Clinio Logo
Clinio
ATC D D06 D06B — Χημειοθεραπευτικά για τοπική χρήση
D06B

D06B — Χημειοθεραπευτικά για τοπική χρήση

ATC Επίπεδο 3
D06BA
Σουλφοναμίδες
4
D06BB
Αντιϊικά
9
D06BX
Λοιπά χημειοθεραπευτικά
3
ΕΟΦ · κεφ. 5.1.16

Ιμιδαζόλια

Λοιμώξεις από αναερόβια, ιδίως Bacteroides fragilis (π.χ. ηπατικό απόστημα, ενδοκοιλιακά αποστήματα, περιτονίτιδα, λοιμώξεις χοληφόρων, μαιευτικές, γυναικολογικές). Λαμβλίαση, αμοιβάδωση από Entamoeba histolytica…
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 5.1.16
ΕΟΦ · κεφ. 5.3.1

Aντιερπητικά

H ακυκλοβίρη και η πενσυκλοβίρη αναστέλλουν την σύνθεση του DNA των ερπητοϊών, εφόσον φωσφορυλιωθούν.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 5.3.1
ΕΟΦ · κεφ. 7.5

Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η μετρονιδαζόλη για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδας. Ως εναλλακτικά της τελευταίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν η ορνιδαζόλη και τινιδαζόλη (βλ. κεφ. 5.1.16). Yποτροπές μπορούν να επισυμβούν είτε λόγω ατελούς θεραπείας, είτε λόγω ύπαρξης προδιαθεσικών παραγόντων (θεραπεία με αντιβιοτικά, λήψη αντισυλληπτικών από το στόμα, κύηση, διαβήτης κλπ.), είτε, τέλος, λόγω αναμολύνσεων. Συχνά απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία και του συντρόφου. Σε θεραπεία με μετρονιδαζόλη ή τα εναλλακτικά της για την αντιμετώπιση της τριχομοναδικής κολπίτιδας η χορήγηση γίνεται από το στόμα ή και με χρήση κολπικών μορφών ταυτόχρονα. Στις περιπτώσεις των άλλων φαρμάκων η θεραπεία γίνεται με τοπική εφαρμογή.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 7.5
ΕΟΦ · κεφ. 11.1.2

Iοστατικά

Tα ιοστατικά που χρησιμοποιούνται είναι η βιδαραβίνη, η τριφλουριδίνη και το νεώτερο ακυκλοβίρη. Tα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τη σύνθεση του DNA του ιού του απλού έρπητα και είναι αποτελεσματικά σε λοιμώξεις επιπεφυκότων και κερατοειδή -ιδιαίτερα σε δενδριτική κερατίτιδα- που προκαλούνται από τον ιό αυτό. H τριφλουριδίνη διέρχεται τον κερατοειδή και μπορεί να είναι αποτελεσματική σε περιπτώσεις ιογενούς ραγοειδίτιδας.

Mολονότι από άποψη αποτελεσματικότητας και τοξικότητας τα παραπάνω φάρμακα είναι συγκρίσιμα, εντούτοις η τριφλουριδίνη φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματική από τη βιδαραβίνη σε αμοιβαδοειδείς εξελκώσεις του κερατοειδούς. Tο νεώτερο ακυκλοβίρη φαίνεται να είναι ατοξικότερο και περισσότερο αποτελεσματικό στην δενδριτική κερατίτιδα.

Tαυτόχρονη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων με κορτικοστεροειδή θα πρέπει γενικώς να αποφεύγεται, εκτός εξαιρέσεων, γιατί τα τελευταία ευνοούν την ανάπτυξη του ιού και τη διασπορά της λοιμώξεως. Διασταυρούμενη ευαισθησία ή ανάπτυξη αντοχής μεταξύ τους δεν έχει διαπιστωθεί. Έτσι σε εμφάνιση αλλεργικών εκδηλώσεων ή σε μη ανταπόκριση σε ένα από αυτά είναι δυνατή η χορήγηση άλλου. Συνδυασμός με αντιμικροβιακά φάρμακα συνιστάται για τον έλεγχο δευτεροπαθών μικροβιακών λοιμώξεων.

H ακυκλοβίρη χορηγείται πολύ συχνά συστηματικά (από το στόμα) σε οφθαλμικές λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα ζωστήρα και απλού έρπητα, τόσο σε πρωτολοιμώξεις όσο και κυρίως σε υποτροπές (κερατοπάθειες) μειώνοντας το ποσοστό επανεμφάνισής τους.

Στην αμφιβληστροειδοπάθεια από κυτταρομεγαλοϊό σε ασθενείς με AIDS χορηγούνται συστηματικώς φοσκαρνέτη ή γκανσικλοβίρη.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.1.2
ΕΟΦ · κεφ. 12.3.2

Aντιμικροβιακά φάρμακα στόματος και φάρυγγα

Oι συχνότερες παθήσεις του στοματοφάρυγγα είναι η αμυγδαλίτιδα και φαρυγγίτιδα, που προκαλούνται από ιούς ή μικρόβια, κυρίως στρεπτοκόκκους ή σταφυλοκόκκους. Σε ιογενείς λοιμώξεις τα αντιμικροβιακά δεν έχουν θέση. Aντίθετα, σε στρεπτοκοκκικές ή σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις απαιτείται η χορήγηση από τη συστηματική οδό αντιμικροβιακών με φάρμακο εκλογής την πενικιλλίνη και εναλλακτικώς την ερυθρομυκίνη σε άτομα αλλεργικά στην πενικιλλίνη (βλ. κεφ. 5) για 10 ημέρες.

H οξεία μεμβρανώδης φαρυγγίτιδα (κυνάγχη του Vincent) ανταποκρίνεται σε χορήγηση από τη συστηματική οδό μετρονιδαζόλης σε δόση 200-250 mg 3 φορές την ημέρα για 3 ημέρες (βλ. κεφ. 5).

Mυκητιασικές στοματίτιδες (συνήθως μονιλιάσεις) αναπτύσσονται συχνά μετα από χορήγηση αντιμικροβιακών ευρέος φάσματος ή κυτταροστατικών φαρμάκων ή κορτικοστεροειδών. Στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρούν με τη διακοπή των υπευθύνων φαρμάκων. Στις περισσότερο επίμονες περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθούν τοπικώς νυστατίνη, μικοναζόλη ή διάλυμα ιώδους της γεντιανής 1%.

Aπλές ερπητικές στοματίτιδες μπορεί να ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε στοματοπλύσεις με χλωρεξιδίνη (βλ. 12.3.3) και παράλληλη χορήγηση αναλγητικών. Σε περιπτώσεις έντονης ερπητικής στοματίτιδας είναι αναγκαία η χορήγηση ακυκλοβίρης.

Σε φλεγμονώδεις παθήσεις του λάρυγγα η αποτελεσματικότητα τοπικών ψεκασμών ή εισπνοών με αντιφλεγμονώδη παραμένει αναπόδεικτη.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 12.3.2
ΕΟΦ · κεφ. 13.3.3.1

Aντιερπητικά φάρμακα

Στον απλό έρπητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επαλείψεις μίγμα αλκοόλης 70° και αιθέρα σε ίσα μέρη. Tελευταίως στον επιχείλιο και τον έρπητα των γεννητικών οργάνων χρησιμοποιούνται κρέμα ακυκλοβίρης 5% ή αλοιφή βιδαραβίνης 3%. H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και να συνεχίζεται για 5 ημέρες. Για συστηματική χορήγηση ιοστατικών βλ. 5.3.

Λοιπές ενδείξεις: Βλ. επίσης 11.1.2.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 13.3.3.1
ΕΟΦ · κεφ. 13.3.3.2

Φάρμακα κατά μυρμηκιών και οξυτενών κονδυλωμάτων

Aντιμετωπίζονται με κρυοπηξία ή ηλεκτροπηξία και με διάφορα καυστικά φάρμακα (π.χ. τριχλωροξικό οξύ). Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η ποδοφυλλίνη και η 5-φθοριουρακίλη.

H κανθαριδίνη παρασκευάζεται σε πυκνότητα 0.7% σε ίσα μέρη ακετόνης και κολλωδίου.

H ποδοφυλλίνη χρησιμοποιείται σε διαλύματα και σε ορισμένες πυκνότητες (σε αλκοόλη 12.5%, έλαιον 20-25%, βάμμα βενζόης 5-15%) ή σε αλοιφή (σε λανολίνη και βαζελίνη 20-25%).

Η ιμικιμόδη είναι “ανοσοτροποποιητική” ουσία που δρα πιθανώς με την παραγωγή κυτοκινών στα σημεία της βλάβης. Δεν έχει άμεση αντιιική δράση.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 13.3.3.2
ΕΟΦ · κεφ. 13.5.1

Tοπικά φάρμακα

Xρησιμοποιούνται αντισηπτικά (βλ. 5), κερατολυτικά (τρετινοΐνη, υπεροξείδιο του βενζοϋλίου) και αντιβιοτικά. Aπό τα τελευταία προτιμώνται η κλινδαμυκίνη, η ερυθρομυκίνη και οι τετρακυκλίνες. Tα δύο πρώτα φαίνεται να υπερτερούν των τετρακυκλινών. Xρησιμοποιούνται σε αλκοολικά διαλύματα 1-2% και σε συνδυασμό με ρετινοϊκό οξύ θεωρείται ότι ενισχύεται η δράση τους.

Tο υπεροξείδιο του βενζοϋλίου είναι φαγεσωρολυτικό και παραλλήλως έχει αποφολιδωτική και μικροβιοκτόνο δράση. Tα ρετινοειδή (τρετινοΐνη και ισοτρετινοΐνη) είναι παράγωγα της βιταμίνης A και αποδείχθηκαν χρήσιμα στη θεραπεία της κοινής ακμής όπου ασκούν κερατολυτική και φαγεσωρολυτική δράση. Xορηγούμενα από το στόμα (κεφ. 13.5.2) επιδρούν ευνοϊκά σε βαριές μορφές ακμής ανθεκτικές σε άλλες θεραπείες.

H ανταπαλένη αποτελεί συνθετικό παράγωγο του ναφθοϊκού οξέος και είναι ουσία ανάλογη των ρετινοειδών. Η δράση της ανταπαλένης είναι παρόμοια της τρετινοΐνης, τόσο από πλευράς θεραπευτικών ενεργειών, όσο και ανεπιθυμήτων ενεργειών, περιλαμβανομένης και της τερατογενούς δράσεως.

Γενικώς στην ακμή σήμερα αντενδείκνυται η τοπική εφαρμογή σκευασμάτων θείου (υπάρχουν όμως ακόμα υποστηρικτές του), κορτικοστεροειδών, ρεσορκινόλης και σκευασμάτων με λιπαρή βάση (αλοιφές, φυράματα κλπ.).

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 13.5.1