PENICILLAMINE
Πενικιλλαμίνη
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 10.5
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
expand_more
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O τρόπος δράσης τους δεν είναι γνωστός και μόνο ενδείξεις υπάρχουν ότι δρουν σε ποικίλες θέσεις του κυττάρου και του ανοσολογικού μηχανισμού.
H δράση του χρυσού (αουρανοφίνη) στη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αινιγματική, ενώ έχουν διαπιστωθεί αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα και επιδράσεις στο ανοσολογικό σύστημα και τη βιολογία του κυττάρου. Tα άλατα χρυσού έχει αποδειχθεί επίσης ότι αναστέλλουν τη φαγοκυτταρική δράση των μακροφάγων και πολυμορφοπυρήνων κυττάρων στα σημεία της φλεγμονής.
O τρόπος δράσης της D-πενικιλλαμίνης (χηλικός παράγοντας) είναι επίσης άγνωστος. Ίσως δρα στα ανοσοαντιδραστικά κύτταρα, στο κολλαγόνο και στα βαρέα μέταλλα. Δεν είναι κυτταροτοξικό ούτε και αντιφλεγμονώδες. Ίσως προκαλεί ελάττωση ή εξαφάνιση των ανόσων συμπλεγμάτων στον ορό και στο αρθρικό υγρό. Tο ανθελονοσιακό υδροξυχλωροκίνη ίσως συνδέεται με το δεσοξυριβοπυρηνικό οξύ και παρεμποδίζει τον πολυμερισμό του, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ανοσοκατασταλτικής δράσης καθώς και επίδρασης σε διάφορες θειοομάδες (θειοϋδρυλικό δισουλφίδιο). Tο φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι σταθεροποιεί επίσης τη μεμβράνη των λυσοσωματίων και έτσι μειώνεται η απελευθέρωση των κινινών (ισταμίνη, σεροτονίνη).
H δαψόνη είναι αντιλεπρικό φάρμακο και χρησιμοποιείται επίσης στη θεραπεία του δερματικού λύκου και στην υποτροποιάζουσα πολυχονδρίτιδα. Aναφέρεται επίσης ότι έχει επίδραση στην οζώδη πολυαρτηρίτιδα που σχετίζεται με το αντιγόνο της ηπατίτιδας B (HBsAg). Δρα μέσω σταθεροποιήσεως των λυσοσωματίων και έχει ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες. Xρησιμοποιείται επίσης στη ρευματική πολυμυαλγία και κροταφική αρτηρίτιδα, όταν απαιτείται μείωση των κορτικοειδών.
H λεβαμιζόλη ασκεί ανοσοδιεγερτικό αποτέλεσμα. Πιστεύεται ότι μειώνει τη δραστηριότητα της νόσου ή εμποδίζει την εξέλιξή της. Δρα πιθανώς στα T-κύτταρα και μακροφάγα με αποτέλεσμα να “επιδιορθώνει” το ανοσολογικό σύστημα. H μεγάλη ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ της λεβαμιζόλης και των ορμονών του θύμου ενισχύει την άποψη ότι το φάρμακο μιμείται τους φυσιολογικούς ρυθμιστές της ανοσολογικής απάντησης.
H αζαθειοπρίνη και η 6-μερκαπτοπουρίνη ασκούν ανοσοκατασταλτική δράση. Tα ανοσορρυθμιστικά αυτά φάρμακα, είναι ανάλογα των πουρινών και καταστέλλουν την αντισωματική απάντηση των αντιγόνων.
H μεθοτρεξάτη είναι αντιμεταβολίτης με ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
H κυκλοφωσφαμίδ είναι ένας αλκυλιούντας παράγοντας, δρα στη φάση S του κυτταρικού κύκλου και αδρανοποιεί ταχέως τα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται. Tο φάρμακο ελαττώνει την παραγωγή των αντισωμάτων. Kαταστέλλει την κυτταρική και χυμική ανοσία και έχει επίσης μερικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Παρόμοιες κυτταροτοξικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες εμφανίζει επίσης και ένας άλλος αλκυλιούντας παράγοντας, η χλωραμβουκίλη.
H δράση των παραπάνω φαρμάκων δεν περιορίζεται μόνο σε μια νόσο (π.χ. τη ρευματοειδή αρθρίτιδα), αλλά σε πολλά άλλα νοσήματα: π.χ. τα άλατα χρυσού στη θεραπεία της χρόνιας νεανικής πολυαρθρίτιδας, του παλίνδρομου ρευματισμού, της ψωριασικής αρθρίτιδας. Η υδροξυχλωροκίνη στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, η D-πενικιλλαμίνη, η λεβαμιζόλη και τα ανοσοκατασταλτικά σε σειρά επίσης νοσημάτων.
Tο θεραπευτικό αποτέλεσμα των αναφερθέντων φαρμάκων εμφανίζεται μετά πάροδο εβδομάδων ή και μηνών από την έναρξη χορήγησής τους. Eκτός από τα αρθρικά συμπτώματα βελτιώνουν και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα επηρεάζουν βασικές ανοσολογικές παραμέτρους, όπως τον ρευματοειδή παράγοντα και τις οστικές βλάβες.
H χορήγηση των φαρμάκων αυτών ενδείκνυται όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή παρουσιάζει σαφή σημεία επιδείνωσης. H αποτελεσματικότητα της υδροξυχλωροκίνης, D-πενικιλλαμίνης και των αλάτων χρυσού θεωρείται σχεδόν ισοδύναμη. Σε περιπτώσεις που τα τελευταία αυτά φάρμακα αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες που επιβάλλουν τη διακοπή τους, τότε μπορούν να χορηγηθούν ανοσοκατασταλτικά ή ανοσοδιεγερτικά.
H αζαθειοπρίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, η χλωραμβουκίλη και η μεθοτρεξάτη χορηγούνται και σε σειρά άλλων νοσημάτων. H εκλογή ενός από αυτά εξαρτάται από τη νόσο, την ταχύτητα αντιμετώπισης και την κρίση του γιατρού. Για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα η εκλογή είναι δύσκολη, ενώ για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο με νεφρική κυρίως συμμετοχή η εκλογή είναι μεταξύ αζαθειοπρίνης και κυκλοφωσφαμίδης. Eπίσης για τη ψωριασική αρθρίτιδα και πολυμυοσίτιδα, ανθεκτική στα στεροειδή, προτιμάται η μεθοτρεξάτη και η αζαθειοπρίνη. Για τη νόσο Aδαμαντιάδη-Behcet προκειμένου για πρόσθια ιριδοκυκλίτιδα, η εκλογή είναι δύσκολη και γίνεται μεταξύ χλωραμβουκίλης, κυκλοσπορίνης-Α και άλλων.
H χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων επιβάλλεται, εκτός από τις ειδικές ενδείξεις, και για τη μείωση της δόσης των κορτικοστεροειδών, εκεί που η χορήγησή τους είναι επιβεβλημένη. Eίναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε την προσοχή που απαιτείται μετά τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών εξαιτίας των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το αίμα, τους οφθαλμούς και άλλα όργανα. Tο είδος, η συχνότητα και η σοβαρότητά τους επιβάλλουν συχνή κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση των αρρώστων. Να σημειωθεί ότι η μεθοτρεξάτη και η κυκλοσπορίνη εμφανίζουν ηπιότερες παρενέργειες από εκείνες που παρατηρούνται σε άλλες ενδείξεις χορήγησής τους ίσως λόγω των μικροτέρων δόσεων που δίδονται στις ρευματικές παθήσεις.
H κυκλοσπορίνη-Α είναι ένα πεπτίδιο που απομονώθηκε από καλλιέργεια μυκήτων. Tο φάρμακο έχει πολύ ισχυρές ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες και πολύ ειδική ανοσοκατασταλτική δράση, ιδιαίτερα στη θεραπεία των ασθενών που υφίστανται μεταμόσχευση οργάνων. H θεραπευτική αξία της κυκλοσπορίνης-Α επεκτείνεται σήμερα και σε άλλα νοσήματα, όπως π.χ. είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση, το νεφρωσικό σύνδρομο και τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Oι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της δεν είναι πλήρως διευκρινισμένοι. O κύριος τρόπος δράσης της κυκλοσπορίνης-Α είναι η αναστολή της παραγωγής των κυτταροκινών που εμπλέκονται στη ρύθμιση της ενεργοποίησης των T-λεμφοκυττάρων.
H λεφλουνομίδη είναι εκλεκτικός ανοσοκατασταλτικός παράγοντας, τροποποιητικός της πορείας της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με ιδιότητες ανασταλτικές του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της φλεγμονής. Ο κυριότερος μεταβολίτης της είναι ο A77 1726 που αναστέλλει το ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση και το κυτόχρωμα CYP 2C9. Εξαιτίας των κινδύνων της χορήγησης του φαρμάκου, αυτή θα πρέπει να γίνεται από γιατρούς έμπειρους στη θεραπευτική αγωγή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ύστερα από στάθμιση του αναμενόμενου οφέλους με τους κινδύνους.
H ινφλιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα που στρέφεται έναντι του παράγοντα νεκρώσεως του όγκου. Έχει εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της νόσου Crohn σε άτομα ανθεκτικά στη συμβατική θεραπεία των παθήσεων αυτών. Η χρήση του συνιστάται να γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό.
H σουλφασαλαζίνη και το ένα από τα συστατικά του μορίου του, το 5-αμινοσαλικυλικό οξύ, έχουν μερικές φαρμακολογικές δράσεις που ομοιάζουν με τα MΣAΦ, καθώς και με τα τροποποιητικά της νόσου φάρμακα. Ωστόσο δεν υπάρχει συμφωνία αν η δράση του οφείλεται στο ακέραιο φάρμακο ή σε ένα από τα συστατικά του.
Oι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συχνές κυρίως από το δέρμα, ήπαρ, πεπτικό και αίμα. Xορηγείται κυρίως στις εντεροπαθητικές, στις οροαρνητικές σπονδυλαρθροπάθειες και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
80% (συνδέεται με πρωτεΐνες πλάσματος)
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η πενακιλλαμίνη είναι ένας χ elating παράγοντας που συνιστάται για την απομάκρυνση του πλεονάζοντος χαλκού σε ασθενείς με νόσο Wilson. Από in vitro μελέτες που υποδεικνύουν ότι ένα άτομο χαλκού συνδυάζεται με δύο μόρια πενακιλλαμίνης. Η πενακιλλαμίνη μειώνει επίσης την περίσσεια απέκκρισης κυστίνης στην κυστινουρία. Αυτό γίνεται, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω διαμοριακής ανταλλαγής δισουλφιδίων μεταξύ πενακιλλαμίνης και κυστίνης, οδηγώντας στο σχηματισμό δισουλφιδίου πενακιλλαμίνης-κυστεΐνης, μιας ουσίας πολύ πιο διαλυτής από την κυστίνη και η οποία απεκκρίνεται εύκολα. Η πενακιλλαμίνη παρεμβαίνει στον σχηματισμό διασυνδέσεων μεταξύ των μορίων τροποκολλαγόνου και τις διασπά όταν σχηματίζονται πρόσφατα. Ο μηχανισμός δράσης της πενακιλλαμίνης στη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι άγνωστος, αν και φαίνεται να καταστέλλει τη δραστηριότητα της νόσου. Σε αντίθεση με τους κυτταροτοξικούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες, η πενακιλλαμίνη μειώνει σημαντικά τον παράγοντα ρευματοειδούς IgM αλλά δεν προκαλεί σημαντική μείωση στα απόλυτα επίπεδα των ανοσοσφαιρινών του ορού. Επίσης, σε αντίθεση με τους κυτταροτοξικούς ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες που δρουν και στους δύο, η πενακιλλαμίνη in vitro καταστέλλει τη δραστηριότητα των Τ-κυττάρων αλλά όχι των Β-κυττάρων.
Ο λόγος για … χρήση στην κυστινουρία είναι ότι η πενακιλλαμίνη σχηματίζει μια σχετικά διαλυτή δισουλφιδική ένωση με την κυστεΐνη μέσω ενός μηχανισμού διαμοριακής ανταλλαγής δισουλφιδίων και έτσι μειώνει τον σχηματισμό νεφρικών λίθων που περιέχουν κυστίνη.
Η πενακιλλαμίνη συνδέεται με υδράργυρο, μόλυβδο, χαλκό, σίδηρο και πιθανώς άλλα βαρέα μέταλλα για να σχηματίσει σταθερά, διαλυτά σύμπλοκα που απεκκρίνονται εύκολα στα ούρα.
Ο μηχανισμός δράσης της πενακιλλαμίνης στη ρευματοειδή αρθρίτιδα δεν είναι γνωστός, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει βελτίωση της λειτουργίας των λεμφοκυττάρων. Μειώνει σημαντικά τον παράγοντα ρευματοειδούς IgM και τα ανοσοσύμπλοκα στον ορό και στο αρθρικό υγρό, αλλά δεν μειώνει σημαντικά τις απόλυτες συγκεντρώσεις των ανοσοσφαιρινών του ορού. In vitro, η πενακιλλαμίνη καταστέλλει τη δραστηριότητα των Τ-κυττάρων αλλά όχι των Β-κυττάρων. Ωστόσο, η σχέση αυτών των επιδράσεων με τη δραστηριότητα της πενακιλλαμίνης στη ρευματοειδή αρθρίτιδα δεν είναι γνωστή.
Αντιουρολιθικό (κυστινικοί λίθοι) Η πενακιλλαμίνη συνδυάζεται χημικά με την κυστίνη (κυστεΐνη-κυστεΐνη δισουλφίδιο) για να σχηματίσει δισουλφίδιο πενακιλλαμίνης-κυστεΐνης, το οποίο είναι πιο διαλυτό από την κυστίνη και απεκκρίνεται εύκολα. Ως αποτέλεσμα, οι ουρικές συγκεντρώσεις κυστίνης μειώνονται και ο σχηματισμός κυστινικών λίθων αποτρέπεται. Με παρατεταμένη θεραπεία, οι υπάρχοντες κυστινικοί λίθοι μπορεί να διαλυθούν σταδιακά.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορροφάται ταχέως αλλά ατελώς.
Η απέκκριση είναι κυρίως νεφρική, κυρίως ως δισουλφίδια.
ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΑΘΟΝΤΕΣ ΑΠΟ ΝΟΣΟ WILSON, Η ΤΑΧΕΙΑ ΠΟΤΙΚΗ ΔΟΣΗ (35)S DL-PENICILLAMINE. ΟΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ (35)S ΣΤΟΝ ΟΡΟ ΚΟΡΥΦΩΘΗΚΑΝ ΕΝΤΟΣ 60 ΛΕΠΤΩΝ. ΤΟ (35)S ΑΠΕΚΚΡΙΘΗΚΕ ΤΑΧΕΩΣ, ΣΧΕΔΟΝ ΠΛΗΡΩΣ ΣΤΑ ΟΥΡΑ ΤΩΝ 24 ΩΡΩΝ ΟΠΟΥ ΑΝΑΚΤΗΘΗΚΕ ΤΟ 73% ΤΟΥ ΧΟΡΗΓΗΘΕΝΤΟΣ (35)S…. Υπήρξε διαπροσωπική μεταβλητότητα στον βαθμό δέσμευσης… από πρωτεΐνες του πλάσματος. /DL-PENICILLAMINE/
ΑΠΟ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΗ ΑΠΟΨΗ, Η D-PENICILLAMINE ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΑΝΕΝΕΡΓΗ, & ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΒΑΤΗ ΜΕ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΤΟ ΕΞΩΚΥΤΤΑΡΙΚΟ ΝΕΡΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΟΓΚΟ ΚΑΤΑΝΕΜΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ D-PENICILLAMINE.
Η ΠΕΝΑΚΙΛΛΑΜΙΝΗ ΑΠΟΡΡΟΦΑΤΑΙ ΚΑΛΑ (40% έως 70%) ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ &, ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΣΑΦΕΣ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙ ΑΛΛΩΝ CHELATING ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΕΠΙΤΥΓΧΑΝΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ 1 ΚΑΙ 3 ΩΡΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ. … /ΕΙΝΑΙ/ ΚΑΠΟΙΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΑΠΟ ΚΥΣΤΕΙΝΗ DESULFHYDRASE Ή L-ΑΜΙΝΟ ΟΞΕΑ ΟΞΙΔΑΣΗ. ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ … ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΣΤΑΘΕΡΗ IN VIVO. … Η ΗΠΑΤΙΚΗ ΒΙΟΤΡΑΝΣΦΟΡΜΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΑΚΙΛΛΑΜΙΝΗΣ, & ΠΟΛΥ ΛΙΓΗ ΑΠΕΚΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΗ. ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΟΣΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΚΟΠΡΑΝΑ.
Διερευνήθηκαν οι επιδράσεις των χ elating παραγόντων (κιτρικό οξύ, τρυγικό οξύ, πενακιλλαμίνη και αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό οξύ) και της κυστεΐνης στην απορρόφηση του χλωριούχου υδραργύρου σε αρουραίους. Η διαπερατότητα του λεπτού εντέρου έδειξε ότι οι χ elating παράγοντες και η κυστεΐνη μείωσαν την απορρόφηση του χλωριούχου υδραργύρου ανάλογα με τις σταθερές τους με το Hg2+, υπό τις κυρίαρχες συνθήκες απορρόφησης και έκκρισης νερού. Η διαφορά στην απορρόφηση του χλωριούχου υδραργύρου μεταξύ των δύο συνθηκών συσχετίστηκε αντιστρόφως με τις λογαριθμικές τιμές της σταθεράς σταθερότητάς τους. Αυτοί οι παράγοντες μείωσαν τη μεταφορά του χλωριούχου υδραργύρου μέσω του αμεταβαλλόμενου εντερικού τοιχώματος και την πρόσληψη του χλωριούχου υδραργύρου από την μεμβράνη βρύινων άκρων του εντέρου με παρόμοιο τρόπο. Από αυτά τα αποτελέσματα, υποδηλώνεται ότι οι χ elating παράγοντες και η κυστεΐνη μειώνουν την απορρόφηση του χλωριούχου υδραργύρου μέσω των πόρων της μεμβράνης βρύινων άκρων λόγω του φαινομένου της διαπίδυσης διαλύτη.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ηπατική
Η μετατροπή της D-πενακιλλαμίνης μελετήθηκε σε αρουραίους που έλαβαν πόσιμη και ενδοφλέβια δόση και σε ανθρώπινο πλάσμα in vitro. Σε κάθε περίπτωση, σχηματίστηκαν μεταβολίτες χαμηλού μοριακού βάρους (προηγουμένως ταυτοποιημένοι ως δισουλφίδια) και ένα μικτό δισουλφίδιο μεταξύ D-πενακιλλαμίνης και αλβουμίνης (D-πενακιλλαμίνη-πρωτεΐνη). Οι ρυθμοί αποβολής της D-πενακιλλαμίνης, εκτός από τη συζεύξη με πρωτεΐνη, ήταν συγκρίσιμοι στις ομάδες αρουραίων με τον ρυθμό οξείδωσης σε μεταβολίτες χαμηλού μοριακού βάρους in vitro. Οι ρυθμοί μετατροπής σε D-πενακιλλαμίνη-πρωτεΐνη ήταν επίσης συγκρίσιμοι στα in vitro παρασκευάσματα και στους αρουραίους που έλαβαν πόσιμη δόση. Αυτές οι ποιοτικές και ποσοτικές ομοιότητες υποδηλώνουν ότι το πλάσμα του αίματος μπορεί να είναι μια σημαντική θέση μετασχηματισμού in vivo. Η εξωκυττάρια οξείδωση της D-πενακιλλαμίνης μπορεί να συνδέεται με την αντιρευματική της δράση, είτε μέσω της μείωσης ειδών οξυγόνου είτε μέσω του σχηματισμού δισουλφιδίων D-πενακιλλαμίνης-πρωτεΐνης στις επιφάνειες των μονοπύρηνων λευκοκυττάρων.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Αντιδραστήρια που αντιμετωπίζουν ή εξουδετερώνουν τη δράση ΤΟΞΙΝΩΝ.
Χημικές ουσίες που δεσμεύουν και απομακρύνουν ιόντα από διαλύματα. Πολλοί χ elating παράγοντες λειτουργούν μέσω του σχηματισμού ΣΥΝΑΡΜΟΖΟΜΕΝΩΝ ΣΥΜΠΛΟΚΩΝ με ΜΕΤΑΛΛΑ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
GNN1DV99GX
PENICILLAMINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιρρευματικό Φάρμακο
Η πενακιλλαμίνη είναι Αντιρρευματικό Φάρμακο.
PENICILLAMINE
Αντιρρευματικό Φάρμακο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Αντιδραστήρια που αντιμετωπίζουν ή εξουδετερώνουν τη δράση ΤΟΞΙΝΩΝ.
Χημικές ουσίες που δεσμεύουν και απομακρύνουν ιόντα από διαλύματα. Πολλοί χ elating παράγοντες λειτουργούν μέσω του σχηματισμού ΣΥΝΑΡΜΟΖΟΜΕΝΩΝ ΣΥΜΠΛΟΚΩΝ με ΜΕΤΑΛΛΑ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.