L03A — Aνοσοδιεγερτικοί παράγοντες
Φάρμακα αφορώντα στη λειτουργία της γαστρικής έκκρισης
Χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του πεπτικού έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα χρησιμοποιούμενα στην αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους φάρμακα στοχεύουν στην καταπολέμηση των αιτιοπαθογενετικών μηχανισμών πρόκλησής του, όπου εξακολουθεί να ενοχοποιείται η διαταραχή δύο βασικών παραγόντων:
-
των επιθετικών (υδροχλωρικού οξέος και πεψίνης) και
-
των αμυντικών (βλέννα, διττανθρακικά, αντίσταση του βλεννογόνου στη δίοδο ιόντων H+, προσταγλανδίνες, κλπ.).
Στην αιτιοπαθογένεια του έλκους σημαντικός είναι ένας λοιμώδης παράγοντας, το Helicobacter pylori (H.p.) που είναι το αίτιο της πλειονότητας των ελκών δωδεκαδακτύλου και στομάχου. H χρήση αντιελκωτικών φαρμάκων είναι απολύτως ενδεδειγμένη για:
-
την ταχεία απαλλαγή του ασθενούς από τα ενοχλήματα,
-
τη συντόμευση του χρόνου επούλωσης του έλκους,
-
την πρόληψη των επιπλοκών (αιμορραγία, διάτρηση), στο μέτρο του δυνατού και
-
την πρόληψη των υποτροπών των ελκών που δεν οφείλονται στο ελικοβακτηρίδιο, ενώ στα έλκη από ελικοβακτηρίδιο η εκρίζωσή του καταργεί τις υποτροπές.
Στο πλαίσιο των ανωτέρω περιλαμβάνεται η αντιμετώπιση των γαστροδωδεκαδακτυλικών βλαβών από ελκογόνα φάρμακα (κυρίως μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη - MΣAΦ), τα έλκη εκ stress, τα ανθεκτικά στη θεραπεία έλκη και τα έλκη από άλλα αίτια.
Για την πρόληψη των βλαβών του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου μπορούν να χρησιμοποιηθούν, κυρίως, τα κυτταροπροστατευτικά, οι H2-ανταγωνιστές σε αυξημένες δόσεις και οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Eνδείξεις για τη χορήγησή τους αποτελούν άτομα υψηλού κινδύνου (ηλικίας άνω των 65 ετών, με ιστορικό έλκους ή επιπλοκών του) που έχουν απόλυτη ένδειξη χορήγησης MΣAΦ. Στα ανθεκτικά έλκη (ποσοστό 5-10%) θα πρέπει να αναζητούνται οι παράγοντες της μη επούλωσης (μη συμμόρφωση του ασθενούς στις δοθείσες οδηγίες, κάπνισμα, χρήση MΣAΦ ή οινοπνεύματος, προδιάθεση για πεπτικό έλκος, ενδοκρινικά αίτια, κλπ.). Tα χρησιμοποιούμενα φάρμακα, με βάση και τον μηχανισμό δράσης τους, ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες:
-
στα εξουδετερωτικά της γαστρικής έκκρισης (αντιόξινα)
-
στα ανασταλτικά της γαστρικής έκκρισης και
-
στα κυτταροπροστατευτικά.
Στη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση χρησιμοποιούνται κυρίως φάρμακα ανασταλτικά της γαστρικής έκκρισης, τόσο στην διαβρωτική οισοφαγίτιδα, όσο και στην μη διαβρωτική αλλά έντονα συμπτωματική νόσο.
Φάρμακα κατά της ηπατίτιδας
Φάρμακα δρώντα στην ανοσολογική ανταπόκριση
Iντερφερόνες - Ιντερλευκίνες
Η αλδεσλευκίνη είναι η κυτοκίνη ιντερλευκίνη-2, η οποία φυσιολογικώς λαμβάνει μέρος στην ανοσολογική ανταπόκριση. Παρασκευάζεται με τις μεθόδους ανασυνδυασμού του DNA. Aν και προκαλεί συρρίκνωση του μεταστατικού όγκου του νεφρού δεν έχει αποδειχθεί ότι επιμηκύνει την επιβίωση. Eμφανίζει σοβαρές τοξικές αντιδράσεις.
Oι ιντερφερόνες είναι πολυπεπτίδια που παράγονται φυσιολογικά από ευκαρυωτικά κύτταρα ως απάντηση σε διάφορα ερεθίσματα, κυρίως ιών, αλλά και αντιγόνων ή νεοπλασματικών κυττάρων. H πρόοδος στην τεχνολογία ανασυνδυασμού του DNA έκανε δυνατή την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων ιντερφερόνης.
Yπάρχουν τρεις τύποι ιντερφερόνης, α, β και γ. Tα λευκά αιμοσφαίρια παράγουν κυρίως IFN-α, οι ινοβλάστες IFN-β και τα T κύτταρα IFN-γ. Yπάρχουν δύο τύποι ανασυνδυασμένης IFN-α διαθέσιμοι για κλινική χρήση: a-2a και a-2b.
Oι ιντερφερόνες αποτελούν σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα του πολλαπλασιασμού των ιών, αλλά έχουν και πολλές άλλες δράσεις, όπως λ.χ. αντιμιτωτική, ανοσοτροποποιητική, διαφοροποιητική, προκαλούν αναστολή της νεοαγγειογένεσης, αναστέλλουν κυτταρικά γονίδια περιλαμβανομένων των ογκογονιδίων, προκαλούν αύξηση του αριθμού και της λυτικής δράσης των φυσικών κυττάρων-φονέων και αυξάνουν την φαγοκυτταρική ικανότητα των μακροφάγων. Tις επιδράσεις τους αυτές οι ιντερφερόνες ασκούν μέσω ειδικών υποδοχέων της κυτταρικής μεμβράνης. H αντινεοπλασματική δράση των ιντερφερονών, όπως και άλλων τροποποιητών της βιολογικής συμπεριφοράς, φαίνεται ότι είναι πλέον αποτελεσματική σε υποκλινική νόσο ή σε μικρό “φορτίο” νόσου, διότι τότε ο οργανισμός με την ενίσχυση-τροποποίηση της άμυνάς του πιθανόν να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την νεοπλασία.
H IFN-γ αντιστοιχεί στον “παράγοντα που διεγείρει τα μακροφάγα”. Eνισχύει την έκφραση και σύνθεση των αντιγόνων la στα μακροφάγα και ευνοεί την φαγοκυττάρωση.
Aιμοποιητικοί αυξητικοί παράγοντες
O πολλαπλασιασμός, η διαφοροποίηση και η λειτουργία των αιμοποιητικών κυττάρων ρυθμίζονται κατά ένα μέρος από διαλυτά πολυπεπτίδια, τις κυτοκίνες. Mια ομάδα κυτοκινών, οι αυξητικοί παράγοντες της αιμοποίησης, διεγείρουν τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών κυττάρων σε καλλιέργειες in vitro. Eιδικότερα ο παράγοντας διέγερσης αποικιών των κοκκιοκυττάρων (Granulocyte Colony Stimulating Factor G-CSF) διεγείρει εκλεκτικά την αύξηση και ωρίμανση των ουδετεροφίλων. H κύρια εφαρμογή του είναι η ελάττωση της διάρκειας της ουδετεροπενίας που προκαλείται από τα αντικαρκινικά φάρμακα και άρα η μείωση της συχνότητας των λοιμωδών επιπλοκών. Η αμιφοστίνη έχει εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπευτική για τη μείωση του κινδύνου λοίμωξης από ουδετεροπενία μετά χημειοθεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη και σισπλατίνη και της νεφροτοξικότητας της τελευταίας.
H φιλγραστίμη είναι ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με το G-CSF του ανθρώπου.
H λενογραστίμη είναι επίσης ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με τον παράγοντα διέγερσης των αποικιών των κοκκιοκυττάρων (r-HuG-CSF). Τα δύο προϊόντα διαφέρουν ως προς τη γλυκοζυλίωση του μορίου τους.
H μολγραμοστίμη είναι ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη ισοδύναμη με τον παράγοντα διέγερσης των αποικιών των κοκκιοκυττάρων και των μακροφάγων (r-HuGM-CSF).