ANASTROZOLE
Αναστροζόλη
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ARIMIDEX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Δόση έναρξης: 1 mg μία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων)Δόση1 mg μία φορά την ημέρα
-
Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο διηθητικό καρκίνο του μαστού (θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς)Η συνιστώμενη διάρκεια της επικουρικής ενδοκρινικής θεραπείας είναι 5 έτη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνίσταται τροποποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική νόσοΔεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσοχή.
block
SPC-ARIMIDEX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Κύηση ή γαλουχία.
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην αναστροζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
warning
SPC-ARIMIDEX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η εμμηνόπαυση πρέπει να καθορίζεται βιοχημικά σε όποια ασθενή υπάρχει αμφιβολία για την εμμηνοπαυσιακή της κατάσταση.
-
Χρήση με LHRH ανάλογαΔεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση του Arimidex με ανάλογα της εκλυτικής της ωχρινοποιητικής ορμόνης (LHRH).
-
Συγχορήγηση με ταμοξιφαίνη ή οιστρογόναΠρέπει να αποφεύγεται καθώς μπορεί να μειώσει τη φαρμακολογική του δράση (βλέπε Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).
-
Επίδραση στην οστική πυκνότηταΜπορεί να προκαλέσει ελάττωση της οστικής πυκνότητας, που πιθανόν συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο κατάγματος (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Γυναίκες με οστεοπόρωση ή με κίνδυνο οστεοπόρωσης πρέπει να υποβάλλονται σε τυπική εκτίμηση της οστικής τους πυκνότητας πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτικά διαστήματα στη συνέχεια. Η θεραπεία ή προφύλαξη από την οστεοπόρωση πρέπει να αρχίσει, αν απαιτείται και να παρακολουθείται προσεκτικά. Η χρήση ειδικών θεραπειών, π.χ. διφωσφονικών, μπορεί να σταματήσει την περαιτέρω απώλεια του οστικού περιεχομένου και θα μπορούσε να εξετασθεί (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΧορήγηση με προσοχή (βλέπε Δοσολογία). Η θεραπεία πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση του οφέλους-κινδύνου εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή. Η έκθεση στην αναστροζόλη μπορεί να είναι αυξημένη (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΧορήγηση με προσοχή (βλέπε Δοσολογία). Η έκθεση στην αναστροζόλη δεν είναι αυξημένη (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αποδειχθεί (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αγόρια ή κορίτσια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα ασφαλείας.
-
Υπερευαισθησία στη λακτόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψης Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ARIMIDEX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ταμοξιφαίνη ή θεραπείες που περιλαμβάνουν οιστρογόναΜπορεί να μειώσει τη φαρμακολογική δράση της αναστροζόλης.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
sick
SPC-ARIMIDEX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ανορεξία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερασβεστιαιμία (με ή χωρίς αύξηση της παραθυρεοειδούς ορμόνης)
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα*
- Διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων παραισθησίας, απώλειας γεύσης και αλλοίωσης της γεύσης).
- Εξάψεις
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Αυξήσεις στην αλκαλική φωσφατάση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξήσεις στην γ-GT και χολερυθρίνη
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Τριχόπτωση (αλωπεκία)
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Κνίδωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Δερματική αγγειίτιδα (περιλαμβανομένων ορισμένων αναφορών πορφύρας Henοch-Schönlein)**
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Αρθραλγία/δυσκαμψία αρθρώσεων
- Αρθρίτιδα
- Οστεοπόρωση
- Οστικός πόνος
- Μυαλγία
- Εκτινασσόμενος δάκτυλος
- Ξηρότητα του κόλπου
- Κολπική αιμορραγία***
- Αδυναμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΑσυνήθειςΥπερασβεστιαιμία (με ή χωρίς αύξηση της παραθυρεοειδούς ορμόνης)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣύνδρομο Καρπιαίου ΣωλήναΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων παραισθησίας, απώλειας γεύσης και αλλοίωσης της γεύσης)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΑυξήσεις στην αλκαλική φωσφατάση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΑσυνήθειςΑυξήσεις στην γ-GT και χολερυθρίνηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΑσυνήθειςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΤριχόπτωση (αλωπεκία)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑσυνήθειςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΔερματική αγγειίτιδα (περιλαμβανομένων ορισμένων αναφορών πορφύρας Henοch-Schönlein)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγία/δυσκαμψία αρθρώσεωνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΑρθρίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΟστεοπόρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΑσυνήθειςΕκτινασσόμενος δάκτυλοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΞηρότητα του κόλπουΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΚολπική αιμορραγίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΑδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ARIMIDEX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Arimidex σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση του Arimidex κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΟι επιδράσεις του Arimidex στη γονιμότητα των ανθρώπων δεν έχουν μελετηθεί. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ARIMIDEX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ARIMIDEX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η απορρόφηση της αναστροζόλης είναι ταχεία και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως μέσα σε δύο ώρες από τη χορήγηση (σε συνθήκες νηστείας). Η τροφή ελαττώνει λίγο το ρυθμό, αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης. Η μικρή…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση Arimidex για ενήλικες συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων είναι ένα δισκίο του 1 mg μία φορά την ημέρα. Για μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο διηθητικό καρκίνο του μαστού, η συνιστώμενη διάρκεια της επικουρικής ενδοκρινικής θεραπείας είναι 5 έτη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Arimidex δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν συνίσταται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση του Arimidex πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική νόσο. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.4).
Τρόπος χορήγησης
Το Arimidex πρέπει να λαμβάνεται από το στόμα.
block
Αντενδείξεις
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Αντενδείξεις
Το Arimidex αντενδείκνυται σε:
- εγκύους ή γυναίκες που θηλάζουν
- ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην αναστροζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
Το Arimidex δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η εμμηνόπαυση πρέπει να καθορίζεται βιοχημικά (ωχρινοποιητική ορμόνη [LH], ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη [FSH] και/ή επίπεδα οιστραδιόλης) σε όποια ασθενή υπάρχει αμφιβολία για την εμμηνοπαυσιακή της κατάσταση. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση του Arimidex με ανάλογα της εκλυτικής της ωχρινοποιητικής ορμόνης (LHRH). Η συγχορήγηση ταμοξιφαίνης ή θεραπειών που περιλαμβάνουν οιστρογόνα μαζί με το Arimidex πρέπει να αποφεύγεται καθώς μπορεί να μειώσει τη φαρμακολογική του δράση (βλέπε παράγραφο 4.5 και 5.1).
Επίδραση στην οστική πυκνότητα
Καθώς το Arimidex μειώνει τα επίπεδα των κυκλοφορούντων οιστρoγόνων, μπορεί να προκαλέσει ελάττωση της οστικής πυκνότητας σε μεταλλικά άλατα, που πιθανόν συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο κατάγματος (βλέπε παράγραφο 4.8). Γυναίκες με οστεοπόρωση ή με κίνδυνο οστεοπόρωσης πρέπει να υποβάλλονται σε τυπική εκτίμηση της οστικής τους πυκνότητας σε μεταλλικά άλατα πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτικά διαστήματα στη συνέχεια. Η θεραπεία ή προφύλαξη από την οστεοπόρωση πρέπει να αρχίσει, αν απαιτείται και να παρακολουθείται προσεκτικά. Η χρήση ειδικών θεραπειών, π.χ. διφωσφονικών, μπορεί να σταματήσει την περαιτέρω απώλεια του οστικού περιεχομένου σε μεταλλικά άλατα που προκαλείται από το Arimidex σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και θα μπορούσε να εξετασθεί (βλέπε παράγραφο 4.8).
Ηπατική δυσλειτουργία
Το Arimidex δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η έκθεση στην αναστροζόλη μπορεί να είναι αυξημένη σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2). Η χορήγηση Arimidex σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.2). Η θεραπεία πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση του οφέλους-κινδύνου εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Arimidex δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Η έκθεση στην αναστροζόλη δεν είναι αυξημένη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GRF<30 ml/λεπτό, βλέπε παράγραφο 5.2). Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση Arimidex πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Arimidex δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αποδειχθεί σε αυτήν την ομάδα ασθενών (βλέπε παράγραφο 5.1). Το Arimidex δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αγόρια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνη. Στην κεντρική κλινική δοκιμή, δεν αποδείχτηκε η αποτελεσματικότητα και δεν τεκμηριώθηκε η ασφάλεια (βλέπε παράγραφο 5.1). Καθώς η αναστροζόλη μειώνει τα επίπεδα της οιστραδιόλης, το Arimidex δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε κορίτσια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα ασφαλείας σε παιδιά και εφήβους.
Υπερευαισθησία στη λακτόζη
Αυτό το προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψης Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές, μελέτες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος ή αυθόρμητες αναφορές. Εκτός εάν καθορίζεται αλλιώς, οι κατηγορίες συχνότητας υπολογίσθηκαν από τον αριθμό των ανεπιθύμητων συμβαμάτων που αναφέρθηκαν σε μία μεγάλη μελέτη φάσης ΙΙΙ που διεξήχθη σε 9.366 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εγχειρήσιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες υποβλήθηκαν σε θεραπεία επί 5 έτη (μελέτη Arimidex, Ταμοξιφαίνη, Μεμονωμένα ή σε Συνδυασμό [ATAC]). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητα και την Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα. Οι κατηγορίες των συχνοτήτων ορίζονται σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), ασυνήθεις (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), και πολύ σπάνιες (<1/10.000). Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κεφαλαλγία, εξάψεις, ναυτία, εξάνθημα, αρθραλγία, δυσκαμψία αρθρώσεων, αρθρίτιδα και αδυναμία.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα και συχνότητα
Ανεπιθύμητες ενέργειες ανά Οργανικό Σύστημα και συχνότητα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: Ανορεξία, Υπερχοληστερολαιμία
- Ασυνήθεις: Υπερασβεστιαιμία (με ή χωρίς αύξηση της παραθυρεοειδούς ορμόνης)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία
- Συχνές: Υπνηλία, Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα*, Διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων παραισθησίας, απώλειας γεύσης και αλλοίωσης της γεύσης).
Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Εξάψεις
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές: Ναυτία
- Συχνές: Διάρροια, Έμετος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Συχνές: Αυξήσεις στην αλκαλική φωσφατάση, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Ασυνήθεις: Αυξήσεις στην γ-GT και χολερυθρίνη, Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ συχνές: Εξάνθημα
- Συχνές: Τριχόπτωση (αλωπεκία), Αλλεργικές αντιδράσεις
- Ασυνήθεις: Κνίδωση
- Σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, Αναφυλακτοειδής αντίδραση, Δερματική αγγειίτιδα (περιλαμβανομένων ορισμένων αναφορών πορφύρας Henοch-Schönlein)**
- Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο Stevens-Johnson, Αγγειοοίδημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Πολύ συχνές: Αρθραλγία/δυσκαμψία αρθρώσεων, Αρθρίτιδα, Οστεοπόρωση
- Συχνές: Οστικός πόνος, Μυαλγία
- Ασυνήθεις: Εκτινασσόμενος δάκτυλος
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Συχνές: Ξηρότητα του κόλπου, Κολπική αιμορραγία***
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Πολύ συχνές: Αδυναμία
- Συμβάματα Συνδρόμου Καρπιαίου Σωλήνα έχουν αναφερθεί σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών που ελάμβαναν θεραπεία με Arimidex σε σύγκριση με τους ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με ταμοξιφαίνη, σε κλινικές δοκιμές. Εντούτοις, η πλειονότητα των συμβαμάτων αυτών εμφανίσθηκαν σε ασθενείς με αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου για την εξέλιξη της κατάστασης. ** Καθώς η δερματική αγγειίτιδα και η πορφύρα Henοch- Schönlein δεν παρατηρήθηκαν στη μελέτη ATAC, η κατηγορία συχνότητας αυτών των συμβαμάτων μπορεί να θεωρηθεί ως «Σπάνιες» (≥ 0,01% και < 0,1%) σύμφωνα με τη χειρότερη τιμή της σημειακής εκτίμησης. *** Έχει αναφερθεί συχνά κολπική αιμορραγία, κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, κατά τις πρώτες εβδομάδες μετά την αλλαγή από την τρέχουσα ορμονική θεραπεία στη θεραπεία με Arimidex. Εάν η αιμορραγία επιμένει, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο περαιτέρω ελέγχου.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τη συχνότητα των προκαθορισμένων ανεπιθύμητων συμβαμάτων στην μελέτη ΑTAC μετά από μία διάμεση περίοδο παρακολούθησης 68 μηνών, ανεξάρτητα από την αιτιότητα, που αναφέρθηκαν σε ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν τη θεραπεία της μελέτης και έως 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας της μελέτης.
Πίνακας 2 Προκαθορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες της μελέτης ATAC
| Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Arimidex (N=3.092) | Ταμοξιφαίνη (N=3.094) |
|---|---|---|
| Εξάψεις | 1.104 (35,7%) | 1.264 (40,9%) |
| Αρθραλγίες / Δυσκαμψία αρθρώσεων | 1.100 (35,6%) | 911 (29,4%) |
| Διαταραχές της διάθεσης | 597 (19,3%) | 554 (17,9%) |
| Κόπωση / καταβολή | 575 (18,6%) | 544 (17,6%) |
| Ναυτία και έμετος | 393 (12,7%) | 384 (12,4%) |
| Κατάγματα | 315(10,2%) | 209 (6,8%) |
| Κατάγματα της σπονδυλικής στήλης, ισχίου, ή καρπού / κατάγματα Colles | 133 (4,3%) | 91 (2,9%) |
| Κατάγματα καρπού/ κατάγματα Colles | 67 (2,2%) | 50 (1,6%) |
| Κατάγματα σπονδυλικής στήλης | 43 (1,4%) | 22 (0,7%) |
| Κατάγματα ισχίου | 28 (0,9%) | 26 (0,8%) |
| Καταρράκτης | 182 (5,9%) | 213 (6,9%) |
| Κολπική αιμορραγία | 167 (5,4%) | 317 (10,2%) |
| Ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσος | 127 (4,1%) | 104 (3,4%) |
| Στηθάγχη | 71 (2,3%) | 51 (1,6%) |
| Έμφραγμα του μυοκαρδίου | 37 (1,2%) | 34 (1,1%) |
| Στεφανιαία διαταραχή | 25 (0,8%) | 23 (0,7%) |
| Ισχαιμία του μυοκαρδίου | 22 (0,7%) | 14 (0,5%) |
| Κολπικές εκκρίσεις | 109 (3,5%) | 408 (13,2%) |
| Οποιοδήποτε φλεβικό θρομβοεμβολικό επεισόδιο | 87 (2,8%) | 140 (4,5%) |
| Εν τω βάθει φλεβικό θρομβοεμβολικό επεισόδιο συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής | 48 (1,6%) | 74 (2,4%) |
| Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | 62 (2,0%) | 88 (2,8%) |
| Καρκίνος ενδομητρίου | 4 (0,2%) | 13 (0,6%) |
Παρατηρήθηκαν συχνότητες καταγμάτων 22 ανά 1.000 έτη ασθενών και 15 ανά 1.000 έτη ασθενών για τις ομάδες του Arimidex και της ταμοξιφαίνης, αντίστοιχα, μετά από μία διάμεση περίοδο παρακολούθησης 68 μηνών. Η συχνότητα καταγμάτων που παρατηρήθηκε για το Arimidex είναι παρόμοια με το εύρος που αναφέρεται σε αντιστοιχισμένους ηλικιακά πληθυσμούς μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Η συχνότητα εμφάνισης της οστεοπόρωσης ήταν 10,5% σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Αrimidex και 7,3% σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ταμοξιφαίνη. Δεν έχει προσδιοριστεί εάν τα ποσοστά καταγμάτων και οστεοπόρωσης που παρατηρήθηκαν στην ATAC σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με Arimidex αντικατοπτρίζουν μία προστατευτική επίδραση της ταμοξιφαίνης, μία ειδική επίδραση του Arimidex ή και τα δύο.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς, απευθείας στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς ενζύμων, κωδικός ATC: L02BG03
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Arimidex είναι ένας ισχυρός και σε μεγάλο βαθμό εκλεκτικός μη-στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η οιστραδιόλη προέρχεται κυρίως από τη μετατροπή της ανδροστενεδιόνης σε οιστρόνη μέσω του συμπλέγματος του ενζύμου αρωματάση, σε περιφερικούς ιστούς. Η οιστρόνη στην συνέχεια μετατρέπεται σε οιστραδιόλη. Η ελάττωση των επιπέδων της κυκλοφορούσας οιστραδιόλης εμφανίζει ευεργετική επίδραση σε γυναίκες με καρκίνο μαστού. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, το Arimidex σε ημερήσια δόση 1 mg προκάλεσε καταστολή της οιστραδιόλης σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, όπως προέκυψε από έλεγχο με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας. Το Arimidex δεν εμφανίζει προγεστογονική, ανδρογονική ή οιστρογονική δράση. Ημερήσιες δόσεις Arimidex έως 10 mg δεν έχουν καμία επίδραση στην απέκκριση της κορτιζόλης ή της αλδοστερόνης, οι οποίες μετρήθηκαν πριν ή μετά από τη συνηθισμένη δοκιμασία διέγερσης της αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH). Επομένως, δεν απαιτείται η χορήγηση υποκατάστασης κορτικοειδών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Προχωρημένος καρκίνος του μαστού
Θεραπεία πρώτης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού
Δύο διπλά τυφλές, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού (Μελέτη 1033IL/0030 και Μελέτη 1033IL/0027) πραγματοποιήθηκαν προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα του Arimidex συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε θετικό ή άγνωστης κατάστασης ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Συνολικά 1.021 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν 1 mg Arimidex μία φορά την ημέρα ή 20 mg ταμοξιφαίνη μία φορά την ημέρα. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία και για τις δύο δοκιμές ήταν ο χρόνος έως την πρόοδο του όγκου, το αντικειμενικό ποσοστό απόκρισης του όγκου και η ασφάλεια. Για τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία, η Μελέτη 1033IL/0030 έδειξε ότι το Arimidex είχε στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της ταμοξιφαίνης για το χρόνο έως την πρόοδο του όγκου (Λόγος κινδύνου (Hazard Ratio) 1,42, 95% Διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ) [1,11, 1,82], Διάμεσος χρόνος μέχρι την πρόοδο του όγκου 11,1 και 5,6 μήνες για το Arimidex και την ταμοξιφαίνη αντίστοιχα, p=0,006). Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης του όγκου ήταν παρόμοιο για το Arimidex και την ταμοξιφαίνη. Η Μελέτη 1033IL/0027 έδειξε ότι το Arimidex και η ταμοξιφαίνη είχαν παρόμοια ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης του όγκου και χρόνο έως την πρόοδο του όγκου. Τα αποτελέσματα από τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία υποστήριζαν τα αποτελέσματα των πρωτευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας. Υπήρξαν πολλοί λίγοι θάνατοι στις ομάδες θεραπείας των δύο δοκιμών για να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για τις διαφορές συνολικής επιβίωσης.
Θεραπεία δεύτερης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού
Το Arimidex μελετήθηκε σε δύο ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές (Μελέτη 0004 και Μελέτη 0005) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού οι οποίες παρουσίασαν πρόοδο της ασθένειας ύστερα από θεραπεία με ταμοξιφαίνη είτε για προχωρημένο είτε για πρώιμο καρκίνο του μαστού. Συνολικά 764 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε μία ημερήσια δόση 1 mg ή 10 mg Arimidex ή οξική μεγεστρόλη 40 mg τέσσερις φορές την ημέρα. Ο χρόνος μέχρι την πρόοδο του όγκου και το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν οι κύριες μεταβλητές αποτελεσματικότητας. Επίσης, υπολογίστηκαν το ποσοστό της παρατεταμένης (περισσότερο από 24 εβδομάδες) σταθεροποίησης της νόσου, το ποσοστό προόδου της νόσου και η επιβίωση. Και στις δύο μελέτες δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο σκέλη της θεραπείας ως προς κάθε μία από τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας.
Επικουρική θεραπεία για ασθενείς με πρώιμο, θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού
Σε μια μεγάλη μελέτη φάσης ΙΙΙ που διεξήχθη σε 9.366 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εγχειρήσιμο καρκίνο του μαστού, και οι οποίες έλαβαν θεραπεία επί 5 χρόνια (βλέπε παρακάτω), το Arimidex αποδείχθηκε στατιστικά ανώτερο της ταμοξιφαίνης ως προς την ελεύθερη νόσου επιβίωση. Μεγαλύτερο όφελος παρατηρήθηκε στην ελεύθερη νόσου επιβίωση υπέρ του Arimidex σε σύγκριση με την ταμοξιφαίνη, για τον θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πληθυσμό ο οποίος προσδιορίστηκε προοπτικά.
Πίνακας 3 ATAC περίληψη καταληκτικών σημείων: τελική ανάλυση 5-ετούς θεραπείας
| Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας | Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία | Θετικός ως προς την κατάσταση ορμονικών υποδοχέων πληθυσμός |
|---|---|---|---|
| Arimidex (N=3.125) | Ταμοξιφαίνη (N=3.116) | ||
| Ελεύθερη νόσου επιβίωση α | 575 (18,4) | 651 (20,9) | 424 (16,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,87 | 0,83 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,78 έως 0,97 | 0,73 έως 0,94 | |
| Τιμή p | 0,0127 | 0,0049 | |
| Ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωση β | 500 (16,0) | 530 (17,0) | 370 (14,1) |
| Λόγος κινδύνου | 0,94 | 0,93 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,83 έως 1,06 | 0,80 έως 1,07 | |
| Τιμή p | 0,2850 | 0,2838 | |
| Χρόνος μέχρι την υποτροπή γ | 402 (12,9) | 498(16,0) | 282 (10,8) |
| Λόγος κινδύνου | 0,79 | 0,74 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,70 έως 0,90 | 0,64 έως 0,87 | |
| Τιμή p | 0,0005 | 0,0002 | |
| Χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή δ | 324 (10,4) | 375 (12,0) | 226 (8,6) |
| Λόγος κινδύνου | 0,86 | 0,84 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,74 έως 0,99 | 0,70 έως 1,00 | |
| Τιμή p | 0,0427 | 0,0559 | |
| Πρωτοπαθής καρκίνος ετερόπλευρου μαστού | 35 (1,1) | 59 (1,9) | 26 (1,0) |
| Λόγος πιθανοτήτων | 0,59 | 0,47 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,39 έως 0,89 | 0,30 έως 0,76 | |
| Τιμή p | 0,0131 | 0,0018 | |
| Συνολική επιβίωση ε | 411 (13,2) | 420 (13,5) | 296 (11,3) |
| Λόγος κινδύνου | 0,97 | 0,97 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,85 έως 1,12 | 0,83 έως 1,14 | |
| Τιμή p | 0,7142 | 0,7339 |
α Η ελεύθερη νόσου επιβίωση περιλαμβάνει όλα τα επεισόδια υποτροπής και ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό τοπικο-περιοχικής υποτροπής, ετερόπλευρου νέου καρκίνου του μαστού, απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου (οποιασδήποτε αιτιολογίας). β Η ελεύθερη απομακρυσμένης υποτροπής επιβίωση ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου (οποιασδήποτε αιτιολογίας). γ Ο χρόνος μέχρι την υποτροπή ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό τοπικο-περιοχικής υποτροπής, νέου καρκίνου του ετερόπλευρου μαστού, απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου λόγω του καρκίνου του μαστού. δ Ο χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου λόγω του καρκίνου του μαστού. ε Αριθμός (%) των ασθενών που έχουν πεθάνει.
Όταν το Arimidex συγχορηγήθηκε με ταμοξιφαίνη, δεν παρουσιάστηκαν πλεονεκτήματα στην αποτελεσματικότητα συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη σε όλους τους ασθενείς καθώς και στον θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πληθυσμό. Αυτό το σκέλος θεραπείας δε συνέχισε να συμμετέχει στη μελέτη. Με μία επικαιροποιημένη ανάλυση με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 10 ετών, η μακροπρόθεσμη σύγκριση των αποτελεσμάτων της θεραπείας με Arimidex συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη έδειξε παρόμοια αποτελέσματα με τις προηγούμενες αναλύσεις.
Επικουρική θεραπεία του πρώιμου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε θετικές ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη
Σε μία δοκιμή φάσης III της ερευνητικής ομάδας Austrian Breast and Colorectal Cancer Study Group [ABCSG] 8) που διεξήχθη σε 2.579 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο καρκίνο του μαστού που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση με ή χωρίς ακτινοθεραπεία και χωρίς να λάβουν χημειοθεραπεία (βλέπε παρακάτω), η αλλαγή σε Arimidex μετά από 2 χρόνια επικουρικής θεραπείας με ταμοξιφαίνη ήταν στατιστικά ανώτερη όσον αφορά στην ελεύθερη νόσου επιβίωση συγκριτικά με την συνέχιση της θεραπείας με ταμοξιφαίνη, μετά από διάμεση περίοδο παρακολούθησης 24 μηνών.
Πίνακας 4 Περίληψη καταληκτικών σημείων και αποτελεσμάτων της δοκιμής ABCSG 8
| Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας | Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | Arimidex (N=1.297) | Ταμοξιφαίνη (N=1.282) |
|---|---|---|---|
| Ελεύθερη νόσου επιβίωση | 65 (5,0) | 93 (7,3) | |
| Λόγος κινδύνου | 0,67 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,49 έως 0,92 | ||
| Τιμή p | 0,014 | ||
| Χρόνος μέχρι την υποτροπή | 36 (2,8) | 66 (5,1) | |
| Λόγος κινδύνου | 0,53 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,35 έως 0,79 | ||
| Τιμή p | 0,002 | ||
| Χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή | 22 (1,7) | 41 (3,2) | |
| Λόγος κινδύνου | 0,52 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,31 έως 0,88 | ||
| Τιμή p | 0,015 | ||
| Νέος καρκίνος του ετερόπλευρου μαστού | 7 (0,5) | 15 (1,2) | |
| Λόγος πιθανοτήτων | 0,46 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,19 έως 1,13 | ||
| Τιμή p | 0,090 | ||
| Συνολική επιβίωση | 43 (3,3) | 45 (3,5) | |
| Λόγος κινδύνου | 0,96 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,63 έως 1,46 | ||
| Τιμή p | 0,840 |
Δύο επιπλέον παρόμοιες δοκιμές (GABG/ARNO 95 και ITA), σε μία από τις οποίες οι ασθενείς είχαν υποβληθεί σε επέμβαση και χημειοθεραπεία, καθώς επίσης και μία συνδυασμένη ανάλυση των μελετών ABCSG 8 και GABG/ARNO 95, ενίσχυσαν τα αποτελέσματα αυτά. Τα χαρακτηριστικά ασφάλειας του Arimidex σε αυτές τις 3 μελέτες ήταν σύμφωνα με τα γνωστά χαρακτηριστικά ασφάλειας που έχουν τεκμηριωθεί σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο και θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού.
Οστική πυκνότητα σε μεταλλικά άλατα
Στην μελέτη φάσης III/IV (Μελέτη της Αναστροζόλης με το Διφωσφονικό Άλας Ρισεδρονάτη [SABRE]), 234 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο και θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού, οι οποίες προγραμματίστηκαν να λάβουν θεραπεία με Arimidex 1 mg/ημέρα, στρωματοποιήθηκαν σε ομάδες χαμηλού, μετρίου και υψηλού κινδύνου σύμφωνα με τον υπάρχοντα κίνδυνο κατάγματος ευθραυστότητας. H κύρια παράμετρος αποτελεσματικότητας ήταν η ανάλυση της οστικής πυκνότητας της οσφυϊκής μοίρας χρησιμοποιώντας μέθοδο διπλής απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ (DEXA scanning). Όλες οι ασθενείς ελάμβαναν θεραπεία με βιταμίνη D και ασβέστιο. Οι ασθενείς της ομάδας χαμηλού κινδύνου έλαβαν Arimidex ως μονοθεραπεία (N=42), οι ασθενείς της ομάδας μετρίου κινδύνου τυχαιοποιήθηκαν με Arimidex και ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα (N=77) ή Arimidex και εικονικό φάρμακο (N=77) και οι ασθενείς της ομάδας υψηλού κινδύνου έλαβαν Arimidex και ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα (N=38). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά από την αρχική τιμή στην οστική πυκνότητα της οσφυϊκής μοίρας σε 12 μήνες. Η κύρια ανάλυση κατά το διάστημα των 12 μηνών έδειξε ότι οι ασθενείς που ήταν ήδη σε μέτριο έως υψηλό κίνδυνο κατάγματος ευθραυστότητας, δεν εμφάνισαν μείωση στην οστική τους πυκνότητα (εκτιμώμενης με την οστική πυκνότητα της οσφυϊκής μοίρας χρησιμοποιώντας DEXA scanning) όταν έλαβαν θεραπεία με Arimidex 1 mg/ημέρα σε συνδυασμό με ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα. Επιπλέον, μία μείωση στην οστική πυκνότητα μεταλλικών αλάτων, η οποία δεν ήταν στατιστικά σημαντική, παρατηρήθηκε στην ομάδα χαμηλού κινδύνου που έλαβε Arimidex 1 mg/ημέρα ως μονοθεραπεία. Αυτά τα ευρήματα αντικατοπτρίζονταν στη δευτερεύουσα μεταβλητή αποτελεσματικότητας η οποία ήταν η αλλαγή, από την αρχική τιμή της συνολικής οστικής πυκνότητας μεταλλικών αλάτων του ισχίου, σε 12 μήνες. Αυτή η μελέτη παρέχει στοιχεία ότι η χρήση των διφωσφονικών μπορεί να εξετασθεί στην αντιμετώπιση πιθανής ελάττωσης οστικού περιεχομένου σε μεταλλικά άλατα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, με πρώιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες έχουν προγραμματισθεί να λάβουν θεραπεία με Arimidex.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Arimidex δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά και εφήβους. Η αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχθεί σε παιδιατρικούς πληθυσμούς που μελετήθηκαν (βλέπε παρακάτω). Ο αριθμός των παιδιών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ήταν πολύ περιορισμένος ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις πιθανές μακροχρόνιες επιδράσεις της θεραπείας με Arimidex σε παιδιά και εφήβους (βλέπε επίσης παράγραφο 5.3). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Arimidex σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με βραχύ ανάστημα λόγω ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης (GHD), τεστοτοξίκωσης, γυναικομαστίας και συνδρόμου McCune-Alblight (βλέπε παράγραφο 4.2).
Βραχύ ανάστημα λόγω Ανεπάρκειας Αυξητικής Ορμόνης
Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε 52 αγόρια στην εφηβεία (ηλικίας 11 έως 16 ετών συμπεριλαμβανομένων) με GHD που υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 12 έως 36 μήνες με Arimidex 1 mg/ημέρα ή με εικονικό φάρμακο, σε συνδυασμό με αυξητική ορμόνη. Μόνο 14 ασθενείς σε αναστροζόλη συμπλήρωσαν 36 μήνες. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές με το εικονικό φάρμακο ως προς τις σχετικές με την ανάπτυξη παραμέτρους του προβλεπόμενου ύψους στην ενηλικίωση, του ύψους, της τιμής τυπικής απόκλισης ύψους και της ταχύτητας ύψους. Δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα τελικού ύψους. Ενώ ο αριθμός των παιδιών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ήταν πολύ περιορισμένος ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια, υπήρχε ένα αυξημένο ποσοστό καταγμάτων και μια τάση για μειωμένη οστική πυκνότητα μεταλλικών αλάτων στην ομάδα του Arimidex σε σύγκριση με του εικονικού φαρμάκου.
Τεστοτοξίκωση
Μία ανοιχτή, μη-συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε 14 άνδρες ασθενείς (ηλικίας 2 έως 9 ετών) με οικογενή πρώιμη ήβη που αφορά αποκλειστικά άρρενες, επίσης γνωστή ως τεστοτοξίκωση, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συνδυασμό Arimidex και βικαλουταμίδης. Ο αρχικός στόχος ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας αυτής της συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής για 12 μήνες. Δεκατρείς από τους 14 ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη συμπλήρωσαν τους 12 μήνες της συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής (ένας ασθενής απωλέσθηκε κατά την μετέπειτα παρακολούθηση). Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στο ρυθμό ανάπτυξης μετά από 12 μήνες θεραπείας, σε σχέση με το ρυθμό ανάπτυξης κατά τη διάρκεια των 6 μηνών πριν από την εισαγωγή στη μελέτη.
Μελέτες γυναικομαστίας
Η Μελέτη 0006 ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη από 82 αγόρια στην εφηβεία (ηλικίας 11-18 ετών συμπεριλαμβανομένων) που είχαν γυναικομαστία με διάρκεια μεγαλύτερη των 12 μηνών, που έλαβαν Arimidex 1 mg/ημέρα, ή εικονικό φάρμακο ημερησίως, για διάστημα έως 6 μηνών. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ της ομάδας που ελάμβανε Arimidex 1 mg και της ομάδας που ελάμβανε εικονικό φάρμακο σε ότι αφορά στον αριθμό των ασθενών που είχαν 50% ή μεγαλύτερη μείωση στο συνολικό όγκο του μαστού μετά από θεραπεία 6 μηνών. Η δοκιμή 0001 ήταν μία ανοικτή, πολλαπλής δόσης, φαρμακοκινητική μελέτη του Arimidex 1 mg/ημέρα σε 36 αγόρια στην εφηβεία που είχαν γυναικομαστία διάρκειας μικρότερη των 12 μηνών Οι δευτερεύοντες στόχοι ήταν να εκτιμηθεί η αναλογία των ασθενών με μειώσεις από την αρχική τιμή στον υπολογισμένο όγκο της γυναικομαστίας και των δύο μαστών σε συνδυασμό, τουλάχιστον 50% μεταξύ της 1ης ημέρας και μετά από 6 μήνες θεραπείας, καθώς και η ανεκτικότητα και η ασφάλεια του ασθενούς. Μια μείωση κατά 50% ή περισσότερο στο συνολικό όγκο του μαστού παρατηρήθηκε στο 56% (20/36) των αγοριών ύστερα από 6 μήνες.
Μελέτη συνδρόμου McCune-Albright
Η δοκιμή 0046 ήταν μία διεθνής, πολυκεντρική, ανοικτή διερευνητική δοκιμή του Arimidex σε 28 κορίτσια (ηλικίας 2 έως ≤10 ετών) με σύνδρομο McCune-Albright (MAS). Ο πρωταρχικός στόχος ήταν να εκτιμηθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Arimidex 1 mg/ημέρα σε ασθενείς με σύνδρομο McCune-Albright. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας βασίσθηκε στην αναλογία των ασθενών που πληρούσαν τα καθορισμένα κριτήρια που αναφέρονται στην κολπική αιμορραγία, οστική ηλικία και ταχύτητα ανάπτυξης. Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική αλλαγή στη συχνότητα των ημερών της κολπικής αιμορραγίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές αλλαγές στο στάδιο κατά Tanner, το μέσο όγκο της ωοθήκης, ή το μέσο όγκο της μήτρας. Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική αλλαγή στο ρυθμό αύξησης της οστικής ηλικίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σε σύγκριση με το ρυθμό κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας. Ο ρυθμός ανάπτυξης (σε εκατοστά/έτος) μειωνόταν σημαντικά (p<0,05) σε σχέση με το ρυθμό προ της θεραπείας όλο το διάστημα από το μήνα 0 έως το μήνα 12, και από το ρυθμό προ της θεραπείας στο διάστημα του δεύτερου 6-μήνου (από το μήνα 7 έως το μήνα 12).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ARIMIDEX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της αναστροζόλης είναι ταχεία και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως μέσα σε δύο ώρες από τη χορήγηση (σε συνθήκες νηστείας). Η τροφή ελαττώνει λίγο το ρυθμό, αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης. Η μικρή αλλαγή στο ρυθμό απορρόφησης δεν αναμένεται να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μια δόση Αrimidex ημερησίως. Περίπου το 90 έως 95% της συγκέντρωσης της αναστροζόλης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημερήσιες δόσεις, και η συσσώρευση είναι 3πλάσια έως 4πλάσια. Δεν υπάρχουν στοιχεία για εξάρτηση των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της αναστροζόλης από το χρόνο ή τη δόση. Η φαρμακοκινητική της αναστροζόλης είναι ανεξάρτητη από την ηλικία στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Κατανομή
Η αναστροζόλη συνδέεται μόνο σε ποσοστό 40% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Αποβολή
Η αναστροζόλη αποβάλλεται αργά με χρόνο ημίσειας ζωής κάθαρσης από το πλάσμα 40 έως 50 ώρες. Η αναστροζόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και λιγότερο από 10% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα αναλλοίωτη μέσα σε 72 ώρες από τη χορήγηση. Ο μεταβολισμός της αναστροζόλης γίνεται με Ν-απαλκυλίωση, υδροξυλίωση και γλυκουρονιδίωση. Οι μεταβολίτες αποβάλλονται πρωταρχικώς από τα ούρα. Η τριαζόλη, ο κύριος μεταβολίτης στο πλάσμα, δεν αναστέλλει την αρωματάση.
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της αναστροζόλης μετά από του στόματος χορήγηση, ήταν περίπου 30% χαμηλότερη σε εθελοντές με σταθερή κίρρωση του ήπατος σε σύγκριση με αντιστοιχισμένα άτομα της ομάδας ελέγχου (Μελέτη 1033IL/0014). Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα σε εθελοντές με κίρρωση του ήπατος ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων που παρατηρούνται σε φυσιολογικά άτομα σε άλλες δοκιμές. Οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων δοκιμών αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρούνται σε ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της αναστροζόλης μετά από του στόματος χορήγηση, δεν μεταβλήθηκε σε εθελοντές με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30ml/λεπτό) στη Μελέτη 1033IL/0018, κάτι που συμφωνεί με το γεγονός ότι η αναστροζόλη αποβάλλεται πρωταρχικώς μέσω μεταβολισμού. Οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων δοκιμών αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρούνται σε ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση του Arimidex πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.2 και 4.4)
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε αγόρια με εφηβική γυναικομαστία (10-17 ετών), η απορρόφηση της αναστροζόλης ήταν ταχεία, η κατανομή ήταν ευρεία, και η αποβολή ήταν αργή με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ημέρες. Η κάθαρση της αναστροζόλης ήταν χαμηλότερη σε κορίτσια (3-10 ετών) από ότι στα μεγαλύτερα σε ηλικία αγόρια και η έκθεση υψηλότερη. Στα κορίτσια η κατανομή της αναστροζόλης ήταν ευρεία και η αποβολή ήταν αργή.
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αναστροζόλη εμποδίζει τη μετατροπή των επινεφριδιακών ανδρογόνων (π.χ. [τεστοστερόνη]) σε οιστρογόνα στους περιφερικούς και όγκους ιστούς. Δεδομένου ότι η ανάπτυξη πολλών καρκίνων του μαστού διεγείρεται ή/και διατηρείται από την παρουσία οιστρογόνων, η αναστροζόλη βοηθά στη θεραπεία αυτών των καρκίνων μειώνοντας τα επίπεδα των κυκλοφορούντων οιστρογόνων.
Η αναστροζόλη έχει σχετικά μεγάλη διάρκεια δράσης, επιτρέποντας τη χορήγηση μία φορά ημερησίως. Τα επίπεδα οιστραδιόλης στον ορό μειώνονται κατά περίπου 70% εντός 24 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με 1 mg μία φορά ημερησίως, και τα επίπεδα παραμένουν κατασταλμένα για έως και 6 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Η συχνότητα ισχαιμικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αναστροζόλη, και οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ισχαιμική καρδιοπάθεια θα πρέπει να σταθμίζουν τους κινδύνους και τα οφέλη της αναστροζόλης πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Η αναστροζόλη έχει επίσης αναφερθεί ότι μειώνει την οστική πυκνότητα (BMD) στη σπονδυλική στήλη και τους γοφούς, επομένως θα πρέπει να εξετάζεται η παρακολούθηση της BMD σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αναστροζόλη ασκεί τις αντι-οιστρογονικές της δράσεις μέσω εκλεκτικής και ανταγωνιστικής αναστολής του ενζύμου αρωματάση, το οποίο βρίσκεται κυρίως στα επινεφρίδια, στο ήπαρ και στους λιπώδεις ιστούς.
Πολλοί καρκίνοι του μαστού είναι θετικοί σε ορμονικούς υποδοχείς, πράγμα που σημαίνει ότι η ανάπτυξή τους διεγείρεται ή/και διατηρείται από την παρουσία ορμονών όπως τα οιστρογόνα ή η προγεστερόνη. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, τα οιστρογόνα προέρχονται κυρίως από τη μετατροπή των ανδρογόνων που παράγονται στα επινεφρίδια σε οιστρογόνα από το ένζυμο αρωματάση. Αναστέλλοντας ανταγωνιστικά τη βιοσύνθεση των οιστρογόνων σε αυτά τα ένζυμα, η αναστροζόλη μειώνει αποτελεσματικά τα κυκλοφορούντα επίπεδα οιστρογόνων και, στη συνέχεια, την ανάπτυξη ορμονοευαίσθητων όγκων.
Η αναστροζόλη είναι ένας μη στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης που παρεμβαίνει στην παραγωγή οιστραδιόλης στους περιφερικούς ιστούς. Η ανδροστενδιόνη που παράγεται στα επινεφρίδια, η κύρια πηγή κυκλοφορούντων οιστρογόνων σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, μετατρέπεται από την αρωματάση σε οιστρόνη, η οποία μετατρέπεται περαιτέρω σε οιστραδιόλη. Η ανάπτυξη πολλών όγκων καρκίνου του μαστού που περιέχουν υποδοχείς οιστρογόνων και αρωματάση μπορεί να προωθείται από τα οιστρογόνα.
Η αναστροζόλη είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός μη στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης. Μειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις οιστραδιόλης στον ορό και δεν έχει ανιχνεύσιμη επίδραση στο σχηματισμό επινεφριδιακών κορτικοστεροειδών ή αλδοστερόνης.
Δεδομένου ότι τα οιστρογόνα δρουν ως αυξητικός παράγοντας για τα ορμονοεξαρτώμενα καρκινικά κύτταρα του μαστού, η επαγόμενη από την αναστροζόλη μείωση των συγκεντρώσεων οιστρογόνων στον ορό και τους όγκους αναστέλλει την ανάπτυξη του όγκου και καθυστερεί την πρόοδο της νόσου.
Η αναστροζόλη αναστέλλει εκλεκτικά τη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η έκκριση οιστρογόνων από τις ωοθήκες μειώνεται και η μετατροπή των επινεφριδιακών ανδρογόνων (κυρίως ανδροστενδιόνη και τεστοστερόνη) σε οιστρόνη και οιστραδιόλη στους περιφερικούς ιστούς (λιπώδης, μυϊκός και ηπατικός ιστός), καταλυόμενη από το ένζυμο αρωματάση, είναι η κύρια πηγή οιστρογόνων. Η αναστροζόλη αναστέλλει το ένζυμο αρωματάση συνδεόμενη ανταγωνιστικά με την αίμη της μονάδας κυτοχρώματος P-450 του ενζύμου. Η καταστολή της βιοσύνθεσης των οιστρογόνων σε όλους τους ιστούς μειώνει τις συγκεντρώσεις των κυκλοφορούντων οιστρογόνων στον ορό, συμπεριλαμβανομένων της οιστρόνης, της οιστραδιόλης και του θειικού οιστρόνης. Η αναστροζόλη αναστέλλει εκλεκτικά τη σύνθεση των οιστρογόνων και δεν επηρεάζει τη σύνθεση επινεφριδιακών κορτικοστεροειδών, αλδοστερόνης ή θυρεοειδικής ορμόνης. Σε ζώα, η αναστροζόλη δεν έχει αποδειχθεί ότι διαθέτει άμεση προγεσταγονική, ανδρογονική ή οιστρογονική δράση, αλλά έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στις κυκλοφορούσες συγκεντρώσεις προγεστερόνης, ανδρογόνων και οιστρογόνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η αναστροζόλη απορροφάται ταχέως και ο χρόνος Tmax συνήθως επιτυγχάνεται εντός 2 ωρών από τη χορήγηση υπό συνθήκες νηστείας. Η συνχορήγηση με τροφή μειώνει τον ρυθμό αλλά όχι τη συνολική έκταση της απορρόφησης. Η μέση Cmax μειώθηκε κατά 16% και ο διάμεσος Tmax παρατάθηκε στις 5 ώρες όταν η αναστροζόλη χορηγήθηκε 30 λεπτά μετά την κατανάλωση τροφής, αν και αυτή η σχετικά μικρή αλλαγή στην κινητική της απορρόφησης δεν αναμένεται να οδηγήσει σε κλινικά σημαντικές επιδράσεις.
Ο ηπατικός μεταβολισμός ευθύνεται για περίπου το 85% της απέκκρισης της αναστροζόλης. Περίπου το 10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της αναστροζόλης στον ιστό του εγκεφάλου σε ποντίκια είναι 3,19 mL/g. Η κατανομή στο ΚΝΣ είναι περιορισμένη λόγω της δράσης των αντλιών P-gp στη μεμβράνη αίματος-εγκεφάλου, της οποίας η αναστροζόλη είναι υπόστρωμα.
Η κάθαρση της αναστροζόλης γίνεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού και, ως εκ τούτου, μπορεί να επηρεαστεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ασθενείς με σταθερή ηπατική κίρρωση παρουσιάζουν φαινομενική από του στόματος κάθαρση περίπου 30% χαμηλότερη σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Αντίθετα, η νεφρική δυσλειτουργία έχει αμελητέα επίδραση στη συνολική κάθαρση του φαρμάκου, καθώς η νεφρική οδός είναι ένα σχετικά μικρό μονοπάτι κάθαρσης για την αναστροζόλη. Σε εθελοντές με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η νεφρική κάθαρση μειώθηκε κατά 50%, ενώ η συνολική κάθαρση μειώθηκε μόνο κατά περίπου 10%.
Η αναστροζόλη απορροφάται καλά στη συστηματική κυκλοφορία μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα προσεγγίζουν την κατάσταση ισορροπίας περίπου 7 ημέρες μετά από ημερήσια δόση, και οι συγκεντρώσεις κατάστασης ισορροπίας είναι περίπου 3-4 φορές υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται μετά από μία εφάπαξ δόση του φαρμάκου. Η τροφή δεν επηρεάζει την έκταση της από του στόματος απορρόφησης της αναστροζόλης.
Εντός του θεραπευτικού εύρους συγκεντρώσεων στο πλάσμα, η αναστροζόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 40%.
Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις κατάστασης ισορροπίας κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 25,7 και 30,4 ng/mL, αντίστοιχα, σε λευκές και Ιαπωνέζες μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λάμβαναν αναστροζόλη 1 mg ημερησίως για 16 ημέρες. Οι συγκεντρώσεις οιστραδιόλης και θειικού οιστρόνης στον ορό ήταν παρόμοιες μεταξύ των ομάδων.
Δεν είναι γνωστό εάν η αναστροζόλη κατανέμεται στο γάλα σε ανθρώπους.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ANASTROZOLE (10 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η αναστροζόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 40% και η σύνδεση φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο πλάσμα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αναστροζόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ μέσω οξείδωσης και γλυκουρονιδίωσης σε διάφορους ανενεργούς μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένης της υδροξυαναστροζόλης (τόσο ελεύθερης όσο και γλυκουρονιδωμένης) και του γλυκουρονιδίου της αναστροζόλης. Η οξείδωση σε υδροξυαναστροζόλη καταλύεται κυρίως από το CYP3A4 (καθώς και CYP3A5 και CYP2C8, σε μικρότερο βαθμό) και η άμεση γλυκουρονιδίωση της αναστροζόλης φαίνεται να καταλύεται κυρίως από το UGT1A4. Η αναστροζόλη μπορεί επίσης να υποστεί N-αποαλκυλίωση για να σχηματίσει τριαζόλιο και 3,5-Δις-(2-μεθυλπροπιονιτρίλιο)-βενζοϊκό οξύ. Οι ετικέτες για την αναστροζόλη αναφέρουν ότι ο κύριος μεταβολίτης που ανιχνεύεται στο πλάσμα μετά τη χορήγηση είναι το τριαζόλιο, αλλά μια πρόσφατη φαρμακοκινητική μελέτη δεν μπόρεσε να ανιχνεύσει προϊόντα N-αποαλκυλίωσης in vitro.
Η αναστροζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Ο μεταβολισμός της αναστροζόλης συμβαίνει μέσω N-αποαλκυλίωσης, υδροξυλίωσης και γλυκουρονιδίωσης. Τρεις μεταβολίτες της αναστροζόλης έχουν αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσμα και τα ούρα: τριαζόλιο, ένα γλυκουρονιδικό σύζευγμα της αναστροζόλης και ένα γλυκουρονιδικό σύζευγμα της υδροξυαναστροζόλης. Το τριαζόλιο, ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης της αναστροζόλης, δεν έχει φαρμακολογική δράση, και η ανασταλτική δράση της αρωματάσης της αναστροζόλης προκύπτει κυρίως από το μητρικό φάρμακο. Επιπλέον, υπάρχουν διάφοροι δευτερεύοντες μεταβολίτες της αναστροζόλης, που αντιστοιχούν σε λιγότερο από 5% της χορηγούμενης δόσης, οι οποίοι δεν έχουν ταυτοποιηθεί.
Ηπατικός. Μεταβολίζεται κυρίως μέσω N-αποαλκυλίωσης, υδροξυλίωσης και γλυκουρονιδίωσης σε ανενεργούς μεταβολίτες. Ο κύριος μεταβολίτης είναι ένα ανενεργό τριαζόλιο.
Οδός Απέκκρισης: Ο ηπατικός μεταβολισμός ευθύνεται για περίπου το 85% της απέκκρισης της αναστροζόλης. Η νεφρική απέκκριση ευθύνεται για περίπου το 10% της συνολικής κάθαρσης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αναστροζόλης είναι περίπου 50 ώρες.
Μετά από από του στόματος χορήγηση αναστροζόλης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αναφέρθηκε μέσος τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 50 ωρών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοαποκρινόμενοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, μέσω χειρουργικής επέμβασης ή φαρμακολογικού αποκλεισμού. Οι ορμονοαποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Οι κύριοι ορμονοαποκρινόμενοι καρκίνοι περιλαμβάνουν τα καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ. 2079)
Ενώσεις που αναστέλλουν την ΑΡΩΜΑΤΑΣΗ για τη μείωση της παραγωγής οιστρογονικών στεροειδών ορμονών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
2Z07MYW1AZ
ANASTROZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αρωματάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αρωματάσης
Η αναστροζόλη είναι Αναστολέας Αρωματάσης. Ο μηχανισμός δράσης της αναστροζόλης είναι ως Αναστολέας Αρωματάσης.
ANASTROZOLE
Αναστολείς Αρωματάσης [MoA]· Αναστολέας Αρωματάσης [EPC]
ANASTROZOLE TABLETS
Αναστολείς Αρωματάσης [MoA]· Αναστολέας Αρωματάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοαποκρινόμενοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, μέσω χειρουργικής επέμβασης ή φαρμακολογικού αποκλεισμού. Οι ορμονοαποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Οι κύριοι ορμονοαποκρινόμενοι καρκίνοι περιλαμβάνουν τα καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας· λεμφώματα· και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σελ. 2079)
Ενώσεις που αναστέλλουν την ΑΡΩΜΑΤΑΣΗ για τη μείωση της παραγωγής οιστρογονικών στεροειδών ορμονών.