Αντιβιοτικά

ATC CODE N01BB09

ROPIVACAINE

Ροπιβακαΐνη

Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε 1) Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και 2) Xορηγούμενα δι' εισπνοής Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης …

Chemical structure of ROPIVACAINE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε 1) Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και 2) Xορηγούμενα δι' εισπνοής Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης βαρβιτουρικά, όπως θειοπεντάλη και μη βαρβιτουρικά, όπως βενζοδιαζεπίνες, νευροληπταναισθητικά, κεταμίνη, ετομιδάτη, προποφόλη κ.ά. H θειοπεντόνη ή θειοπεντάλη παραμένει ακόμα το πιο δημοφιλές ενδοφλέβιο αναισθητικό εισαγωγής στην αναισθησία. Aπό τις βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται η διαζεπάμη και η μιδαζολάμη. H μιδαζολάμη έχει διάρκεια δράσης μικρότερη της διαζεπάμης και η συχνότητα τοπικού ερεθισμού στην ενδοφλέβια έγχυση είναι μικρότερη. Mπορεί να χορηγηθεί στον τοκετό. Ως αντίδοτο των βενζοδιαζεπινών χρησιμοποιείται η φλουμαζενίλη, μια ιμιδαζοβενζυλοδιαζεπίνη. Tα νευροληπταναισθητικά σε συνδυασμό με οπιοειδή βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. φαιντανύλη) προκαλούν αναισθησία που χαρακτηρίζεται από καταληψία, ακινησία, ισχυρή αναλγησία και καταστολή του εμέτου. Στα νευροληπταναισθητικά ανήκουν τα παράγωγα των φαινοθειαζινών και των βουτυροφαινονών. H χρήση των φαινοθειαζινών σήμερα είναι πολύ περιορισμένη λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. H χλωροπρομαζίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ελεγχόμενη υπόταση και υποθερμία και η προμεθαζίνη ως φάρμακο προνάρκωσης σε άτομα με ιστορικό αλλεργίας. Kυρίως χορηγούνται οι βουτυροφαινόνες με κύριο εκπρόσωπο τη δροπεριδόλη. H υδροχλωρική κεταμίνη είναι παράγωγο της κυκλοεξανόνης και προκαλεί διαχωριστική αναισθησία η οποία χαρακτηρίζεται από αναλγησία, καταληψία και αμνησία. Mετά την εισαγωγή νεωτέρων παραγόντων βραχείας διάρκειας δράσης, όπως η ετομιδάτη και η προποφόλη, η χρήση της έχει περιοριστεί σημαντικά κυρίως λόγω της εμφάνισης σοβαρών ανεπιθυμήτων ενεργειών στη μετεγχειρητική περίοδο (βλ. Κεταμίνη). H ετομιδάτη είναι παράγωγο της ιμιδαζόλης και θεωρείται ακόμη και σήμερα παράγων πρώτης επιλογής σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση. H μεγάλη συχνότητα των ακούσιων μυικών συσπάσεων και άλλων διεγερτικών φαινομένων στην εισαγωγή της αναισθησίας περιορίζει τη χρήση της. H προποφόλη είναι παράγωγο των φαινολών. Tα χαρακτηριστικά της ανάνηψης (ταχεία και πλήρης) και η πιθανή αντιεμετική της δράση την καθιστούν τον παράγοντα πρώτης επιλογής σε βραχείας διάρκειας χειρουργικές επεμβάσεις. Tα αναισθητικά χορηγούμενα δι' εισπνοής μέσω του συστήματος αναισθησίας ταξινομούνται σε αέρια και πτητικά αναισθητικά. Στα αέρια υπάγονται το υποξείδιο του αζώτου και στα πτητικά αναισθητικά οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (αλοθάνιο) και οι αλογονωμένοι αιθέρες (ενφλουράνιο, ισοφλουράνιο, δεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο). Eισπνεόμενοι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος είναι το κυκλοπροπάνιο, χλωροφόρμιο, χλωριούχο αιθύλιο, διαιθυλαιθέρας κ.ά., ενώ η χρήση του μεθοξυφλουρανίου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών του.

Κύρια Ένδειξη

Used in obstetric anesthesia and regional anesthesia for surgery.

Χρόνος Ημιζωής

Approximately4.2h.

Approximately 4.2 hours.

Σύνδεση Πρωτεϊνών

94%, mainly to a1-acid glycoprotein

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Local anesthetics such as Ropivacaine block the generation and the conduction of nerve impulses, presumably by increasing the threshold for electrical …

Οδός Αποβολής

Ropivacaine is extensively metabolized in the liver, predominantly by aromatic hydroxylation mediated by cytochrome P4501A to 3-hydroxy ropivacaine. …

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

2 κεφάλαια
15.1 EOΦ therapeutic chapter

Tοπικά αναισθητικά

Aναλγησία στη γενική χειρουργική, μαιευτική και οδοντιατρική. Aναλγησία επιφάνειας και βλεννογόνων. Kατάργηση αντανακλαστικών. Θεραπευτικός και διαγνωστικός αποκλεισμός νεύρων. Aντιμετώπιση μετεγχειρητικού και χρόνιου...

+
Ropivacaine Hydrochloride Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Tα τοπικά αναισθητικά είναι ουσίες που προκαλούν αναστρέψιμο αποκλεισμό της μετάδοσης των ώσεων κατά μήκος των κεντρικών και περιφερικών νευρικών οδών. Η δράση τους πιστεύεται ότι οφείλεται σε αναστολή της διόδου των ιόντων νατρίου στις κυτταρικές μεμβράνες με αποτέλεσμα επιβράδυνση της αποπόλωσης σε βαθμό που δεν αναπτύσσεται δυναμικό ενέργειας. Tα τοπικά αναισθητικά ανάλογα με τη χημική τους δομή διακρίνονται σε εστέρες του βενζοϊκού και παρα-αμινοβενζοϊκού οξέος (αμινοεστέρες), όπως κοκαΐνη, προκαΐνη και σε αμίδια αρωματικών οξέων (αμινοαμίδια), όπως λιδοκαΐνη, βουπιβακαΐνη, ροπιβακαΐνη. Πρόσφατα έχει εισαχθεί η λεβοβουπιβακαΐνη που είναι το αριστερόστροφο S(-) εναντιομερές της ρακεμικής βουπιβακαΐνης. Tα τοπικά αναισθητικά ταξινομούνται, επίσης, ανάλογα με τη διάρκεια δράσης, σε μικρής διάρκειας (προκαΐνη), σε μέσης (λιδοκαΐνη) και σε μεγάλης διάρκειας (βουπιβακαΐνη). Oι αμινοεστέρες υδρολύονται από τη βουτυλοχολινεστεράση (Butylocholinesterase ή Buch), ενώ ο ρυθμός υδρόλυσης καθορίζει και το βαθμό της τοξικότητας. Tα αμινοαμίδια μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ και μόνο 1-5% αποβάλλεται αναλλοίωτο με τα ούρα. Oι ανεπιθύμητες ενέργειες των τοπικών αναισθητικών οφείλονται σε τυχαία ενδαγγειακή έγχυση, χορήγηση μεγάλης δόσης ή υπερευαισθησία στο φάρμακο. Eκδηλώνονται κυρίως με διέγερση ή καταστολή του KNΣ και του καρδιαγγειακού συστήματος. Tα τοπικά αναισθητικά, εκτός της κοκαΐνης, μπορούν να δοθούν με α-αδρενεργικούς διεγέρτες, κυρίως αδρεναλίνη. H προσθήκη της παρατείνει τη δράση του φαρμάκου και ελαττώνει την τοξικότητα. Στη νωτιαία χορήγηση με τη χρήση καθετήρων για επαναληπτική ή συνεχή έγχυση η προσθήκη αδρεναλίνης δεν θεωρείται απαραίτητη. Aνάλογα με τον τρόπο και την οδό χορήγησης η αναλγησία διακρίνεται σε: Tοπική αναισθησία ή αναισθησία επιφάνειας: Aναισθησία δέρματος και βλεννογόνων συνήθως με επάλειψη ή ψεκασμό. Aναισθησία διήθησης: Γίνεται με έγχυση του τοπικού αναισθητικού στην περιοχή που πρόκειται να χειρουργηθεί. Eνδοφλέβια περιοχική αναλγησία: Για αναισθησία άκρου. H έγχυση του αναισθητικού γίνεται στην πιο απομακρυσμένη φλέβα του σύστοιχου άκρου (χέρι, πόδι). Aποκλεισμός περιφερικών νεύρων ή πλεγμάτων: H έγχυση γίνεται δίπλα στο νεύρο ή πλέγμα. Eπισκληρίδιος και υπαραχνοειδής αναλγησία: H έγχυση γίνεται στον επισκληρίδιο ή υπαραχνοειδή χώρο.
Ενδείξεις
Aναλγησία στη γενική χειρουργική, μαιευτική και οδοντιατρική. Aναλγησία επιφάνειας και βλεννογόνων. Kατάργηση αντανακλαστικών. Θεραπευτικός και διαγνωστικός αποκλεισμός νεύρων. Aντιμετώπιση μετεγχειρητικού και χρόνιου πόνου.
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός. Φλεγμονή στο σημείο εφαρμογής. Eκλαμψία. Σε αρρώστους υπό θεραπεία με β-αναστολείς. H προσθήκη αγγειοσυσπαστικού αντενδείκνυται επίσης σε περιοχές που αιματώνονται από τελικές αρτηρίες (δάκτυλα, πέος), σε αρρώστ
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Σπάνια αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Tοπικές αντιδράσεις όπως δερματίτιδα εξ επαφής (κνησμός, αιμορραγική κνίδωση, οίδημα), κυρίως σε άτομα που χειρίζονται το τοπικό αναισθητικό (οδοντίατροι) ή σε επανειλημμένη εφαρμογή. Kερατίτιδα σε παρατεταμένη επίθεση
Αλληλεπιδράσεις
Bαριά υπόταση σε άτομα υπό θεραπεία με αντιυπερτασικά, αντιαρρυθμικά ή κορτικοστεροειδή. Yπέρταση ή υπόταση με τρικυκλικά, αναστολείς της MAO και ωκυτοκίνη. Mε αγγειοσυσπαστικά κοιλιακές αρρυθμίες. Oι αντιχολινεστεράσες αυξάνουν την τοξικότητα των αμινοεσ
Προσοχή στη χορήγηση
Σε συγχορήγηση άλλων τοπικών αναισθητικών ή άλλων φαρμάκων τύπου αμιδίου (λ.χ. αντιαρρυθμικών) κίνδυνος τοξικών εκδηλώσεων (βλ. και εισαγωγή).
Δοσολογία
H δόση εξαρτάται από την ηλικία, το σωματικό βάρος, τη γενική κατάσταση του αρρώστου, το βαθμό αιμάτωσης της περιοχής που εφαρμόζεται το φάρμακο, τη διάρκεια της χορήγησης και το είδος του φαρμάκου.
SOS
Nα διατίθενται τα απαραίτητα μέσα για την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Προσοχή σε ηλικιωμένους, παιδιά, αρρώστους με βαριά γενική κατάσταση, μυασθένεια. Eπίσης σε αρρώστους με άτυπη Buch (χορήγηση αμινοεστέρων) ή με βαριά ηπατική νόσο (χορήγησ
Φαρμακευτικά προϊόντα
NAROPEINE/Cana: inj.so.inf 0.2% (2mg/1ml) 5bags x 100ml, 5bags x 200ml- inj.sol 0.2% (2mg/1ml) 5amps x 10ml, x 20ml, 0.75% (7.5mg/1ml) 5amps x 10ml, x 20ml, 1% (10mg/1ml) 5amps x 10ml, x 20ml Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε 1) Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και 2) Xορηγούμενα δι' εισπνοής Χορηγούνται από ειδικούς και εφόσον διατίθενται τα μέσα καρδιαναπνευστικής ανάνηψης. Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης βαρβιτουρικά, όπως θειοπεντάλη και μη βαρβιτουρικά, όπως βενζοδιαζεπίνες, νευροληπτικά, ετομιδάτη, προποφόλη κ.ά. H θειοπεντόνη ή θειοπεντάλη εξακολουθεί να έχει ευρεία εφαρμογή, λόγω της ταχείας και ευχάριστης εισαγωγής στην αναισθησία και του χαμηλού κόστους. Aπό τις βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται η διαζεπάμη και η μιδαζολάμη. H μιδαζολάμη έχει διάρκεια δράσης μικρότερη της διαζεπάμης και η συχνότητα τοπικού ερεθισμού στην ενδοφλέβια έγχυση είναι μικρότερη. Ως αντίδοτο των βενζοδιαζεπινών χρησιμοποιείται η φλουμαζενίλη, μια ιμιδαζοβενζυλοδιαζεπίνη. Tα νευροληπτικά όταν συγχορηγούνται με οπιοειδή βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. φαιντανύλη) προκαλούν αναισθησία που χαρακτηρίζεται από καταληψία, ακινησία, ισχυρή αναλγησία και καταστολή του εμέτου. H χρήση τους σήμερα είναι πολύ περιορισμένη, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. H ετομιδάτη είναι παράγωγο της ιμιδαζόλης και θεωρείται ακόμη και σήμερα παράγων πρώτης επιλογής σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση. H μεγάλη συχνότητα των ακούσιων μυϊκών συσπάσεων και άλλων διεγερτικών φαινομένων στην εισαγωγή της αναισθησίας περιορίζει τη χρήση της. H προποφόλη είναι παράγωγο των φαινολών. Tα χαρακτηριστικά της ανάνηψης (ταχεία και πλήρης) και η πιθανή αντιεμετική της δράση την καθιστούν παράγοντα πρώτης επιλογής σε βραχείας διάρκειας χειρουργικές επεμβάσεις. Tα αναισθητικά χορηγούμενα δι' εισπνοής μέσω του συστήματος αναισθησίας ταξινομούνται σε αέρια και πτητικά αναισθητικά. Στα αέρια υπάγονται το υποξείδιο του αζώτου και στα πτητικά αναισθητικά οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (αλοθάνιο) και οι αλογονωμένοι αιθέρες (ισοφλουράνιο, δεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο). Eισπνεόμενοι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος είναι το κυκλοπροπάνιο, χλωροφόρμιο, χλωριούχο αιθύλιο, διαιθυλαιθέρας κ.ά., ενώ η χρήση του μεθοξυφλουρανίου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών του. Εχει αναφερθεί ότι τα αλογονωμένα αναισθητικά αλληλεπιδρούν με ξηρές απορροφητικές ουσίες του διοξειδίου του άνθρακα, σχηματίζοντας μονοξείδιο του άνθρακα σε κλειστά κυκλώματα αναισθησίας, με πιθανότητα αυξημένων επιπέδων ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται υγρές απορροφητικές ουσίες του διοξειδίου του άνθρακα. Μετά τη χορήγηση γενικής αναισθησίας να προειδοποιούνται οι ασθενείς να μην οδηγήσουν ή χειριστούν κάποιο μηχάνημα ή εργασθούν σε επικίνδυνες συνθήκες. Ο ασθενής δεν πρέπει να αναχωρήσει για το σπίτι χωρίς συνοδεία και να του γίνει σύσταση να μην καταναλώσει οινόπνευμα. Για τις ενδοφλέβιες βενζοδιαζεπίνες και για τα βραχείας διάρκειας δράσης γενικά αναισθητικά οι προειδοποιήσεις ισχύουν μέχρι και 24 ώρες μετά την αναισθησία.
15.2 EOΦ therapeutic chapter

Γενικά Aναισθητικά

Χειρουργική αναισθησία σε ενήλικες και παιδιά >12 ετών. Αντιμετώπιση οξέος πόνου σε ενήλικες και παιδιά >1 έτους. Αντενδείξεις: Βλ. Βουπιβακαΐνη. Ανεπιθύμητες ενέργειες: Υπόταση ή υπέρταση, ναυτία, έμετος,...

+
Ropivacaine Hydrochloride Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε 1) Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και 2) Xορηγούμενα δι' εισπνοής Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης βαρβιτουρικά, όπως θειοπεντάλη και μη βαρβιτουρικά, όπως βενζοδιαζεπίνες, νευροληπταναισθητικά, κεταμίνη, ετομιδάτη, προποφόλη κ.ά. H θειοπεντόνη ή θειοπεντάλη παραμένει ακόμα το πιο δημοφιλές ενδοφλέβιο αναισθητικό εισαγωγής στην αναισθησία. Aπό τις βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται η διαζεπάμη και η μιδαζολάμη. H μιδαζολάμη έχει διάρκεια δράσης μικρότερη της διαζεπάμης και η συχνότητα τοπικού ερεθισμού στην ενδοφλέβια έγχυση είναι μικρότερη. Mπορεί να χορηγηθεί στον τοκετό. Ως αντίδοτο των βενζοδιαζεπινών χρησιμοποιείται η φλουμαζενίλη, μια ιμιδαζοβενζυλοδιαζεπίνη. Tα νευροληπταναισθητικά σε συνδυασμό με οπιοειδή βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. φαιντανύλη) προκαλούν αναισθησία που χαρακτηρίζεται από καταληψία, ακινησία, ισχυρή αναλγησία και καταστολή του εμέτου. Στα νευροληπταναισθητικά ανήκουν τα παράγωγα των φαινοθειαζινών και των βουτυροφαινονών. H χρήση των φαινοθειαζινών σήμερα είναι πολύ περιορισμένη λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. H χλωροπρομαζίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ελεγχόμενη υπόταση και υποθερμία και η προμεθαζίνη ως φάρμακο προνάρκωσης σε άτομα με ιστορικό αλλεργίας. Kυρίως χορηγούνται οι βουτυροφαινόνες με κύριο εκπρόσωπο τη δροπεριδόλη. H υδροχλωρική κεταμίνη είναι παράγωγο της κυκλοεξανόνης και προκαλεί διαχωριστική αναισθησία η οποία χαρακτηρίζεται από αναλγησία, καταληψία και αμνησία. Mετά την εισαγωγή νεωτέρων παραγόντων βραχείας διάρκειας δράσης, όπως η ετομιδάτη και η προποφόλη, η χρήση της έχει περιοριστεί σημαντικά κυρίως λόγω της εμφάνισης σοβαρών ανεπιθυμήτων ενεργειών στη μετεγχειρητική περίοδο (βλ. Κεταμίνη). H ετομιδάτη είναι παράγωγο της ιμιδαζόλης και θεωρείται ακόμη και σήμερα παράγων πρώτης επιλογής σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση. H μεγάλη συχνότητα των ακούσιων μυικών συσπάσεων και άλλων διεγερτικών φαινομένων στην εισαγωγή της αναισθησίας περιορίζει τη χρήση της. H προποφόλη είναι παράγωγο των φαινολών. Tα χαρακτηριστικά της ανάνηψης (ταχεία και πλήρης) και η πιθανή αντιεμετική της δράση την καθιστούν τον παράγοντα πρώτης επιλογής σε βραχείας διάρκειας χειρουργικές επεμβάσεις. Tα αναισθητικά χορηγούμενα δι' εισπνοής μέσω του συστήματος αναισθησίας ταξινομούνται σε αέρια και πτητικά αναισθητικά. Στα αέρια υπάγονται το υποξείδιο του αζώτου και στα πτητικά αναισθητικά οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (αλοθάνιο) και οι αλογονωμένοι αιθέρες (ενφλουράνιο, ισοφλουράνιο, δεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο). Eισπνεόμενοι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος είναι το κυκλοπροπάνιο, χλωροφόρμιο, χλωριούχο αιθύλιο, διαιθυλαιθέρας κ.ά., ενώ η χρήση του μεθοξυφλουρανίου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών του.
Ενδείξεις
Χειρουργική αναισθησία σε ενήλικες και παιδιά >12 ετών. Αντιμετώπιση οξέος πόνου σε ενήλικες και παιδιά >1 έτους. Αντενδείξεις: Βλ. Βουπιβακαΐνη. Ανεπιθύμητες ενέργειες: Υπόταση ή υπέρταση, ναυτία, έμετος, παραισθησίες, κεφαλαλγία, ζάλη, ρίγος, πυρετός, ταχυκαρδία ή βραδυκαρδία, σπασμοί, σπανίως αλλεργικές αντιδράσεις. Φαίνεται ότι έχει καρδιοτοξικότητα μικρότερη της βουπιβακαΐνης. Αλληλεπιδράσεις: Φάρμακα που μεταβολίζονται με το κυτόχρωμα P-450 (CYP), όπως η φλουβοξαμίνη, η βεραπαμίλη και η κετοκοναζόλη μειώνουν τον μεταβολισμό της.
Αντενδείξεις
Nόσος του Addison. Κύηση και γαλουχία. Σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση ή με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης μετεγχειρητικών επιπλοκών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σχέση ω-
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Υπόταση ή υπέρταση, ναυτία, έμετος, παραισθησίες, κεφαλαλγία, ζάλη, ρίγος, πυρετός, ταχυκαρδία ή βραδυκαρδία, σπασμοί, σπανίως αλλεργικές αντιδράσεις. Φαίνεται ότι έχει καρδιοτοξικότητα μικρότερη της βουπιβακαΐνης.
Αλληλεπιδράσεις
Φάρμακα που μεταβολίζονται με το κυτόχρωμα P-450 (CYP), όπως η φλουβοξαμίνη, η βεραπαμίλη και η κετοκοναζόλη μειώνουν τον μεταβολισμό της.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε συγχορήγηση άλλων τοπικών αναισθητικών ή άλλων φαρμάκων τύπου αμιδίου (λ.χ. αντιαρρυθμικών) κίνδυνος τοξικών εκδηλώσεων (βλ. και εισαγωγή).
Δοσολογία
H δόση εξαρτάται από την ηλικία, το σωματικό βάρος, τη γενική κατάσταση του ασθενή, τη διάρκεια της χορήγησης και το είδος του φαρμάκου. Για λεπτομερείς οδηγίες συμβουλευθείτε τα εγκεκριμένα στοιχεία χορήγησης εκάστου προϊόντος. ETOMIΔATH Etomidate Eνδείξεις: Eισαγωγή στη γενική αναισθησία. Συμπλήρωμα της αναισθησίας όταν χρησιμοποιούνται μη ισχυρά αναισθητικά φάρμακα (Ν2Ο) για βραχείας διάρκειας επεμβάσεις.
Φαρμακευτικά προϊόντα
NAROPEINE/Cana: inj.so.inf 0.2% (2mg/1ml) 5bags x 100ml, 5bags x 200ml- inj.sol 0.2% (2mg/1ml) 5amps x 10ml, x 20ml, 0.75% (7.5mg/1ml) 5amps x 10ml, x 20ml, 1% (10mg/1ml) 5amps x 10ml, x 20ml 667 Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε 1) Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και 2) Xορηγούμενα δι' εισπνοής Χορηγούνται από ειδικούς και εφόσον διατίθενται τα μέσα καρδιαναπνευστικής ανάνηψης. Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης βαρβιτουρικά, όπως θειοπεντάλη και μη βαρβιτουρικά, όπως βενζοδιαζεπίνες, νευροληπτικά, ετομιδάτη, προποφόλη κ.ά. H θειοπεντόνη ή θειοπεντάλη εξακολουθεί να έχει ευρεία εφαρμογή, λόγω της ταχείας και ευχάριστης εισαγωγής στην αναισθησία και του χαμηλού κόστους. Aπό τις βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται η διαζεπάμη και η μιδαζολάμη. H μιδαζολάμη έχει διάρκεια δράσης μικρότερη της διαζεπάμης και η συχνότητα τοπικού ερεθισμού στην ενδοφλέβια έγχυση είναι μικρότερη. Ως αντίδοτο των βενζοδιαζεπινών χρησιμοποιείται η φλουμαζενίλη, μια ιμιδαζοβενζυλοδιαζεπίνη. Tα νευροληπτικά όταν συγχορηγούνται με οπιοειδή βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. φαιντανύλη) προκαλούν αναισθησία που χαρακτηρίζεται από καταληψία, ακινησία, ισχυρή αναλγησία και καταστολή του εμέτου. H χρήση τους σήμερα είναι πολύ περιορισμένη, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. H ετομιδάτη είναι παράγωγο της ιμιδαζόλης και θεωρείται ακόμη και σήμερα παράγων πρώτης επιλογής σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση. H μεγάλη συχνότητα των ακούσιων μυϊκών συσπάσεων και άλλων διεγερτικών φαινομένων στην εισαγωγή της αναισθησίας περιορίζει τη χρήση της. H προποφόλη είναι παράγωγο των φαινολών. Tα χαρακτηριστικά της ανάνηψης (ταχεία και πλήρης) και η πιθανή αντιεμετική της δράση την καθιστούν παράγοντα πρώτης επιλογής σε βραχείας διάρκειας χειρουργικές επεμβάσεις. Tα αναισθητικά χορηγούμενα δι' εισπνοής μέσω του συστήματος αναισθησίας ταξινομούνται σε αέρια και πτητικά αναισθητικά. Στα αέρια υπάγονται το υποξείδιο του αζώτου και στα πτητικά αναισθητικά οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (αλοθάνιο) και 668 οι αλογονωμένοι αιθέρες (ισοφλουράνιο, δεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο). Eισπνεόμενοι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος είναι το κυκλοπροπάνιο, χλωροφόρμιο, χλωριούχο αιθύλιο, διαιθυλαιθέρας κ.ά., ενώ η χρήση του μεθοξυφλουρανίου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών του. Εχει αναφερθεί ότι τα αλογονωμένα αναισθητικά αλληλεπιδρούν με ξηρές απορροφητικές ουσίες του διοξειδίου του άνθρακα, σχηματίζοντας μονοξείδιο του άνθρακα σε κλειστά κυκλώματα αναισθησίας, με πιθανότητα αυξημένων επιπέδων ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται υγρές απορροφητικές ουσίες του διοξειδίου του άνθρακα. Μετά τη χορήγηση γενικής αναισθησίας να προειδοποιούνται οι ασθενείς να μην οδηγήσουν ή χειριστούν κάποιο μηχάνημα ή εργασθούν σε επικίνδυνες συνθήκες. Ο ασθενής δεν πρέπει να αναχωρήσει για το σπίτι χωρίς συνοδεία και να του γίνει σύσταση να μην καταναλώσει οινόπνευμα. Για τις ενδοφλέβιες βενζοδιαζεπίνες και για τα βραχείας διάρκειας δράσης γενικά αναισθητικά οι προειδοποιήσεις ισχύουν μέχρι και 24 ώρες μετά την αναισθησία.

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν ROPIVACAINE.

Φόρτωση σκευασμάτων...