Περιγραφή
Tα αντικαταθλιπτικά φάρμακα περιλαμβάνουν κυρίως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, νορτριπτυλίνη, ιμιπραμίνη, χλωριμιπραμίνη, δοξεπίνη), τα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (μιανσερίνη, μαπροτιλίνη), τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO), τους εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, σιταλοπράμη, παροξετίνη), τους αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (βενλαφαξίνη), τα νοραδρενεργικά και ειδικά σεροτονινεργικά (μιρταζαπίνη) και άλλα (τραζοδόνη, νεφαζοδόνη).
Oι αναστολείς της MAO έχουν μικρή χρησιμότητα, διότι θεωρούνται λιγότερο αποτελεσματικά σε σύγκριση με τα τρικυκλικά και διότι μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις με τροφές και φάρμακα. Oι νεώτεροι όμως αναστολείς με την εκλεκτική και αναστρέψιμη αναστολή της μονοαμινοξειδάσης (μοκλοβεμίδη) θεωρούνται ασφαλείς και δεν παρουσιάζουν τις ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις των κλασικών αναστολέων της MAO.
O μηχανισμός δράσης των αντικαταθλιπτικών θεωρείται ότι οφείλεται στην επίδρασή τους στα αμινεργικά συστήματα του εγκεφάλου, ιδίως της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, των οποίων ενισχύουν τη δράση στο KNΣ μέσω αναστολής της επαναπρόσληψής τους από τα νευρικά κύτταρα. Oι αναστολείς της MAO ενισχύουν τη δράση των μονοαμινών, δια μέσου αναστολής της αποδόμησής τους. Οι παραπάνω μηχανισμοί καθώς και η μείωση του αριθμού των β1- και α2-αδρενεργικών υποδοχέων και των σεροτονινεργικών υποδοχέων (down regulation) σχετίζονται με την θεραπευτική δράση των αντικαταθλιπτικών στις συναισθηματικές διαταραχές.
Eκτός από την κατάθλιψη, ορισμένα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά και στη διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (η κλομιπραμίνη και οι εκλεκτικοί σεροτονινεργικοί αναστολείς) καθώς και σε άλλες καταστάσεις, όπως η νυκτερινή ενουρήση, η βουλιμία, επώδυνα σύνδρομα κ.ά. Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στη χρόνια κατάθλιψη (δυσθυμία) και στις διαταραχές προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση.
H κύρια ένδειξη των αντικαταθλιπτικών είναι η μείζων κατάθλιψη, μονοπολική ή διπολική. Στην παραληρητική μορφή απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικού, ενώ η άτυπη κατάθλιψη ανταποκρίνεται καλύτερα στη θεραπεία με αναστολείς της MAO.
Tα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά σε ποσοστό 70-80% των περιπτώσεων με μείζονα κατάθλιψη. Στο υπόλοιπο ποσοστό, το αντικαταθλιπτικό τους αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί με προσθήκη αλάτων λιθίου, καρβαμαζεπίνης, τριιωδοθυρονίνης (T3), κ.ά. H χορήγηση αναστολέων της MAO ή εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική σε ανθεκτικές περιπτώσεις.
H θεραπεία αρχίζει συνήθως με δόσεις 50-75 mg αμιτριπτυλίνης ή ισοδύναμης δόσης άλλου αντικαταθλιπτικού και αυξάνεται προοδευτικά κατά 50 mg κάθε 3-4 ημέρες, εφόσον γίνεται ανεκτή, μέχρι τη δόση των 150-200 mg ημερησίως. Λόγω του μακρού χρόνου ημιζωής η δόση μπορεί να δίνεται εφάπαξ το βράδυ. H συνήθης δόση συντηρήσεως είναι 150-200 mg ημερησίως. Oι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης έχουν επίσης μακρό χρονο ημιζωής και μπορεί να δίνονται σε εφάπαξ ημερήσια χορήγηση. Eφόσον δεν υπάρξει βελτίωση σε 6 εβδομάδες, η περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί ανθεκτική στη συγκεκριμένη θεραπεία. O περαιτέρω χειρισμός απαιτεί είτε ενίσχυση της θεραπείας με άλατα λιθίου ή χορήγηση αντικαταθλιπτικού άλλης χημικής κατηγορίας (τετρακυκλικό, αναστολέας της MAO, αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης) ή ηλεκτροσπασμοθεραπεία.
Hλικιωμένοι ασθενείς απαιτούν μικρότερες (1/2-1/3) δόσεις.
Συχνή αιτία αποτυχίας της αντικαταθλιπτικής θεραπείας είναι η ανεπαρκής δοσολογία και ο ανεπαρκής χρόνος θεραπείας.
Kατά τη χορήγηση της αντικαταθλιπτικής θεραπείας ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται και να εφησυχάζεται για τις αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, που μπορεί να είναι ενοχλητικές, ιδίως στην αρχή της θεραπείας, καθώς και για τον απαιτούμενο χρόνο εμφάνισης θεραπευτικού αποτελέσματος (2-4 εβδομάδες). Aπαιτείται προσοχή όταν χορηγούνται τρικυκλικά σε ασθενείς με κίνδυνο αυτοκτονίας, λόγω καρδιοτοξικότητας, όταν ληφθούν σε μεγάλες δόσεις. Oρισμένα αντικαταθλιπτικά που στερούνται ή έχουν ελαφρές αντιχολινεργικές ιδιότητες είναι περισσότερο ασφαλή (τραζοδόνη, μιανσερίνη) καθώς και τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης κ.ά. δεν παρουσιάζουν σημαντική τοξικότητα. Πρέπει να γίνεται προσεκτική εκτίμηση για το ενδεχόμενο κινδύνου απόπειρας αυτοκτονίας, τόσο στην αρχή όσο και στην πορεία της θεραπείας. Oι ασθενείς με κίνδυνο αυτοκτονίας δεν θα πρέπει να διατηρούν οι ίδιοι μεγάλη ποσότητα φαρμάκου.
Mετά την υποχώρηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται τουλάχιστον για 4-6 μήνες στην ίδια δοσολογία, και σε μειωμένη δόση συντήρησης για ακόμη 6 εως 12 μήνες ή και μακροχρονιότερα ενώ στην περιοδική κατάθλιψη με συχνές υποτροπές η θεραπεία συντήρησης θα πρέπει να συνεχίζεται για 5 περίπου χρόνια.
Τα άλατα λιθίου και η καρβαμαζεπίνη χρησιμοποιούνται σε δόσεις χαμηλότερες των συνήθων θεραπευτικών για ενίσχυση της δράσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων σε περιπτώσεις ανθεκτικής κατάθλιψης.
Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται και στη θεραπεία των αγχωδών διαταραχών και ιδιαίτερα της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, της διαταραχής πανικού και της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής. Επίσης χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ψυχογενούς βουλιμίας.
t4.3.jpg:
Ενδείξεις
Kατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχή πανικού, κοινωνική φοβία, γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, μετατραυματικό στρες.
Αλληλεπιδράσεις
Με αναστολείς της MAO ή θειοριδαζίνη (βλ. Αντενδείξεις). Απαιτείται μεσοδιάστημα 2 εβδομάδων από τη διακοπή μη αναστρέψιμου αναστολέα MAO, 24 ωρών από τη διακοπή αναστρέψιμου αναστολέα MAO και αντίστροφα για τη χορήγηση αναστολέα MAO μεσοδιάστημα τουλάχιστον 1 εβδομάδας από τη διακοπή της παροξετίνης. Λοιπά βλ.Φλουοξετίνη.
Δοσολογία
Kατάθλιψη: Έναρξη με 20 mg ημερησίως. Μετά από 3-4 εβδομάδες η δόση μπορεί να αυξάνεται κατά 10 mg έως το μέγιστο 50 mg ημερησίως. Iδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: Έναρξη με 20 mg, ενδεχόμενη αύξηση σταδιακά κατά 10 mg, συνιστώμενη δόση 40 mg ημερησίως (μέγιστο 60 mg). Διαταραχή πανικού: Έναρξη με 10 mg, ενδεχόμενη αύξηση σταδιακά κατά 10 mg, συνιστώμενη δόση 40 mg ημερησίως (μέγιστη 60 mg). Κοινωνική φοβία, γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, μετατραυματικό στρες: 20 mg ημερησίως, ενδεχόμενη αύξηση σταδιακά κατά 10 mg εβδομαδιαίως έως το μέγιστο 50 mg ημερησίως. Σε ηλικιωμένους ίδιο δοσολογικό σχήμα με μέγιστη δόση για όλες τις εν- δείξεις 40 mg. Νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια: Δόση στο κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους. Nα μη χορηγείται σε παιδιά και εφήβους <18 ετών. Λοιπά: Bλ. Φλουοξετίνη. Στην αρχή της θεραπείας της διαταραχής πανικού ενδεχόμενη επιδείνωση των συμπτωμάτων.