C01E — Καρδιολογικά σκευάσματα
Διάφορα άλλα αντιαρρυθμικά φάρμακα
Ειδικοί μεταβολικοί αναστολείς
Η δράση των φαρμάκων της κατηγορίας αυτής διαφέρει τελείως από τα κλασικά αντιστηθαγχικά φάρμακα. Δεν ελαττώνουν τις απαιτήσεις της καρδιάς σε οξυγόνο και δεν αυξάνουν την παροχή αίματος στο μυοκάρδιο. Η δράση τους αποδίδεται σε βελτίωση του μεταβολισμού των κυττάρων (ΑΤΡ, κλπ.) που βρίσκονται σε υποξία ή ισχαιμία.
Εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας είναι η τριμεταζιδίνη. Σε συγκριτικές μελέτες με τα κλασικά αντιστηθαγχικά φάρμακα (β-αποκλειστές, ανταγωνιστές ασβεστίου) ή σε μελέτες με συνδυασμένη χορήγηση με αυτά τα φάρμακα για χρονικό διάστημα μέχρι 6 μήνες, σε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη έχει παρατηρηθεί ελάττωση του αριθμού των επεισοδίων στηθάγχης και αύξηση του χρόνου εμφάνισής της ή της πτώσης του διαστήματος ST στη δοκιμασία κόπωσης.
Ιβαμπραδίνη
Φάρμακα κατά της στυτικής δυσλειτουργίας
Παράγωγα του οξεικού οξέος
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το πεπτικό, KNΣ και δέρμα και σπανιότερα το αιμοποιητικό. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία πολλών ρευματικών παθήσεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα. H αποτελεσματικότητα της ινδομεθακίνης στην οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι συγκρίσιμη με εκείνη της κολχικίνης, της φαινυλβουταζόνης και της ναπροξένης, έχει όμως μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών (κεφαλαλγία, ίλιγγος, κλπ.). H αναλγητική της δράση αρχίζει σε λίγα λεπτά και διαρκεί 5 περίπου ώρες, η δε αντιφλεγμονώδης αρχίζει σε μια εβδομάδα και η μέγιστη δράση τη 2η εβδομάδα.
H ασεμετασίνη ομοιάζει χημικώς και ως προς τη δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες με την ινδομεθακίνη, θεωρείται όμως ότι ερεθίζει ολιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H ετοδολάκη έχει δράση ανάλογη με τα παράγωγα του προπιονικού οξέος και θεωρείται επίσης ότι ερεθίζει λιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H δικλοφενάκη και η ασεκλοφενάκη έχουν δράση όμοια της ναπροξένης και τις ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Παράγωγα του προπιονικού οξέος
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:
H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.
H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).
H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.
H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.
H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.
H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.
Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.