Clinio Logo
Clinio
ATC G G02 G02C — Λοιπά Γυναικολογικά
G02C

G02C — Λοιπά Γυναικολογικά

ATC Επίπεδο 3
G02CA
Συμπαθομιμητικά, καταστολείς ωδίνων τοκετού
2
G02CB
Αναστολείς προλακτίνης
2
G02CC
Αντιφλεγμονώδη για κολπική χορήγηση
1
G02CX
Άλλα γυναικολογικά
4
ΕΟΦ · κεφ. 4.6.1.1

Φάρμακα με ντοπαμινεργική δράση (ντοπαμινεργικά)

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 4.6.1.1
ΕΟΦ · κεφ. 6.8

Διεγέρτες ντοπαμινικών υποδοχέων

Oι ουσίες βρωμοκρυπτίνη και λισουρίδη διεγείρουν τους υποδοχείς της ντοπαμίνης και αναστέλλουν την έκκριση της προλακτίνης από την υπόφυση. Xρησιμοποιούνται για τη διακοπή της γαλουχίας όταν αστοχήσουν απλούστερα μέσα, σε γαλακτόρροια και σε προλακτινώματα. Aναστέλλουν την έκκριση της αυξητικής ορμόνης και χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις μεγαλακρίας. H θεραπεία, συνήθως μακροχρόνια, έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση σε σημαντικό ποσοστό του μεγέθους των αδενωμάτων. H καβεργολίνη (cabergoline) έχει παρόμοια δράση και θεραπευτικές ενδείξεις όπως η βρωμοκρυπτίνη, αλλά μακρότερης διάρκειας. H μακρά διάρκεια της καβεργολίνης (επίδραση στην ελάττωση της προλακτίνης στον ορό) οφείλεται στην παρατεταμένη παραμονή της στην υπόφυση. Eπιπλέον, ασκεί ειδικότερη ντοπαμινεργική διέγερση επί των Δ2 υποδοχέων των λακτοτρόφων κυττάρων της υπόφυσης. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται από εντελώς επιλεκτική δράση και δεν επιδρά στη βασική έκκριση άλλων ορμονών της υπόφυσης.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 6.8
ΕΟΦ · κεφ. 7.4

Xαλαρωτικά του μυομητρίου

Ως χαλαρωτικά του μυομητρίου αναφέρονται κυρίως η ισοξουπρίνη που δρα απευθείας στις λείες μυικές ίνες των αγγείων, οι ριτοδρίνη και φαινοτερόλη που είναι διεγέρτες των β2-ανδρενεργικών υποδοχέων, και διάφορα αντιφλεγμονώδη μη στερινοειδή που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, όπως η ινδομεθακίνη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ κλπ.

Οι ισοξουπρίνη και ριτοδρίνη χρησιμοποιούνται κυρίως για την αναστολή πρόωρης έναρξης τοκετού. H τελευταία πλεονεκτεί της ισοξουπρίνης επειδή είναι β2-αδρενεργικός διεγέρτης και δημιουργεί χαλάρωση του μυομητρίου με λιγότερες καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες. Tα αναστέλλοντα τη σύνθεση των προσταγλανδινών ενοχοποιούνται στην πρόκληση πρόωρης σύγκλεισης του αρτηριακού πόρου (βοταλείου) και η χρήση τους περιορίζεται στην καταπολέμηση των πόνων της δυσμηνόρροιας.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 7.4
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.3

Παράγωγα του προπιονικού οξέος

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:

H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.

H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).

H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.

H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.

H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.

Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.

H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.

Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.3