METHADONE
Μεθαδόνη
- **Ενδείξεις (GR):** Για τη θεραπεία του ξηρού βήχα, συνδρόμου απόσυρσης φαρμάκων, εξάρτησης από οπιοειδή τύπου φαρμάκου και πόνου.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
- Ενδείξεις (GR): Για τη θεραπεία του ξηρού βήχα, συνδρόμου απόσυρσης φαρμάκων, εξάρτησης από οπιοειδή τύπου φαρμάκου και πόνου.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Μηχανισμός δράσης (GR): Η μεθαδόνη είναι μ-αγωνιστής· συνθετικό οπιούχο αναλγητικό με πολλαπλές δράσεις ποιοτικά παρόμοιες με αυτές της μορφίνης, οι πλέον σημαντικές αφορούν το κεντρικό νευρικό σύστημα και όργανα που αποτελούνται από λείες μύες. Οι…
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
- Φαρμακολογία (GR): Η μεθαδόνη είναι συνθετικό οπιούχο αναλγητικό με πολλαπλές δράσεις ποιοτικά παρόμοιες με αυτές της μορφίνης, οι πλέον σημαντικές αφορούν το κεντρικό νευρικό σύστημα και όργανα που αποτελούνται από λείες μύες. Ωστόσο, η μεθαδόνη είναι…
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Περιγραφή (GR): Μια συνθετική οπιούχος ουσία με τη μορφή υδροχλωριδικού άλατος. Είναι οπιούχος αναλγητικό, κυρίως μ-οπιοειδής αγωνιστής. Έχει δράσεις και χρήσεις παρόμοιες με αυτές της μορφίνης. Διαθέτει επίσης κατασταλτική επίδραση στο κέντρο του βήχα και μπορεί να χορηγηθεί για τον έλεγχο ανεξέλεγκτου βήχα που σχετίζεται με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα. Η μεθαδόνη χρησιμοποιείται επίσης ως μέρος της θεραπείας εξάρτησης από οπιοειδή· παρόλο που η παρατεταμένη χρήση μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση. (Από Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30th ed., σελ. 1082-1083)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Ενδείξεις (GR): Για τη θεραπεία του ξηρού βήχα, συνδρόμου απόσυρσης φαρμάκων, εξάρτησης από οπιοειδή τύπου φαρμάκου και πόνου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Φαρμακολογία (GR): Η μεθαδόνη είναι συνθετικό οπιούχο αναλγητικό με πολλαπλές δράσεις ποιοτικά παρόμοιες με αυτές της μορφίνης, οι πλέον σημαντικές αφορούν το κεντρικό νευρικό σύστημα και όργανα που αποτελούνται από λείες μύες. Ωστόσο, η μεθαδόνη είναι πιο δραστική και πιο τοξική από τη μορφίνη. Η μεθαδόνη ενδείκνυται για ανακούφιση σοβαρού πόνου, για αποτοξίνωση από ναρκωτικά και για προσωρινή συντήρηση της ναρκωτικής εξάρτησης. Οι κύριες ενέργειες θεραπευτικής αξίας είναι αναλγησία και καταστολή, καθώς και αποτοξίνωση ή προσωρινή συντήρηση σε εξάρτηση από οπιοειδή. Το σύνδρομο αποχής από μεθαδόνη, παρόμοιο ποιοτικά με της μορφίνης, διαφέρει στο ότι η έναρξη είναι βραδύτερη, η πορεία μακροχρόνια και τα συμπτώματα λιγότερο σοβαρά.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Μηχανισμός δράσης (GR): Η μεθαδόνη είναι μ-αγωνιστής· συνθετικό οπιούχο αναλγητικό με πολλαπλές δράσεις ποιοτικά παρόμοιες με αυτές της μορφίνης, οι πλέον σημαντικές αφορούν το κεντρικό νευρικό σύστημα και όργανα που αποτελούνται από λείες μύες. Οι κύριες θεραπευτικές χρήσεις είναι για αναλγησία και αποτοξίνωση ή συντήρηση σε εξάρτηση από οπιοειδή. Το σύνδρομο αποχής από μεθαδόνη, αν και παρόμοιο με της μορφίνης, διαφέρει ως προς την έναρξη (βραδύτερη), την πορεία (μεγαλύτερη) και τα συμπτώματα (λιγότερο σοβαρά).
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Απορρόφηση (GR): Καλά απορροφάται μετά από περιφερειακή χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα της μεθαδόνης κυμαίνεται μεταξύ 36% και 100%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Μισός χρόνος ζωής (GR): 24-36 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Δέσμευση πρωτεϊνών (GR): Στο πλάσμα, η μεθαδόνη είναι κυρίως συνδεδεμένη στην α1-acid glycoprotein (85% έως 90%).
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης (GR): Η απέκκριση της μεθαδόνης επιτυγχάνεται μέσω εκτενούς μεταβολισμού, ακολουθούμενη από νεφρική και κοπρανώ απέκκριση. Αμεταβολισμένη μεθαδόνη και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα σε μεταβλητό βαθμό.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- Όγκος κατανομής (GR): 1.0–8.0 L/kg
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- Εκκαθάριση (GR): 1.4–126 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα / Υπερδοσολογία (GR): Σε σοβαρή υπερδοσολογία, ιδίως με ενδοφλέβια οδό χορήγησης, μπορεί να προκληθούν άπνοια, κυκλοφορική κατάρρευση, καρδιακή ανακοπή και θάνατος.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικά, οι φαρμακολογικές δράσεις της μεθαδόνης οδηγούν σε αναλγησία, καταστολή των συμπτωμάτων στέρησης οπιοειδών, καταστολή, μυίαση (μέσω σύνδεσης με υποδοχείς στους μύες της κόρης), εφίδρωση, υπόταση, βραδυκαρδία, ναυτία και έμετο (μέσω σύνδεσης εντός της ζώνης εκλυτικού ερεθίσματος των χημειοϋποδοχέων), και δυσκοιλιότητα. Όπως πολλά βασικά φάρμακα, η μεθαδόνη εισέρχεται επίσης στα μαστοκύτταρα και απελευθερώνει ισταμίνη με μη ανοσολογικό μηχανισμό, οδηγώντας σε ερυθρότητα, κνησμό και κνίδωση, τα οποία συχνά μπορεί να αποδοθούν λανθασμένα σε αλλεργική αντίδραση.
Σε σύγκριση με άλλα οπιοειδή, η μεθαδόνη έχει λιγότερους ενεργούς μεταβολίτες και, ως εκ τούτου, χαμηλότερο κίνδυνο νευροψυχιατρικής τοξικότητας. Αυτό σημαίνει ότι υψηλότερες δόσεις που απαιτούνται για τη διαχείριση σοβαρού πόνου ή εθισμού είναι λιγότερο πιθανό να οδηγήσουν σε παραλήρημα, υπεραλγησία ή επιληπτικές κρίσεις.
Παρόμοια με τη μορφίνη, και οι δύο ισομερείς της μεθαδόνης είναι ανταγωνιστές του υποδοχέα 5-HT(3), αν και η l-μεθαδόνη παράγει μεγαλύτερη αναστολή από την d-μεθαδόνη.
Τα αποτελέσματα της μεθαδόνης αντιστρέφονται από τη ναλοξόνη με τιμή pA2 παρόμοια με τον ανταγωνισμό της μορφίνης.
Εξάρτηση και Ανοχή
Όπως και με άλλα οπιοειδή, μπορεί να αναπτυχθεί ανοχή και σωματική εξάρτηση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση της μεθαδόνης και υπάρχει πιθανότητα ανάπτυξης ψυχολογικής εξάρτησης. Η σωματική εξάρτηση και η ανοχή αντικατοπτρίζουν τη νευροπροσαρμογή των οπιοειδών υποδοχέων στη χρόνια έκθεση σε ένα οπιοειδές και είναι διακριτές και ξεχωριστές από την κατάχρηση και τον εθισμό. Η ανοχή, καθώς και η σωματική εξάρτηση, μπορεί να αναπτυχθούν μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση οπιοειδών, και δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη διαταραχής εθισμού ή κατάχρησης.
Οι ασθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία θα πρέπει να μειώνουν σταδιακά το φάρμακο εάν δεν απαιτείται πλέον για τον έλεγχο του πόνου. Μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης μετά από αιφνίδια διακοπή της θεραπείας ή μετά τη χορήγηση ανταγωνιστή οπιοειδών. Μερικά από τα συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με την αιφνίδια στέρηση ενός οπιοειδούς αναλγητικού περιλαμβάνουν σωματικούς πόνους, διάρροια, ανατριχίλα, απώλεια όρεξης, ναυτία, νευρικότητα ή ανησυχία, άγχος, ρινική καταρροή, φτέρνισμα, τρόμους ή ρίγη, κράμπες στο στομάχι, ταχυκαρδία, δυσκολία στον ύπνο, ασυνήθιστη αύξηση της εφίδρωσης, αίσθημα παλμών, ανεξήγητο πυρετό, αδυναμία και χασμουρητό.
Επιδράσεις στην Καρδιακή Αγωγή
Μελέτες στο εργαστήριο, τόσο in vivo όσο και in vitro, έχουν δείξει ότι η μεθαδόνη αναστέλλει τα καρδιακά κανάλια καλίου και παρατείνει το διάστημα QT. Περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QT και σοβαρών αρρυθμιών (torsades de pointes) έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεθαδόνη. Αυτές οι περιπτώσεις φαίνεται να σχετίζονται συχνότερα με, αλλά δεν περιορίζονται σε, θεραπεία με υψηλότερες δόσεις (> 200 mg/ημέρα). Η μεθαδόνη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που διατρέχουν ήδη κίνδυνο παράτασης του διαστήματος QT (π.χ., καρδιακή υπερτροφία, ταυτόχρονη χρήση διουρητικών, υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία). Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση κατά τη χρήση μεθαδόνης σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής αγωγής, αυτούς που λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν την καρδιακή αγωγή, και σε άλλες περιπτώσεις όπου το ιστορικό ή η φυσική εξέταση υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο δυσρυθμίας.
Αναπνευστική Καταστολή και Υπερδοσολογία
Μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή, απειλητική για τη ζωή ή θανατηφόρα αναπνευστική καταστολή με τη χρήση μεθαδόνης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αναπνευστική καταστολή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της μεθαδόνης ή μετά από αύξηση της δόσης.
Η αναπνευστική καταστολή αποτελεί ιδιαίτερη ανησυχία σε ηλικιωμένους ή εξασθενημένους ασθενείς, καθώς και σε όσους πάσχουν από καταστάσεις που συνοδεύονται από υποξία ή υπερκαπνία, όταν ακόμη και μέτριες θεραπευτικές δόσεις μπορεί να μειώσουν επικίνδυνα τον πνευμονικό αερισμό. Η μεθαδόνη θα πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με καταστάσεις που συνοδεύονται από υποξία, υπερκαπνία ή μειωμένο αναπνευστικό απόθεμα, όπως: άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή πνευμονική καρδία, σοβαρή παχυσαρκία, σύνδρομο υπνικής άπνοιας, μυξοίδημα, κυφοσκολίωση, και καταστολή του ΚΝΣ ή κώμα. Σε αυτούς τους ασθενείς, ακόμη και οι συνήθεις θεραπευτικές δόσεις μεθαδόνης μπορεί να μειώσουν την αναπνευστική ώθηση, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν την αντίσταση των αεραγωγών στο σημείο της άπνοιας. Θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά, μη οπιοειδή αναλγητικά, και η μεθαδόνη να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
Βρέφη που εκτίθενται ενδομητρικά ή μέσω μητρικού γάλακτος διατρέχουν κίνδυνο απειλητικής για τη ζωή αναπνευστικής καταστολής κατά τη γέννηση ή κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Οι μέγιστες αναπνευστικές κατασταλτικές επιδράσεις της μεθαδόνης συνήθως εμφανίζονται αργότερα, και διαρκούν περισσότερο από τις μέγιστες αναλγητικές επιδράσεις της, στη βραχυπρόθεσμη χρήση. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να συμβάλλουν σε περιπτώσεις ιατρογενούς υπερδοσολογίας, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και τη ρύθμιση της δόσης.
Κάκωση Κεφαλής και Αυξημένη Ενδοκρανιακή Πίεση
Οι αναπνευστικές κατασταλτικές επιδράσεις των οπιοειδών και η ικανότητά τους να αυξάνουν την πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού μπορεί να είναι σημαντικά υπερεκτιμημένες παρουσία κάκωσης κεφαλής, άλλων ενδοκρανιακών βλαβών ή προϋπάρχουσας αύξησης της ενδοκρανιακής πίεσης. Επιπλέον, τα οπιοειδή παράγουν επιδράσεις που μπορεί να συσκοφίσουν την κλινική πορεία ασθενών με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Σε τέτοιους ασθενείς, η μεθαδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, και μόνο εάν κρίνεται απαραίτητο.
Ατελής Διασταυρούμενη Ανοχή μεταξύ Μεθαδόνης και Άλλων Οπιοειδών
Ασθενείς με ανοχή σε άλλα οπιοειδή μπορεί να έχουν ατελή ανοχή στη μεθαδόνη. Η ατελής διασταυρούμενη ανοχή αποτελεί ιδιαίτερη ανησυχία για ασθενείς με ανοχή σε άλλους µ-οπιοειδείς αγωνιστές που μετατρέπονται σε μεθαδόνη, καθιστώντας έτσι πολύπλοκο τον προσδιορισμό της δοσολογίας κατά τη μετατροπή από οπιοειδή. Έχουν αναφερθεί θάνατοι κατά τη μετατροπή από χρόνια, υψηλή δόση θεραπείας με άλλους οπιοειδείς αγωνιστές. Υψηλός βαθμός “ανοχής στα οπιοειδή” δεν εξαλείφει την πιθανότητα υπερδοσολογίας μεθαδόνης, ιατρογενούς ή άλλης.
Έχει αποδειχθεί διασταυρούμενη ανοχή μεταξύ μορφίνης και μεθαδόνης, καθώς οι σταθερές συγκεντρώσεις μεθαδόνης στο πλάσμα που απαιτούνται για αποτελεσματικότητα (C50%) ήταν υψηλότερες σε αδηφάγους αρουραίους που είχαν προηγουμένως λάβει μορφίνη, σε σύγκριση με τους μάρτυρες.
Κατάχρηση, Υπερκατανάλωση και Παράνομη Διακίνηση Οπιοειδών
Η μεθαδόνη είναι ένα µ-αγωνιστικό οπιοειδές με παρόμοια πιθανότητα κατάχρησης με τη μορφίνη. Η μεθαδόνη, όπως η μορφίνη και άλλα οπιοειδή που χρησιμοποιούνται για αναλγησία, έχει τη δυνατότητα κατάχρησης και υπόκειται σε ποινική διακίνηση.
Η μεθαδόνη μπορεί να γίνει αντικείμενο κατάχρησης με παρόμοιο τρόπο όπως άλλα οπιοειδή αγωνιστές, νόμιμα ή παράνομα. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση μεθαδόνης σε περιπτώσεις όπου ο κλινικός ιατρός ανησυχεί για αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης, υπερκατανάλωσης ή διακίνησης.
Υποτασική Επίδραση
Η χορήγηση μεθαδόνης μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση σε ασθενείς των οποίων η ικανότητα διατήρησης της φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης είναι διαταραγμένη (π.χ., σοβαρή υποογκαιμία).
Γαστρεντερικές Επιδράσεις
Η μεθαδόνη και άλλα οπιοειδή τύπου μορφίνης έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου και προκαλούν δυσκοιλιότητα. Αυτό συμβαίνει κυρίως μέσω αγωνισμού των οπιοειδών υποδοχέων στον τοίχωμα του εντέρου. Η μεθαδόνη μπορεί να συσκοφίσει τη διάγνωση ή την κλινική πορεία ασθενών με οξείες κοιλιακές παθήσεις.
Σεξουαλική Λειτουργία/Αναπαραγωγή
Η αναπαραγωγική λειτουργία σε ανθρώπους άνδρες μπορεί να μειωθεί από τη θεραπεία με μεθαδόνη. Έχουν αναφερθεί μειώσεις στον όγκο εκσπερμάτισης και στις εκκρίσεις των σπερματοδόχων κύστεων και του προστάτη σε άτομα που λαμβάνουν μεθαδόνη. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί μειώσεις στα επίπεδα τεστοστερόνης στον ορό και στην κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, καθώς και ανωμαλίες στη μορφολογία των σπερματοζωαρίων. Η μακροχρόνια χρήση οπιοειδών μπορεί να σχετίζεται με μειωμένα επίπεδα σεξουαλικών ορμονών και συμπτώματα όπως χαμηλή λίμπιντο, στυτική δυσλειτουργία ή στειρότητα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η μεθαδόνη είναι ένα συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό με πλήρη αγωνιστική δράση στον µ-οπιοειδή υποδοχέα. Ενώ ο αγωνισμός στον µ-οπιοειδή υποδοχέα είναι ο κύριος μηχανισμός δράσης για τη θεραπεία του πόνου, η μεθαδόνη δρα επίσης ως αγωνιστής των κ- και σ-οπιοειδών υποδοχέων εντός των κεντρικών και περιφερικών νευρικών συστημάτων. Ενδιαφέρον είναι ότι η μεθαδόνη διαφέρει από τη [μορφίνη] (η οποία θεωρείται το χρυσό πρότυπο αναφοράς οπιοειδές) στον ανταγωνισμό της προς τον υποδοχέα N-μεθυλ-D-ασπαρτικό (NMDA) και στην ισχυρή αναστολή της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης, η οποία πιθανώς συμβάλλει επίσης στην αντι-αντινοκεπτική της δράση.
Η μεθαδόνη χορηγείται ως ρακεμικό μίγμα 50:50 (R)- και (S)-στερεοϊσομερών, με την (R)-μεθαδόνη να επιδεικνύει ~10 φορές υψηλότερη συγγένεια και δραστικότητα για τον µ-οπιοειδή υποδοχέα από το (S) στερεοϊσομερές. Η αναλγητική δράση του ρακεμάτη οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο (R)-ισομερές, ενώ το (S)-ισομερές στερείται σημαντικής αναπνευστικής κατασταλτικής δράσης, αλλά έχει αντιβηχικές ιδιότητες.
Ενώ η μεθαδόνη μοιράζεται παρόμοιες επιδράσεις και κινδύνους με άλλα οπιοειδή όπως η [μορφίνη], η [υδρομορφόνη], η [οξυκωδόνη] και η [φαιντανύλη], έχει μια σειρά από μοναδικές φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ιδιότητες που την διαφοροποιούν από αυτά και την καθιστούν χρήσιμο παράγοντα για τη θεραπεία του εθισμού στα οπιοειδή. Για παράδειγμα, το σύνδρομο στέρησης μεθαδόνης, αν και ποιοτικά παρόμοιο με αυτό της μορφίνης, διαφέρει στο ότι η έναρξη είναι πιο αργή, η πορεία πιο παρατεταμένη και τα συμπτώματα λιγότερο σοβαρά.
Η υδροχλωρική μεθαδόνη είναι ένας µ-αγωνιστής· … . Ορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν επίσης ότι η μεθαδόνη δρα ως ανταγωνιστής στον υποδοχέα N-μεθυλ-D-ασπαρτικό (NMDA). Η συμβολή του ανταγωνισμού του υποδοχέα NMDA στην αποτελεσματικότητα της μεθαδόνης είναι άγνωστη.
Η μεθαδόνη ενεργοποιεί τους οπιοειδείς υποδοχείς για να αυξήσει μια αγωγιμότητα καλίου που διαμεσολαβείται από G-πρωτεϊνικούς συνδεδεμένους, εσωτερικά ανορθωτικούς, δίαυλους καλίου (K(IR) 3). Η μεθαδόνη επίσης αποκλείει δίαυλους K(IR) 3 και υποδοχείς NMDA. Ωστόσο, η εξάρτηση από τη συγκέντρωση και η στερεοειδική ειδικότητα της ενεργοποίησης των υποδοχέων και του αποκλεισμού των διαύλων από τη μεθαδόνη σε μεμονωμένα νευρικά κύτταρα δεν έχουν χαρακτηριστεί. Πραγματοποιήθηκαν καταγραφές ενδοκυτταρικής και ολικής κύτταρης χρήσης μικροσκοπικών τομών νευρώνων locus coeruleus και εξετάστηκε η ενεργοποίηση των µ-οπιοειδών υποδοχέων και ο αποκλεισμός των διαύλων K(IR) 3 και NMDA με l- και d-μεθαδόνη. Η δραστικότητα της l-μεθαδόνης, μετρημένη από το πλάτος της υπερπόλωσης, ήταν 16,5 φορές υψηλότερη από ό,τι με την d-μεθαδόνη. Μέγιστη υπερπόλωση προκλήθηκε και από τα δύο ενάντια (~30 mV), ωστόσο, το μέγιστο εξερχόμενο ρεύμα που μετρήθηκε με καταγραφή τάσης-χωρητικότητας ολικής κύτταρης ήταν μικρότερο από το ρεύμα που προκλήθηκε από Met ενκεφαλίνη. Η αγωγιμότητα K(IR) 3 που προκλήθηκε από την ενεργοποίηση των α(2) -αδρενοϋποδοχέων μειώθηκε με υψηλές συγκεντρώσεις l- και d-μεθαδόνης (10-30 uM). Επιπλέον, η μεθαδόνη απέκλεισε την εσωτερικά ανορθωτική αγωγιμότητα ηρεμίας (K(IR) ). Τόσο η l- όσο και η d-μεθαδόνη απέκλεισαν το ρεύμα που εξαρτάται από τον υποδοχέα NMDA. Ο αποκλεισμός του ρεύματος που εξαρτάται από τον υποδοχέα NMDA ήταν εξαρτώμενος από την τάση, υποδηλώνοντας ότι η μεθαδόνη λειτούργησε ως αποκλειστής διαύλων. Η μεθαδόνη ενεργοποίησε τους µ-οπιοειδείς υποδοχείς σε χαμηλές συγκεντρώσεις με στερεοειδική ειδικότητα. Ο αποκλεισμός των διαύλων υποδοχέων K(IR) 3 και NMDA δεν ήταν στερεοειδικά ειδικός και απαιτούσε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις. Η διαφορά στο εύρος των συγκεντρώσεων υποδηλώνει ότι η ενεργοποίηση των µ-οπιοειδών υποδοχέων, αντί των ιδιοτήτων αποκλεισμού διαύλων, διαμεσολαβεί τόσο τις θεραπευτικές όσο και τις τοξικές δράσεις της μεθαδόνης.
Οπιοειδής αγωνιστής, αναλγητικό. Η δράση της μεθαδόνης είναι να συνδέεται με τους µ-οπιοειδείς και τους κ-οπιοειδείς υποδοχείς στα νεύρα και να αναστέλλει την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών που εμπλέκονται στη μετάδοση των ερεθισμάτων πόνου (όπως η Ουσία P). Η μεθαδόνη μπορεί επίσης να ανταγωνίζεται τους υποδοχείς NMDA (n-μεθυλ D-ασπαρτικό), γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην αναλγητική δράση, να μειώσει τις δυσμενείς επιδράσεις του ΚΝΣ και να αναστείλει την ανοχή. …
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η μεθαδόνη είναι ένα από τα πιο λιπόφιλα οπιοειδή και απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από από του στόματος χορήγηση μεθαδόνης, η βιοδιαθεσιμότητα κυμαίνεται από 36-100%, με σημαντική διατομική διακύμανση. Μπορεί να ανιχνευθεί στο αίμα εντός 15-45 λεπτών μετά τη χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται μεταξύ 1 έως 7,5 ωρών. Μια δεύτερη κορυφή παρατηρείται περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση και πιθανώς οφείλεται στην εντεροηπατική κυκλοφορία.
Δεν είναι γνωστή η αναλογική προς τη δόση φαρμακοκινητική της μεθαδόνης.
Μετά τη χορήγηση ημερήσιων από του στόματος δόσεων που κυμαίνονταν από 10 έως 225 mg, οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα κυμαίνονταν μεταξύ 65 έως 630 ng/mL και οι μέγιστες συγκεντρώσεις μεταξύ 124 έως 1255 ng/mL. Η επίδραση των τροφίμων στη βιοδιαθεσιμότητα της μεθαδόνης δεν έχει αξιολογηθεί.
Παρατηρείται πιο αργή απορρόφηση σε χρήστες οπιοειδών σε σύγκριση με υγιή άτομα, γεγονός που μπορεί να αντικατοπτρίζει τη φαρμακολογική επίδραση των οπιοειδών στην επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης και κινητικότητας.
Λόγω της μεγάλης διατομικής διακύμανσης στη φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική της μεθαδόνης, η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή. Βρέθηκε διατομική διακύμανση έως και 17 φορές στις συγκεντρώσεις μεθαδόνης στο αίμα για μια δεδομένη δοσολογία, πιθανώς εν μέρει λόγω της ατομικής ποικιλομορφίας στη λειτουργία των ενζύμων CYP. Υπάρχει επίσης μεγάλη διακύμανση στη φαρμακοκινητική μεταξύ των εναντιομερών της μεθαδόνης, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τη φαρμακοκινητική ερμηνεία και μελέτη.
Η απέκκριση της μεθαδόνης πραγματοποιείται μέσω εκτεταμένου βιομετασχηματισμού, ακολουθούμενη από νεφρική και κοπρανώδη απέκκριση. Η αμετάβλητη μεθαδόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα σε μεταβλητό βαθμό.
Λόγω διατομικών διαφορών στη φαρμακοκινητική, οι εκτιμήσεις του όγκου κατανομής της μεθαδόνης κυμαίνονται από 189-470 L, με επίσημες μονογραφίες να τον αναφέρουν μεταξύ 1,0-8,0 L/kg. Καθώς αυτό είναι υψηλότερο από τους φυσιολογικούς όγκους του συνολικού σωματικού ύδατος, η μεθαδόνη κατανέμεται εκτενώς στο σώμα, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, του εντέρου, των νεφρών, του ήπατος, των μυών και των πνευμόνων. Μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μελέτη διαπίστωσε ότι το φύλο και το βάρος του ατόμου εξηγούσαν περίπου το 33% της διακύμανσης στον φαινόμενο όγκο κατανομής της μεθαδόνης. Η μεθαδόνη ανιχνεύεται σε εκκρίσεις σάλιου, ιδρώτα, μητρικού γάλακτος, αμνιακού υγρού και πλάσματος ομφάλιου λώρου. Η συγκέντρωση στο αίμα του ομφάλιου λώρου είναι περίπου η μισή από τα μητρικά επίπεδα.
Λόγω διατομικών διαφορών στη φαρμακοκινητική, οι εκτιμήσεις της κάθαρσης της μεθαδόνης κυμαίνονται από 5,9–13 L/h, με εγκεκριμένες μονογραφίες να την αναφέρουν μεταξύ 1,4 έως 126 L/h.
/ΓΑΛΑ/
Αν και η συντήρηση με μεθαδόνη δεν αποτελεί αντένδειξη για θηλασμό, είναι καλύτερο να αποφεύγεται ο θηλασμός 3-4 ώρες μετά τη δόση, όταν επιτυγχάνονται οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα. Αναφέρθηκε ένας θάνατος σε υποσιτισμένο βρέφος 5 εβδομάδων, η μητέρα του οποίου έπαιρνε μεθαδόνη συντήρησης. Η μεθαδόνη ανιχνεύθηκε στο βρέφος κατά τη νεκροψία, αλλά δεν είναι σαφές ποιο ρόλο έπαιξε το φάρμακο στον θάνατο του βρέφους.
Σε άλογα, η από του στόματος χορηγούμενη μεθαδόνη φαίνεται να απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση, αλλά η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 3 φορές χαμηλότερη όταν χορηγείται ενδογαστρικά. Η P-γλυκοπρωτεΐνη μπορεί να παίζει ρόλο στη χαμηλή εντερική απορρόφηση της μεθαδόνης in vivo.
Σε γάτες, μετά τη χορήγηση μεθαδόνης IV (0,3 mg/kg) ή μέσω στοματικής διαμεταστικής χορήγησης (OTM) (0,6 mg/kg), οι μέγιστες συγκεντρώσεις εμφανίστηκαν στα 10 λεπτά (IV) και στις 2 ώρες (OTM).
Η θεραπεία διαταραχών χρήσης οπιοειδών με μεθαδόνη περιπλέκεται από την ευρεία διατομική μεταβλητότητα στη φαρμακοκινητική. Για να προσδιοριστούν οι πιθανές συνεισφορές μεταβλητών στη φαρμακοκινητική της μεθαδόνης, χρησιμοποιήθηκε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μοντελοποίηση για την εκτίμηση της κάθαρσης (CL/F) και του όγκου κατανομής (V/F) για κάθε μεθαδονικό ενάντιο σε μια εθνοτικά ποικιλόμορφη πληθυσμιακή ομάδα που λάμβανε συντήρηση με μεθαδόνη. Μετρήθηκαν τα επίπεδα πλάσματος της οπιοειδώς ενεργής R-μεθαδόνης και της οπιοειδώς ανενεργής S-μεθαδόνης σε 206 άτομα που λάμβαναν συντήρηση με μεθαδόνη, περίπου δύο και είκοσι τρεις ώρες μετά από ημερήσια από του στόματος δόση rac-μεθαδόνης. Ένα γραμμικό μοντέλο πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής ενός διαμερίσματος με εκτίμηση πρώτης τάξης υπό συνθήκη με αλληλεπίδραση (FOCE-I) χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση των CL/F και V/F της μεθαδόνης. Η επίδραση των συνδιαβλητών στις εκτιμήσεις παραμέτρων αξιολογήθηκε με χρήση μοντελοποίησης συνδιαβλητών κατά βήματα. Οι συνδιαβλητές περιλάμβαναν εθνικότητα, φύλο, βάρος, ΔΜΣ, ηλικία, δόση μεθαδόνης και 21 μονονουκλεοτιδικές πολυμορφίες σε γονίδια που σχετίζονται με τη φαρμακοκινητική της μεθαδόνης. Στο τελικό μοντέλο, για κάθε ενάντιο, η εθνικότητα Hmong μείωσε το CL/F κατά περίπου 30% και ο γονότυπος GG του rs2032582 (ABCB1 2677G>T/A) συσχετίστηκε με μείωση 20% στο CL/F. Η παρουσία του ελάσσονος αλληλόμορφου rs3745274 (CYP2B6 515G>T) μείωσε το CL/F έως και 20% μόνο για την S-μεθαδόνη. Μια μικρότερη επίδραση της ηλικίας σημειώθηκε στο CL/F για την R-μεθαδόνη. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά που δείχνει την επίδραση των παραλλαγών rs2032582 και rs3745274 στη φαρμακοκινητική της μεθαδόνης, αντί απλώς των απαιτήσεων δόσης ή των επιπέδων στο πλάσμα. Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική είναι μια πολύτιμη μέθοδος για τον προσδιορισμό των επιδράσεων στη μεταβλητότητα της φαρμακοκινητικής της μεθαδόνης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Μεθαδόνη (14 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η μεθαδόνη υφίσταται αρκετά εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου. Τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, κυρίως CYP3A4, CYP2B6, και CYP2C19, και σε μικρότερο βαθμό CYP2C9, CYP2C8, και CYP2D6, είναι υπεύθυνα για τη μετατροπή της μεθαδόνης σε EDDP (2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνη) και άλλους ανενεργούς μεταβολίτες, οι οποίοι απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Η μεθαδόνη πρώτα υφίσταται N-απομεθυλίωση, σχηματίζοντας μια εξαιρετικά ασταθή ένωση που μετατρέπεται αυθόρμητα σε EDDP μέσω κυκλοποίησης και αφυδάτωσης. Το EDDP στη συνέχεια μετατρέπεται σε 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλ-1-πυρρολίνη (EDMP). Τόσο το EDDP όσο και το EDMP είναι ανενεργά.
Τα ισοένζυμα CYP επιδεικνύουν επίσης διαφορετικές συγγένειες για τον μεταβολισμό των διαφορετικών στερεοϊσομερών της μεθαδόνης: CYP2C19, CYP3A7, και CYP2C8 μεταβολίζουν προτιμησιακά την (R)-μεθαδόνη, ενώ οι CYP2B6, CYP2D6, και CYP2C18 μεταβολίζουν προτιμησιακά την (S)-μεθαδόνη. Το CYP3A4 δεν έχει προτίμηση για στερεοϊσομερή.
Οι μονονουκλεοτιδικές πολυμορφίες (SNPs) εντός των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 μπορούν να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της μεθαδόνης και να συμβάλουν στη διατομική διακύμανση στην απόκριση στη θεραπεία με μεθαδόνη. Ιδιαίτερα, οι πολυμορφισμοί του CYP2B6 έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν την ατομική απόκριση στη μεθαδόνη, καθώς είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας που εμπλέκεται στην N-απομεθυλίωση της μεθαδόνης, την κάθαρση, και τους μεταβολικούς λόγους [μεθαδόνης]/[EDDP]. Οι SNPs CYP2B66, 9, 11, CYP2C192, 3, CYP3A41B, και CYP3A53 οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις μεθαδόνης στο πλάσμα, μειωμένη N-απομεθυλίωση, και μειωμένη κάθαρση μεθαδόνης, ενώ οι ομόζυγοι φορείς του CYP2B66/*6 επιδεικνύουν μειωμένο μεταβολισμό και κάθαρση της μεθαδόνης. Δείτε την ενότητα φαρμακογονιδιωματικής για περισσότερες πληροφορίες.
Οι φαρμακογονιδιωματικές επιδράσεις στα ένζυμα CYP μπορεί να είναι σημαντικές, καθώς ο μακρύς χρόνος ημίσειας ζωής της μεθαδόνης μπορεί να οδηγήσει σε ορισμένα άτομα να έχουν υψηλότερα από το φυσιολογικό θεραπευτικά επίπεδα, θέτοντάς τα σε κίνδυνο για παρενέργειες σχετιζόμενες με τη δόση. Για παράδειγμα, τα αυξημένα επίπεδα (R)-μεθαδόνης μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο αναπνευστικής καταστολής, ενώ τα αυξημένα επίπεδα (S)-μεθαδόνης μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο σοβαρών καρδιακών αρρυθμιών λόγω παρατεταμένου διαστήματος QTc.
… Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου/μεταβολίτη και οι λόγοι της μεθαδόνης προς δύο από τους μεταβολίτες της (2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνη· και 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολίνη) στο περιφερικό αίμα και στον ηπατικό ιστό μετά θάνατον με υγρή χρωματογραφία/φασματομετρία μάζας τάντεμ /προσδιορίστηκαν/. Οι αναλύσεις χρησιμοποίησαν εσωτερικά πρότυπα με δευτέριο και τεχνικές παρακολούθησης πολλαπλών αντιδράσεων (MRM). Η γραμμική περιοχή ανάλυσης ήταν 0,01-2,0 mg/L για κάθε αναλύτη. Η μεθαδόνη, η 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνη και η 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολίνη προσδιορίστηκαν σε ήπαρ και περιφερικό αίμα από 46 περιπτώσεις θετικών σε μεθαδόνη. Η μεθαδόνη και η 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνη ανιχνεύθηκαν σε όλα τα δείγματα, είτε αίμα είτε ήπαρ. Η 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολίνη ανιχνεύθηκε μόνο στο ήπαρ, και μόνο σε 17 περιπτώσεις, σε συγκεντρώσεις πολύ χαμηλότερες από αυτές της 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνης. Οι συγκεντρώσεις μεθαδόνης και 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνης σε αίμα και ήπαρ από περιπτώσεις θετικών σε 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολίνη ήταν σε περιοχές υψηλότερες, αλλά επικαλυπτόμενες, από τις συγκεντρώσεις σε αίμα και ήπαρ από περιπτώσεις αρνητικών σε 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολίνη. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι, παρόλο που η μεθαδόνη απομεθυλιώνεται και κυκλοποιείται εύκολα σε 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνη in vivo, η μετατροπή σε 2-αιθυλ-5-μεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολίνη μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική και η συσσώρευσή της σε μεταθανάτιους ιστούς μπορεί να είναι εξαιρετικά ατομική.
Η μεθαδόνη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως από το ισοένζυμο 3A4 του κυτοχρώματος P-450 στο ήπαρ ή/και στο έντερο, αν και άλλα ισοένζυμα, όπως οι CYP2B6, CYP1A2, και CYP2D6, μπορεί επίσης να εμπλέκονται. Το φάρμακο υφίσταται N-απομεθυλίωση σε έναν ανενεργό μεταβολίτη, την 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδένη (EDDP), και άλλους μεταβολίτες με μικρή ή καθόλου φαρμακολογική δράση. Αν και η μεθαδόνη φαίνεται να είναι υπόστρωμα του συστήματος μεταφοράς P-γλυκοπρωτεΐνης, η φαρμακοκινητική της δεν φαίνεται να επηρεάζεται σημαντικά από τον πολυμορφισμό ή την αναστολή της P-γλυκοπρωτεΐνης.
Ο μεταβολισμός γίνεται μέσω ηπατικής N-απομεθυλίωσης από CYP3A4, με απέκκριση του μητρικού φαρμάκου (21%) και των μεταβολιτών στα ούρα. Μικρότερες ποσότητες ανιχνεύονται επίσης στη χολή, τα κόπρανα και τον ιδρώτα.
Στόχος αυτής της μελέτης ήταν ο προσδιορισμός του ενζύμου που μεταβολίζει τη μεθαδόνη σε πλακούντες πρόωρων νεογνών. Λήφθηκαν μικροσωμικά κλάσματα από πρόωρους (17 έως 34 εβδομάδων) πλακούντες (36 συνολικά· 12 ανά ομάδα ηλικίας κύησης) και προσδιορίστηκε η δραστηριότητά τους στο μεταβολισμό της μεθαδόνης σε 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρρολιδίνη (EDDP). Το ένζυμο που καταλύει την αντίδραση προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας χημικούς αναστολείς επιλεκτικούς για διάφορα ισοένζυμα κυτοχρώματος P450 και μονοκλωνικά αντισώματα που παρασκευάστηκαν εναντίον τους. Ο μεταβολισμός της μεθαδόνης από μικροσωμάτια αποκάλυψε κινητική κορεσμού. Η μεθαδόνη N-απομεθυλιώθηκε σε EDDP από την αρωματάση. Η συγγένεια της μεθαδόνης με την αρωματάση (φαινομενικό Km) δεν άλλαξε με την κύηση, αλλά η δραστηριότητα του ενζύμου (Vmax) αυξήθηκε και διέφερε ευρέως μεταξύ μεμονωμένων πλακούντων. Η αρωματάση/CYP19 είναι το πλακουντιακό ένζυμο που μεταβολίζει τη μεθαδόνη κατά τη διάρκεια της κύησης. Η διακύμανση στη δραστηριότητα του ενζύμου μεταξύ των ατόμων θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στη συγκέντρωση της μεθαδόνης στην εμβρυϊκή κυκλοφορία και μπορεί να είναι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την επίπτωση και την ένταση του νεογνικού συνδρόμου στέρησης.
Η μεθαδόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 2-αιθυλιδενο-1,5-διμεθυλ-3,3-διφαινυλπυρολίνη.
Ηπατικό. Τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, κυρίως CYP3A4, CYP2B6, και CYP2C19, και σε μικρότερο βαθμό CYP2C9 και CYP2D6, είναι υπεύθυνα για τη μετατροπή της μεθαδόνης σε EDDP και άλλους ανενεργούς μεταβολίτες, οι οποίοι απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Οδός Απέκκρισης: Η απέκκριση της μεθαδόνης πραγματοποιείται μέσω εκτεταμένου βιομετασχηματισμού, ακολουθούμενη από νεφρική και κοπρανώδη απέκκριση.
Η αμετάβλητη μεθαδόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα ούρα σε μεταβλητό βαθμό.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Λόγω διατομικών διαφορών στη φαρμακοκινητική, οι εκτιμήσεις του χρόνου ημίσειας ζωής της μεθαδόνης κυμαίνονται από 15–207 ώρες, με επίσημες μονογραφίες να τις αναφέρουν μεταξύ 7-59 ωρών.
Σε κατσίκες, η μεθαδόνη έχει υψηλή βιοδιαθεσιμότητα μετά από SC χορήγηση· ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 1,5 ώρα.
Η μεθαδόνη απεκκρίνεται ταχέως (χρόνος ημίσειας ζωής περίπου 1 ώρα) σε άλογα.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 1,75-4 ώρες σε σκύλους … . Με SC χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι πιο κοντά στις 11 ώρες, αλλά υπήρχε μεγάλη διατομική διακύμανση.
Σε κλινικές μελέτες, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μεθαδόνης κυμάνθηκε από 8-59 ώρες. Στην κλινική χρήση, ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης της μεθαδόνης ποικίλλει σημαντικά, κυμαινόμενος από 9-87 ώρες σε μετεγχειρητικούς ασθενείς, από 8,5-75 ώρες σε ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή, και έως 120 ώρες σε εξωτερικούς ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για χρόνιο κακοήθη πόνο. Σε μια μελέτη σε 5 ασθενείς που λάμβαναν 100 ή 120 mg υδροχλωρικής μεθαδόνης ημερησίως για θεραπεία συντήρησης εθισμού στα οπιοειδή, το φάρμακο είχε φαινόμενο χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα 13-47 ώρες, με μέσο όρο 25 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης σε σταθερή κατάσταση είναι 23 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν σε ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
Παράγοντες που καταστέλλουν τον βήχα. Δρουν κεντρικά στο κέντρο του βήχα του προμήκη. Οι ΑΝΑΡΡΕΥΝΤΕΣ, που χρησιμοποιούνται επίσης στη θεραπεία του βήχα, δρουν τοπικά.
Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκλητό ύπνο (ΣΤΥΠΩΣΗ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα ΟΠΙΟΥ ή ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί επαγωγείς ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
UC6VBE7V1Z
ΜΕΘΑΔΟΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Πλήρεις Οπιοειδείς Αγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Οπιοειδής Αγωνιστής
Η μεθαδόνη είναι Οπιοειδής Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της μεθαδόνης είναι ως Πλήρης Οπιοειδής Αγωνιστής.
ΜΕΘΑΔΟΝΗ
Πλήρεις Οπιοειδείς Αγωνιστές [MoA]· Οπιοειδής Αγωνιστής [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν σε ΟΠΙΟΕΙΔΕΙΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
Παράγοντες που καταστέλλουν τον βήχα. Δρουν κεντρικά στο κέντρο του βήχα του προμήκη. Οι ΑΝΑΡΡΕΥΝΤΕΣ, που χρησιμοποιούνται επίσης στη θεραπεία του βήχα, δρουν τοπικά.
Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκλητό ύπνο (ΣΤΥΠΩΣΗ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα ΟΠΙΟΥ ή ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί επαγωγείς ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.