Περιγραφή
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η βανκομυκίνη και η τεϊκοπλανίνη. Eίναι αντιβιοτικά βακτηριοκτόνα δραστικά έναντι (I) σταφυλοκόκκων, τόσο των στελεχών Staphylococcus aureus όσο και των CNS σταφυλοκόκκων (Coagulase-negative staphylococci), συμπεριλαμβανομένων και των ανθεκτικών στις αντισταφυλοκοκκικές πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες, (II) στρεπτοκόκκων (συμπεριλαμβανομένων και των πνευμονιοκόκκων των ανθεκτικών στη πενικιλλίνη), (III) εντεροκόκκων, (VI) Corynebacterium JK, (V) Listeria monocytogenes, και (VI) κλωστηριδίων ειδικότερα έναντι του Clostridium difficile.
Eίναι και τα δύο ενέσιμα αντιβιοτικά αλλά διαφέρουν στο χρόνο ημισείας ζωής τους, ο οποίος αφορά 12 ώρες και > 100 ώρες για την βανκομυκίνη και την τεϊκοπλανίνη αντιστοίχως. Aποβάλλονται από τους νεφρούς βραδέως και δεν απορροφώνται όταν χορηγούνται από το στόμα. Δεν διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Δεν απομακρύνονται με την αιμοκάθαρση. H βανκομυκίνη δίδεται μόνο ενδοφλεβίως ενώ η τεϊκοπλανίνη ενδοφλεβίως και ενδομυϊκώς. Σε αντίθεση με την βανκομυκίνη, η τεϊκοπλανίνη δεν είναι εξ ορισμού νεφροτοξική.
Ενδείξεις
Bρουκέλλωση σε συνδυασμό με στρεπτομυκίνη, χλαμυδιακές λοιμώξεις (ψιττάκωση, τράχωμα, επιπεφυκίτιδα με έγκλειστα, σεξουαλικώς μεταδιδόμενες χλαμυδιακές λοιμώξεις), ρικετσιώσεις (όπως επιδημικός και ενδημικός εξανθηματικός τύφος, πυρετός Q), μυκοπλασματικές λοιμώξεις, μη επιπλεγμένη ορθογεννητική γονόρροια από ευαίσθητα στελέχη και σε αντένδειξη της πενικιλλίνης, μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα, χρόνια προστατίτιδα, βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα, χολέρα, πανώλης, τουλαραιμία, λεπτοσπειρώσεις, νόσος Lyme (από Borrelia burgdorferi), υπόστροφος πυρετός από ψείρες (από Borrelia recurrentis) ή κρότωνες (από Borrelia duttonii), λιστεριώσεις, ακτινομυκητίαση, σύφιλη και τροπική μόρωση σε αντένδειξη της πενικιλλίνης, παρόξυνση χρόνιας βρογχίτιδας, χρόνια ιγμορίτιδα, χρόνια περιοδοντική νόσος (δοξυκυκλίνη), ακμή. Oι τετρακυκλίνες χορηγούνται επίσης για πρόληψη της μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας (μινοκυκλίνη σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη), της διαρροίας των ταξιδιωτών από Escherichia coli που παράγει εντεροτοξίνη (δοξυκυκλίνη) και της ελονοσίας σε περιοχές με πολυανθεκτικό Plasmodium falciparum (δοξυκυκλίνη).
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία σε οποιαδήποτε από τις τετρακυκλίνες, βαριά νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια. Η χρήση των τετρακυκλινών κατά τις περιόδους ανάπτυξης των οστών και των οδόντων μπορεί να προκαλέσει εναπόθεσή τους σε αυτά με αποτέλεσμα μόνιμο αποχρωματισμό των δοντιών και σε μερικές περιπτώσεις υποπλασία της αδαμαντίνης ουσίας τους. Eπιπλέον φαίνεται να έχουν και τοξικές επιδράσεις στο έμβρυο. Ως εκ τούτου η χορήγησή τους αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας <8 ετών, κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας (αποβάλλονται με το μητρικό γάλα).
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Γαστρεντερικές διαταραχές (ανορεξία, ναυτία, έμετοι, διάρροια και σπανίως ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, στοματίτιδα, γλωσσίτιδα), ανάπτυξη μονιλίασης στην περιπρωκτική ή περιγεννητική περιοχή, ανάπτυξη επιγενών λοιμώξεων από ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών, ερυθηματοβλατιδώδη εξανθήματα, φωτοευαισθησία, ονυχόλυση, φαιά χρώση δέρματος και βλεννογόνων (κυρίως με μινοκυκλίνη), επιβάρυνση προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας, αύξηση ηπατικών ενζύμων, διαταραχή ηπατικής λειτουργίας, στεάτωση ήπατος (με μεγάλες συνήθως δόσεις), αντιδράσεις υπερευαισθησίας (κνίδωση, αγγειοοίδημα, πυρετός, αρθραλγίες κλπ.), προβολή των πηγών του κρανίου στα βρέφη και καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση κυρίως σε νεαρά άτομα, ίλιγγος κυρίως με μινοκυκλίνη.
Αλληλεπιδράσεις
Aνταγωνίζονται τη μικροβιοκτόνο δράση της πενικιλλίνης, ενώ ενισχύουν τη δράση της διγοξίνης (κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού) και των από του στόματος αντιπηκτικών. Mε θεοφυλλίνη αυξάνεται η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντε- 5. ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ρικό, ενώ με μεθοξυφλουράνιο ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας ενίοτε θανατηφόρου. Bαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη μειώνουν τη δραστικότητά τους. Aντιόξινα περιέχοντα αργίλιο, μαγνήσιο, ασβέστιo, τα άλατα σιδήρου ή βισμουθίου, σκευάσματα ψευδαργύρου, η σιμετιδίνη και τροφές (ιδιαιτέρως γαλακτοκομικά προϊόντα, εκτός της δοξυκυκλίνης και της μινoκυκλίνης που δεν επηρεάζονται σημαντικά από την ταυτόχρονη λήψη τροφής ή γάλακτος), αναστέλλουν την απορρόφησή τους. Με ρετινοειδή κίνδυνος ενδοκρανιακής υπέρτασης. Αυξημένος κίνδυνος εργοτισμού με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας. Η ταυτόχρονη χρήση τετρακυκλινών μπορεί να μειώσει τη δράση των από του στόματος αντισυλληπτικών.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια (η μινοκυκλίνη και η δοξυκυκλίνη δεν επηρεάζουν σημαντικά τη νεφρική λειτουργία), εξασθενημένα άτομα (αντιαναβολική δράση των τετρακυκλινών). Απαιτείται προσοχή κατά την κατάποση στερεών μορφών τετρακυκλινών, διότι εάν δεν καταποθούν σωστά υπάρχει κίνδυνος παραμονής του φαρμάκου στον οισοφάγο με αποτέλεσμα τραυματισμό του, δυσφαγία, άλγος κατά την κατάποση ή οπισθοστερνικό άλγος ή καύσο, οισοφαγίτιδα και εξελκώσεις του οισοφάγου. Δεν συνιστάται η λήψη τους από ασθενείς με διαταραχές του οισοφάγου ή άλλους παράγοντες που καθυστερούν την κένωση του οισοφάγου, όπως ουλές και αχαλασία. Με στερεές μορφές τετρακυκλινών συνιστάται η λήψη αρκετής ποσότητας υγρών με τον ασθενή σε όρθια θέση και για μισή ώρα μετά τη λήψη του φαρμάκου. Η δόση να μη λαμβάνεται αμέσως πριν από την κατάκλιση. Σε μακροχρόνια χρήση κίνδυνος επιλοιμώξεων. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αν εμφανισθεί αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση. Ασθενείς που λαμβάνουν τετρακυκλίνες να αποφεύγουν την έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία. Σε χορήγηση σκευασμάτων που έχει λήξει ο χρόνος χρήσης τους κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου Fanconi.
Δοσολογία
Ενδομυϊκώς, ενδοφλεβίως ή σε ΕΦ έγχυση χορηγούνται σε βαριές λοιμώξεις 400 mg/12ωρο ενδοφλεβίως για τις 3 αρχικές δόσεις και στη συνέχεια 400 mg μία φορά την ημέρα ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς. Σε μέτριας βαρύτητας λοιμώξεις 400mg ενδοφλεβίως την 1η ημέρα και στη συνέχεια 200mg την ημέρα ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Μεγαλύτερες δόσεις, έως και 12mg/kg ημερησίως συνιστώνται σε σοβαρά εγκαύματα και σε ενδοκαρδίτιδα. Νεογνά μόνο μία δόση 8mg/kg ενδοφλεβίως και σε > 2 μηνών 10mg/ kg/12ωρο ενδοφλεβίως για 3 δόσεις και στη συνέχεια 6mg/kg ημερησίως (σε βαριές λοιμώξεις και λοιμώξεις σε ουδετεροπενικά παιδιά 10mg/kg) ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς. Περιεγχειρητική προφύλαξη 400mg (ή 6mg/kg σε ασθενείς με βάρος >85kg) ενδοφλεβίως κατά την εισαγωγή στην αναισθησία και ενδεχομένως μια επιπλέον δόση μετά 24 ώρες. Eπί νεφρικής ανεπάρκειας να διατηρούνται επίπεδα στον ορό τάξης τουλάχιστον 10mg/l μετά την τέταρτη ημέρα της θεραπείας. Ενδεικτικά σε κάθαρση κρεατινίνης 40-60 ml/min η δόση μειώνεται στο ήμισυ, ενώ όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι < 40 ml/min η ημερησία δόση μειώνεται στο 1/ . Δεν χορηγείται σε κάθαρση κρεατινί3 νης 20 ml/min, ενώ στις ηπιότερες περιπτώσεις δίδεται το ½ ή 1/3 της δόσης.
Φαρμακευτικά προϊόντα
TARGOCID/Vianex: ly.pd.inj 200mg/vial x 1 + 1amp x 3ml-solv, 400mg/vial x 1 + 1amp x 3ml-solv 5.1.10 Tετρακυκλίνες Oι τετρακυκλίνες είναι αντιμικροβιακά ευρέος φάσματος εναντίον Gram+ και Gramμικροοργανισμών. Δρουν αναστέλλοντας την πρωτεϊνική σύνθεση των μικροβίων. Πρόκειται για χρήσιμα φάρμακα, παρόλο που η χρήση τους σήμερα, λόγω ανάπτυξης ανθεκτικών στελεχών, είναι σχετικώς περιορισμένη. Σε ορισμένες λοιμώξεις αποτελούν φάρμακα εκλογής. Όλες οι τετρακυκλίνες έχουν κατά κανόνα κοινό αντιμικροβιακό φάσμα. H τετρακυκλίνη και η οξυτετρακυκλίνη εμφανίζουν σχετικώς ασταθή απορρόφηση χορηγούμενες από το στόμα. Aντιθέτως, η δοξυκυκλίνη και μινοκυκλίνη απορροφώνται πλήρως και εμφανίζουν το πλεονέκτημα του μεγάλου χρόνου ημιζωής, που επιτρέπει την εφάπαξ ημερήσια χορήγηση.