NETILMICIN
Νετιλμικίνη
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη. Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 5.1.6
Aμινογλυκοσίδες
expand_more
Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο “post antibiotic effect” (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.15). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ’αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες δια της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών, ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η Νετιλμικίνη είναι ένα ημισυνθετικό παράγωγο 1-Ν-αιθυλίου της σισομυκίνης, ένα αμινογλυκοσιδικό αντιβιοτικό με δράση παρόμοια με της γενταμυκίνης, αλλά με λιγότερη ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότητα. [PubChem]
Η Νετιλμικίνη αναστέλλει την πρωτεϊνοσύνθεση σε ευαίσθητους οργανισμούς, δεσμευόμενη στην βακτηριακή υπομονάδα 30S του ριβοσώματος και παρεμβαίνοντας στην πρόσδεση του mRNA και στη θέση tRNA δέκτη. Η βακτηριοκτόνος δράση της νετιλμικίνης δεν είναι πλήρως κατανοητή.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία βακτηριαιμίας, σηψαιμίας, λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος, λοιμώξεων δέρματος και μαλακών μορίων, εγκαυμάτων, τραυμάτων και περιεγχειρητικών λοιμώξεων που προκαλούνται από ευαίσθητα στελέχη.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η Νετιλμικίνη είναι ένα ημισυνθετικό, υδατοδιαλυτό αντιβιοτικό της ομάδας των αμινογλυκοσιδών, που παράγεται από τη ζύμωση του Micromonospora inyoensis, ενός είδους ακτινομύκητα. Τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά είναι χρήσιμα κυρίως σε λοιμώξεις που αφορούν αερόβια, Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Pseudomonas, Acinetobacter και Enterobacter. Είναι δραστικό σε χαμηλές συγκεντρώσεις έναντι μιας ευρείας ποικιλίας παθογόνων βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένων των Escherichia coli, βακτηρίων της ομάδας Klebsiella-Enterobacter-Serratia, Citrobacter sp., Proteus sp. (ινδόλης-θετικό και ινδόλης-αρνητικό), συμπεριλαμβανομένων των Proteus mirabilis, P. morganii, P. rettgrei, P. vulgaris, Pseudomonas aeruginosa και Neisseria gonorrhoea.
Η Νετιλμικίνη είναι επίσης δραστική in vitro έναντι απομονωμάτων των Hemophilus influenzae, Salmonella sp., Shigella sp. και έναντι παραγωγών και μη παραγωγών πενικιλλινάσης Staphylococcus, συμπεριλαμβανομένων των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη στελεχών. Ορισμένα στελέχη Providencia sp., Acinetobacter sp. και Aeromonas sp. είναι επίσης ευαίσθητα στη νετιλμικίνη.
Πολλά στελέχη των παραπάνω οργανισμών που είναι ανθεκτικά σε άλλα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, όπως η καναμυκίνη, η γενταμυκίνη, η τομπραμυκίνη και η σισομυκίνη, είναι ευαίσθητα στη νετιλμικίνη in vitro. Περιστασιακά, έχουν αναγνωριστεί στελέχη που είναι ανθεκτικά στην αμικασίνη αλλά ευαίσθητα στη νετιλμικίνη.
Ο συνδυασμός νετιλμικίνης και πενικιλλίνης G έχει συνεργιστική βακτηριοκτόνο δράση έναντι των περισσότερων στελεχών Streptococcus faecalis (εντερόκοκκος). Η συνδυασμένη δράση της νετιλμικίνης και της καρβενικιλλίνης ή της τικαρκιλλίνης είναι συνεργιστική για πολλά στελέχη Pseudomonas aeruginosa.
Επιπλέον, πολλά απομονώματα Serratia, τα οποία είναι ανθεκτικά σε πολλαπλά αντιβιοτικά, αναστέλλονται από συνεργιστικούς συνδυασμούς νετιλμικίνης με καρβενικιλλίνη, αζλοσιλλίνη, μεζλοσιλλίνη, κεφαμανδόλη, κεφοταξίμη ή μοξαλακτάμη.
Τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά είναι κυρίως αναποτελεσματικά έναντι αναερόβιων βακτηρίων, μυκήτων και ιών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά, όπως η νετιλμικίνη, δεσμεύονται “μη αναστρέψιμα” σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες της υπομονάδας 30S και στο 16S rRNA. Συγκεκριμένα, η νετιλμικίνη δεσμεύεται σε τέσσερα νουκλεοτίδια του 16S rRNA και ένα μόνο αμινοξύ της πρωτεΐνης S12. Αυτό παρεμβαίνει στην περιοχή αποκωδικοποίησης στην περιοχή του νουκλεοτιδίου 1400 στο 16S rRNA της υπομονάδας 30S. Αυτή η περιοχή αλληλεπιδρά με την γουαλο-βάση (wobble base) στο αντικωδικόνιο του tRNA. Αυτό οδηγεί σε παρεμβολή στο σύμπλεγμα έναρξης, εσφαλμένη ανάγνωση του mRNA, με αποτέλεσμα την εισαγωγή λανθασμένων αμινοξέων στην πολυπεπτιδική αλυσίδα, οδηγώντας σε μη λειτουργικές ή τοξικές πεπτιδικές αλυσίδες, και στη διάσπαση των πολυσωμάτων σε μη λειτουργικά μονοσωμάτα, αφήνοντας το βακτήριο ανίκανο να συνθέσει πρωτεΐνες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή του.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Ταχεία και πλήρης απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή (IM) χορήγηση, με τα μέγιστα επίπεδα στον ορό να επιτυγχάνονται εντός 30-60 λεπτών.
Τα αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά απορροφώνται ελάχιστα από του στόματος. Η τοπική απορρόφηση είναι επίσης χαμηλή, εκτός εάν υπάρχει σοβαρή δερματική βλάβη.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2.5 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Συσχέτιση με Πρωτεΐνες
Η δέσμευση με πρωτεΐνες είναι χαμηλή και εξαρτάται από τις συνθήκες δοκιμής (κυρίως τη συγκέντρωση των κατιόντων στο μέσο δοκιμής).
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Οι αμινογλυκοσίδες απεκκρίνονται κυρίως αμετάβλητες μέσω των νεφρών.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Η Νετιλμικίνη έχει νεφροτοξικό και ωτοτοξικό δυναμικό.
Νεφροτοξικότητα: Εμφανίζεται μέσω συσσώρευσης του φαρμάκου στα εγγύς εσπειραμένα σωληνάρια των νεφρών, οδηγώντας σε κυτταρική βλάβη. Τα σωληναριακά κύτταρα ενδέχεται να αναγεννηθούν παρά τη συνεχή έκθεση και η νεφροτοξικότητα είναι συνήθως ήπια και αναστρέψιμη. Η Νετιλμικίνη είναι λιγότερο νεφροτοξική από τη νεομυκίνη, τη γενταμυκίνη, την τομπραμυκίνη και την αμικασίνη, πιθανώς λόγω μειωμένου αριθμού κατιονικών αμινομάδων στη δομή της.
Ωτοτοξικότητα: Εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μη αναστρέψιμης βλάβης των τριχωτών κυττάρων της κοχλίας ή/και της κορυφής των αμπουλαρίων ακρολοφιών στο αιθουσαίο σύμπλεγμα, που προκαλείται από τη συσσώρευση του φαρμάκου στο ενδολέμφο και το περιλέμφο του έσω ωτός. Η ωτοτοξικότητα φαίνεται να συσχετίζεται με τη συνολική έκθεση και μπορεί να είναι αθροιστική με περαιτέρω δόσεις αμινογλυκοσιδικών ή άλλων ωτοτοξικών φαρμάκων (π.χ. σισπλατίνη, φουροσεμίδη). Η απώλεια ακοής υψηλών συχνοτήτων ακολουθείται από απώλεια ακοής χαμηλών συχνοτήτων, η οποία μπορεί να ακολουθηθεί από οπισθοδρομική εκφύλιση του ακουστικού νεύρου.
Η αιθουσαία τοξικότητα μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο, ναυτία και έμετο, ζάλη και απώλεια ισορροπίας.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η νετιλμικίνη είναι ένα ημισυνθετικό, υδατοδιαλυτό αντιβιοτικό της ομάδας των αμινογλυκοσιδών, που παράγεται από τη ζύμωση του Micromonospora inyoensis, ενός είδους ακτινομύκητα. Τα αμινογλυκοσίδια είναι χρήσιμα κυρίως σε λοιμώξεις που αφορούν αερόβια, Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Pseudomonas, Acinetobacter και Enterobacter. Είναι δραστική σε χαμηλές συγκεντρώσεις κατά μιας ευρείας ποικιλίας παθογόνων βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένων των Escherichia coli, βακτηρίων της ομάδας Klebsiella-Enterobacter-Serratia, Citrobacter sp., Proteus sp. (ινδολο-θετικών και ινδολο-αρνητικών), συμπεριλαμβανομένων των Proteus mirabilis, P. morganii, P. rettgrei, P. vulgaris, Pseudomonas aeruginosa και Neisseria gonorrhoea. Η νετιλμικίνη είναι επίσης δραστική in vitro κατά απομονωμάτων των Hemophilus influenzae, Salmonella sp., Shigella sp. και κατά παραγωγών πενικιλλινάσης και μη παραγωγών πενικιλλινάσης Staphylococcus, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη. Ορισμένα στελέχη των Providencia sp., Acinetobacter sp. και Aeromonas sp. είναι επίσης ευαίσθητα στη νετιλμικίνη. Πολλά στελέχη των παραπάνω οργανισμών που αποδεικνύονται ανθεκτικά σε άλλα αμινογλυκοσίδια, όπως η καναμυκίνη, η γενταμικίνη, η τομπραμυκίνη και η σισομικίνη, είναι ευαίσθητα στη νετιλμικίνη in vitro. Περιστασιακά, έχουν αναγνωριστεί στελέχη που είναι ανθεκτικά στην αμικασίνη αλλά ευαίσθητα στη νετιλμικίνη. Ο συνδυασμός νετιλμικίνης και πενικιλλίνης G έχει συνεργιστική βακτηριοκτόνο δράση κατά των περισσότερων στελεχών Streptococcus faecalis (εντερόκοκκος). Η συνδυασμένη δράση της νετιλμικίνης και της καρβενικιλλίνης ή της τικαρκικιλλίνης είναι συνεργιστική για πολλά στελέχη Pseudomonas aeruginosa. Επιπλέον, πολλά απομονώματα Serratia, τα οποία είναι ανθεκτικά σε πολλαπλές αντιβιοτικές ουσίες, αναστέλλονται από συνεργιστικούς συνδυασμούς νετιλμικίνης με καρβενικιλλίνη, αζλοκιλλίνη, μεζλοκιλλίνη, σεφαμανδόλη, κεφοταξίμη ή μοξαλακτάμη. Τα αμινογλυκοσίδια είναι κυρίως αναποτελεσματικά κατά αναερόβιων βακτηρίων, μυκήτων και ιών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα αμινογλυκοσίδια όπως η νετιλμικίνη “μη αναστρέψιμα” συνδέονται με ειδικές πρωτεΐνες της 30S-υπομονάδας και 16S rRNA. Συγκεκριμένα, η νετιλμικίνη συνδέεται με τέσσερα νουκλεοτίδια της 16S rRNA και ένα μόνο αμινοξύ της πρωτεΐνης S12. Αυτό παρεμβαίνει στο κωδικοποιητικό σημείο στην περιοχή του νουκλεοτιδίου 1400 στην 16S rRNA της 30S υπομονάδας. Αυτή η περιοχή αλληλεπιδρά με τη βάση wobble στο αντικώδικα του tRNA. Αυτό οδηγεί σε παρεμβολή στο σύμπλοκο έναρξης, λανθασμένη ανάγνωση του mRNA, με αποτέλεσμα την εισαγωγή λανθασμένων αμινοξέων στην πολυπεπτιδική αλυσίδα, οδηγώντας σε μη λειτουργικά ή τοξικά πεπτίδια και στη διάσπαση των πολυσωμάτων σε μη λειτουργικά μονοσωμάτια, αφήνοντας το βακτήριο ανίκανο να συνθέσει πρωτεΐνες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή του.
Τα αμινογλυκοσίδια δρουν συνήθως βακτηριοκτόνα. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, τα φάρμακα φαίνεται να αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών στα ευαίσθητα βακτήρια μέσω μη αναστρέψιμης σύνδεσης με τις 30S ριβοσωμικές υπομονάδες. /Αμινογλυκοσίδια/
/ΑΜΙΝΟΓΛΥΚΟΣΙΔΙΑ/ ΑΝΑΣΤΕΛΛΟΥΝ ΤΗ ΒΙΟΣΥΝΘΕΣΗ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ & ΜΕΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ. /ΑΜΙΝΟΓΛΥΚΟΣΙΔΙΑ/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Ταχεία και πλήρης απορρόφηση μετά από IM χορήγηση, με μέγιστες τιμές ορού που επιτυγχάνονται εντός 30-60 λεπτών. Τα αμινογλυκοσίδια απορροφώνται ελάχιστα από το στόμα. Η τοπική απορρόφηση είναι επίσης χαμηλή, εκτός εάν υπάρχει σοβαρή δερματική βλάβη.
Η νετιλμικίνη απορροφάται ελάχιστα από τον άθικτο γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Το φάρμακο απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά από IM χορήγηση.
Μετά την απορρόφηση, η νετιλμικίνη κατανέμεται ταχέως στους ιστούς, τα πτύελα και τα περικαρδιακά, αρθρικά και περιτοναϊκά υγρά. … κατανέμεται κυρίως στον όγκο του εξωκυττάριου υγρού… Ο όγκος κατανομής … είναι περίπου 20% του σωματικού βάρους. Το φάρμακο αναφέρεται ότι συνδέεται με πρωτεΐνες κατά 0-30%.
Η νετιλμικίνη διαπερνά τον πλακούντα και έχει ανιχνευθεί σε αίμα ομφαλίου λώρου. Μικρές ποσότητες του φαρμάκου κατανέμονται στο γάλα.
…δεν μεταβολίζεται και απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης. Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το 74% μιας δόσης 2 mg/kg νετιλμικίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο εντός 24 ωρών: σε ενήλικες με κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ή 10-30 mL/min ή σε αναιφρικούς ενήλικες, το 55, 25 ή 15% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών, αντίστοιχα.
Η νετιλμικίνη απομακρύνεται με αιμοδιάλυση. Το φάρμακο απομακρύνεται επίσης με περιτοναϊκή διάλυση, αλλά λιγότερο αποτελεσματικά από την αιμοδιάλυση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση με πρωτεΐνες είναι χαμηλή και εξαρτάται από τις συνθήκες του τεστ (κυρίως τη συγκέντρωση των κατιόντων στο μέσο του τεστ).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολικής μετατροπής, τυπικά το 80% ανακτάται στα ούρα εντός 24 ωρών.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2.5 ώρες
Ο χρόνος ημίσειας ζωής κάθαρσης πλάσματος της νετιλμικίνης είναι περίπου 2-2.5 ώρες μετά από IV ή IM χορήγηση εφάπαξ δόσης σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό αναφέρεται ότι είναι 18 ώρες σε ενήλικες με κάθαρση κρεατινίνης 10-30 mL/min και πάνω από 30 ώρες σε αναιφρικούς ενήλικες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κάθαρσης πλάσματος της νετιλμικίνης σε νεογνά είναι αντιστρόφως ανάλογος του σωματικού βάρους γέννησης και της ηλικίας κύησης και μετά τη γέννηση, και έχει αναφερθεί να είναι περίπου 8 ή 4.5 ώρες σε νεογνά <7 ημερών με βάρος 1.5-2 ή 3-4 kg, αντίστοιχα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κάθαρσης πλάσματος για παιδιά 6 εβδομάδων και άνω είναι 1.5-2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, το μπλοκάρισμα της θέσης Α των ριβοσωμάτων, τη λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης ολιγοσακχαριτικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
4O5J85GJJB
NETILMICIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Αντιβακτηριδιακό Αμινογλυκοσίδιο
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδια
Η νετιλμικίνη είναι ένα Αντιβακτηριδιακό Αμινογλυκοσίδιο.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, το μπλοκάρισμα της θέσης Α των ριβοσωμάτων, τη λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης ολιγοσακχαριτικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.