απεκκρίνεται, κυρίως στα ούρα.
Το ιώδιο απομακρύνεται από το αίμα και ενσωματώνεται στην οργανική μορφή στον θυρεοειδή αδένα. Το ελεύθερο ιώδιο είναι αμελητέο στον οργανισμό.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρες) για το ΙΩΔΙΟ, ΣΤΟΙΧΕΙΟ (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Τρόφιμα που υπάρχουν στον πεπτικό σωλήνα απενεργοποιούν γρήγορα το ιώδιο μετατρέποντάς το σε συγκριτικά ακίνδυνο ιωδιούχο.
Εισπνεόμενο μεθυλιωδιούχο και μοριακό ιώδιο (I2) μετατρέπονται γρήγορα σε ιωδιούχο. /Μεθυλιωδιούχο και ιώδιο/
Το κατάποθεν μοριακό ιώδιο (I2) μετατρέπεται σε ιωδιούχο.
Το ιώδιο μπορεί να εισέλθει στον οργανισμό μετά από κατάποση, εισπνοή ή δερματική έκθεση. Στον οργανισμό, το ιώδιο και το ιωδιούχο συσσωρεύονται στον θυρεοειδή αδένα, όπου χρησιμοποιείται για την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών T4 και T3. Το ιωδιούχο στον θυρεοειδή αδένα ενσωματώνεται σε μια πρωτεΐνη, την θυρεοσφαιρίνη, ως ομοιοπολικοί σχηματισμοί με κατάλοιπα τυροσίνης. Οι αντιδράσεις ιωδίωσης καταλύονται από το ένζυμο θυρεοειδική υπεροξειδάση. Οι αντιδράσεις ιωδίωσης συμβαίνουν στη διεπιφάνεια των θυλακιωδών κυττάρων-αυλού και περιλαμβάνουν την οξείδωση του ιωδιούχου για τον σχηματισμό ενός δραστικού ενδιάμεσου, τον σχηματισμό καταλοίπων μονοϊωδοτυροσίνης και διιωδοτυροσίνης στη θυρεοσφαιρίνη, και τη σύζευξη των ιωδιωμένων καταλοίπων τυροσίνης για τον σχηματισμό T4 (σύζευξη δύο καταλοίπων διιωδοτυροσίνης) ή T3 (σύζευξη ενός καταλοίπου μονοϊωδοτυροσίνης και ενός καταλοίπου διιωδοτυροσίνης) στη θυρεοσφαιρίνη. Οι κύριες οδοί μεταβολισμού του ιωδίου που συμβαίνουν εκτός του θυρεοειδούς αδένα περιλαμβάνουν τον καταβολισμό των T4 και T3, και περιλαμβάνουν αντιδράσεις αποϊωδίωσης, διάσπαση του αιθερικού δεσμού της θυρονίνης, οξειδωτική απαμίνωση και αποκαρβοξυλίωση της πλευρικής αλυσίδας της θυρονίνης, και σύζευξη της φαινολικής υδροξυλομάδας στη θυρονίνη με γλυκουρονικό οξύ και θειικό άλας. Το απορροφηθέν ιώδιο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα και τα κόπρανα, αλλά απεκκρίνεται επίσης στο μητρικό γάλα, τον εκπνεόμενο αέρα, τον ιδρώτα και τα δάκρυα. (L1844)
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που χρησιμοποιούνται σε ανθρώπους και άλλα ζώα που καταστρέφουν επιβλαβείς μικροοργανισμούς ή αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους. Διακρίνονται από τους ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΟΥΣ, που χρησιμοποιούνται σε άψυχα αντικείμενα.
Μια ομάδα χημικών στοιχείων που χρειάζονται σε ελάχιστες ποσότητες για την σωστή ανάπτυξη, εξέλιξη και φυσιολογία ενός οργανισμού. (Από το McGraw-Hill Dictionary of Scientific and Technical Terms, 4η έκδ.)
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που χρησιμοποιούνται σε ανθρώπους και άλλα ζώα που καταστρέφουν επιβλαβείς μικροοργανισμούς ή αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους. Διακρίνονται από τους ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΟΥΣ, που χρησιμοποιούνται σε άψυχα αντικείμενα.
Μια ομάδα χημικών στοιχείων που χρειάζονται σε ελάχιστες ποσότητες για την σωστή ανάπτυξη, εξέλιξη και φυσιολογία ενός οργανισμού. (Από το McGraw-Hill Dictionary of Scientific and Technical Terms, 4η έκδ.)