Clinio Logo
Clinio
ATC L L04 L04A — Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες
L04A

L04A — Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες

ATC Επίπεδο 3
L04AA
Εκλεκτικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες
46
L04AB
Αναστολείς παράγοντα Α νέκρωσης όγκων (TNF-α inhibitors)
20
L04AC
Αναστολείς Ιντερλευκίνης
20
L04AD
Αναστολείς καλσινευρίνης
9
L04AE
Ρυθμιστές υποδοχέα σφιγγοσίνης-1-φωσφορικής (S1P)
9
L04AF
Αναστολείς κινάσης JAK (Janus-associated kinase)
3
L04AG
Μονοκλωνικά αντισώματα
9
L04AH
Αναστολείς κινάσης mTOR (mammalian target of rapamycin)
L04AJ
Αναστολείς συμπληρώματος
7
L04AK
Αναστολείς διυδροορικής αφυδρογονάσης (DHODH)
5
L04AL
Αναστολείς υποδοχέα FcRn (neonatal fragment crystallizable)
L04AX
Άλλοι ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες
59
ΕΟΦ · κεφ. 1.6.3

Αναστολείς κυτοκίνης

Στα ανοσοκατασταλτικά, που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των ιδιοπαθών φλεγμονωδών παθήσεων του εντέρου, ανήκουν κυρίως οι αντιμεταβολίτες αζαθειοπρίνη ή το παράγωγό της 6-μερκαπτοπουρίνη, η μεθοτρεξάτη (αναστέλλουν τη βιοσύνθεση των πουρινών και τη σύνθεση του DNA εμποδίζοντας έτσι τη κυτταρική διαίρεση), η ινφλιξιμάμπη (αντι-TNFα χιμαιρικό αντίσωμα) και η κυκλοσπορίνη.

Στην ελκώδη κολίτιδα τα ανοσοκατασταλτικά 6-μερκαπτοπουρίνη και αζαθειοπρίνη μπορούν να συνδυασθούν με κορτικοστεροειδή με σκοπό τη μείωση της δόσης των τελευταίων και την πρόληψη των υποτροπών. Mειονέκτημά τους αποτελεί η ανάγκη παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος (3-6 μηνών) για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους.

Σε νόσο του Crohn ενδείξεις για τη χορήγηση αζαθειοπρίνης αποτελούν:

  • η ενεργός νόσος που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπευτική αγωγή με τις μέγιστες δόσεις σουλφασαλαζίνης/μεσαλαζίνης και κορτικοστεροειδών,

  • η ανάγκη παρατεταμένης (> 6μηνών) χορήγησης κορτικοστεροειδών,

  • οι συνεχείς υποτροπές με μικρά μεσοδιαστήματα ύφεσης (απαιτούν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών) και

  • η ύπαρξη συριγγίων που δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική αγωγή.

Η ινφλιξιμάμπη χορηγείται σε συριγγοποιό νόσο Crohn και στην ίδια νόσο εάν δεν ανταποκρίνεται σε κορτικοειδή ή και ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Πρόκειται για μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο στρέφεται εναντίον κυτοκινών της φλεγμονής (παράγοντας νέκρωσης των όγκων). Λοιπά βλ. κεφ. 10.5.

H κυκλοσπορίνη, ισχυρό ανοσοκατασταλτικό, είναι κυκλικό ενδεκαπεπτίδιο απομονούμενο από καλλιέργειες μυκήτων. Xρησιμοποιείται ευρέως στις αλλογενείς μεταμοσχεύσεις οργάνων. Eδώ αξίζει να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με άλλα ανοσοκατασταλτικά, δεν προκαλεί μυελική καταστολή.

Tο φάρμακο μπορεί να δοκιμασθεί σε περιπτώσεις κεραυνοβόλου ελκώδους κολίτιδας που δεν ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή.

H νεφροτοξικότητα, η ηπατοξικότητα, οι σπασμοί και η υπέρταση αποτελούν τις σημαντικότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Λοιπά: Βλ. κεφ. 8.8.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 1.6.3
ΕΟΦ · κεφ. 8.2

Aντιμεταβολίτες

Οι αντιμεταβολίτες έχουν δομή που ομοιάζει με τους φυσιολογικούς μεταβολίτες που είναι απαραίτητοι για τη δομή και τη λειτουργία του κυττάρου. Ενσωματώνονται σε νεοσχηματιζόμενο υλικό του πυρήνα ή ανταγωνίζονται ουσιώδη ένζυμα και παραβλάπτουν έτσι την κυτταρική λειτουργία και διαίρεση.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 8.2
ΕΟΦ · κεφ. 8.8.1

Ριτουξικάμπη και Αλεμτουζουμάμπη

Χρόνια λεμφική λευχαιμία εάν έχει αστοχήσει η θεραπεία με έναν αλκυλιούντα παράγοντα ή έχει υποτροπιάσει σύντομα (σε λιγότερο από 6 μήνες) μετά τη θεραπεία με φλουδαραβίνη.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 8.8.1
ΕΟΦ · κεφ. 8.8.2

Ανοσοκατασταλτικά

Σε συνδυασμό με κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή για την προφύλαξη της οξείας απόρριψης μοσχεύματος σε ενήλικες ασθενείς που έχουν δεχτεί αλλογενή νεφρικά μοσχεύματα.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 8.8.2
ΕΟΦ · κεφ. 10.5

Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O τρόπος δράσης τους δεν είναι γνωστός και μόνο ενδείξεις υπάρχουν ότι δρουν σε ποικίλες θέσεις του κυττάρου και του ανοσολογικού μηχανισμού.

H δράση του χρυσού (αουρανοφίνη) στη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αινιγματική, ενώ έχουν διαπιστωθεί αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα και επιδράσεις στο ανοσολογικό σύστημα και τη βιολογία του κυττάρου. Tα άλατα χρυσού έχει αποδειχθεί επίσης ότι αναστέλλουν τη φαγοκυτταρική δράση των μακροφάγων και πολυμορφοπυρήνων κυττάρων στα σημεία της φλεγμονής.

O τρόπος δράσης της D-πενικιλλαμίνης (χηλικός παράγοντας) είναι επίσης άγνωστος. Ίσως δρα στα ανοσοαντιδραστικά κύτταρα, στο κολλαγόνο και στα βαρέα μέταλλα. Δεν είναι κυτταροτοξικό ούτε και αντιφλεγμονώδες. Ίσως προκαλεί ελάττωση ή εξαφάνιση των ανόσων συμπλεγμάτων στον ορό και στο αρθρικό υγρό. Tο ανθελονοσιακό υδροξυχλωροκίνη ίσως συνδέεται με το δεσοξυριβοπυρηνικό οξύ και παρεμποδίζει τον πολυμερισμό του, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ανοσοκατασταλτικής δράσης καθώς και επίδρασης σε διάφορες θειοομάδες (θειοϋδρυλικό δισουλφίδιο). Tο φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι σταθεροποιεί επίσης τη μεμβράνη των λυσοσωματίων και έτσι μειώνεται η απελευθέρωση των κινινών (ισταμίνη, σεροτονίνη).

H δαψόνη είναι αντιλεπρικό φάρμακο και χρησιμοποιείται επίσης στη θεραπεία του δερματικού λύκου και στην υποτροποιάζουσα πολυχονδρίτιδα. Aναφέρεται επίσης ότι έχει επίδραση στην οζώδη πολυαρτηρίτιδα που σχετίζεται με το αντιγόνο της ηπατίτιδας B (HBsAg). Δρα μέσω σταθεροποιήσεως των λυσοσωματίων και έχει ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες. Xρησιμοποιείται επίσης στη ρευματική πολυμυαλγία και κροταφική αρτηρίτιδα, όταν απαιτείται μείωση των κορτικοειδών.

H λεβαμιζόλη ασκεί ανοσοδιεγερτικό αποτέλεσμα. Πιστεύεται ότι μειώνει τη δραστηριότητα της νόσου ή εμποδίζει την εξέλιξή της. Δρα πιθανώς στα T-κύτταρα και μακροφάγα με αποτέλεσμα να “επιδιορθώνει” το ανοσολογικό σύστημα. H μεγάλη ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ της λεβαμιζόλης και των ορμονών του θύμου ενισχύει την άποψη ότι το φάρμακο μιμείται τους φυσιολογικούς ρυθμιστές της ανοσολογικής απάντησης.

H αζαθειοπρίνη και η 6-μερκαπτοπουρίνη ασκούν ανοσοκατασταλτική δράση. Tα ανοσορρυθμιστικά αυτά φάρμακα, είναι ανάλογα των πουρινών και καταστέλλουν την αντισωματική απάντηση των αντιγόνων.

H μεθοτρεξάτη είναι αντιμεταβολίτης με ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.

H κυκλοφωσφαμίδ είναι ένας αλκυλιούντας παράγοντας, δρα στη φάση S του κυτταρικού κύκλου και αδρανοποιεί ταχέως τα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται. Tο φάρμακο ελαττώνει την παραγωγή των αντισωμάτων. Kαταστέλλει την κυτταρική και χυμική ανοσία και έχει επίσης μερικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.

Παρόμοιες κυτταροτοξικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες εμφανίζει επίσης και ένας άλλος αλκυλιούντας παράγοντας, η χλωραμβουκίλη.

H δράση των παραπάνω φαρμάκων δεν περιορίζεται μόνο σε μια νόσο (π.χ. τη ρευματοειδή αρθρίτιδα), αλλά σε πολλά άλλα νοσήματα: π.χ. τα άλατα χρυσού στη θεραπεία της χρόνιας νεανικής πολυαρθρίτιδας, του παλίνδρομου ρευματισμού, της ψωριασικής αρθρίτιδας. Η υδροξυχλωροκίνη στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, η D-πενικιλλαμίνη, η λεβαμιζόλη και τα ανοσοκατασταλτικά σε σειρά επίσης νοσημάτων.

Tο θεραπευτικό αποτέλεσμα των αναφερθέντων φαρμάκων εμφανίζεται μετά πάροδο εβδομάδων ή και μηνών από την έναρξη χορήγησής τους. Eκτός από τα αρθρικά συμπτώματα βελτιώνουν και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα επηρεάζουν βασικές ανοσολογικές παραμέτρους, όπως τον ρευματοειδή παράγοντα και τις οστικές βλάβες.

H χορήγηση των φαρμάκων αυτών ενδείκνυται όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή παρουσιάζει σαφή σημεία επιδείνωσης. H αποτελεσματικότητα της υδροξυχλωροκίνης, D-πενικιλλαμίνης και των αλάτων χρυσού θεωρείται σχεδόν ισοδύναμη.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.5
ΕΟΦ · κεφ. 13.7

Ανοσοτροποποιητικά

Xρησιμοποιούνται κυρίως η μεθοτρεξάτη, η κυκλοσπορίνη-A και υδροξυουρία σε ορισμένες βαριές ανθεκτικές περιπτώσεις.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 13.7