Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1 / TAB | 17.16 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Προχωρημένος καρκίνος του μαστού · Πρώιμος διηθητικός καρκίνος του μαστού
AVOMIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο του 1 mg μία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένωνΔόση1 mg
-
Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο διηθητικό καρκίνο του μαστούΗ συνιστώμενη διάρκεια της επικουρικής ενδοκρινικής θεραπείας είναι 5 έτη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔε συνιστάται λόγω ανεπαρκών δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔε συνιστάται τροποποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική νόσοΔε συνιστάται τροποποίηση της δόσης.
-
Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Εγκυμοσύνη
-
Θηλασμός
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχαΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χρήση σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςπροσοχήΠληθυσμόςΠροεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Η εμμηνόπαυση πρέπει να καθορίζεται βιοχημικά (ωχρινοποιητική ορμόνη [LH], ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη [FSH] και/ή επίπεδα οιστραδιόλης) σε όποια ασθενή υπάρχει αμφιβολία για την εμμηνοπαυσιακή της κατάσταση.
-
Αλληλεπίδραση με ταμοξιφαίνη ή θεραπείες με οιστρογόναπροσοχήΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση καθώς μπορεί να μειώσει τη φαρμακολογική της δράση.
-
Ελάττωση οστικής πυκνότητας και κίνδυνος κατάγματοςπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με οστεοπόρωση ή με κίνδυνο οστεοπόρωσηςΠρέπει να υποβάλλονται σε τυπική εκτίμηση της οστικής πυκνότητας σε μεταλλικά άλατα πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτικά διαστήματα. Η θεραπεία ή προφύλαξη από την οστεοπόρωση πρέπει να αρχίσει και να παρακολουθείται προσεκτικά. Η χρήση ειδικών θεραπειών (π.χ. διφωσφονικά) μπορεί να εξετασθεί.
-
Χρήση σε ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΗ χορήγηση αναστροζόλης πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η θεραπεία πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση του οφέλους-κινδύνου εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή.
-
Χρήση σε νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 30ml/λεπτό)Η χορήγηση αναστροζόλης πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Χρήση σε παιδιά και εφήβουςαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΔε συνιστάται καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αποδειχθεί.
-
Χρήση σε αγόρια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑγόρια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Χρήση σε κορίτσια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνηςαντένδειξηΠληθυσμόςΚορίτσια με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης επιπλέον της θεραπείας με αυξητική ορμόνηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοπληροφοριακήΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜείωση της φαρμακολογικής δράσης της αναστροζόληςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση
-
Θεραπείες που περιλαμβάνουν οιστρογόναπροσοχήΜείωση της φαρμακολογικής δράσης της αναστροζόληςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ανορεξία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερασβεστιαιμία (με ή χωρίς αύξηση της παραθορμόνης)
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Διαταραχές αισθητικότητας
- Παραισθησία
- Απώλεια γεύσης
- Αλλοίωση γεύσης
- Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα*
- Εξάψεις
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξήσεις στη γ-GT και χολερυθρίνη
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Τριχόπτωση
- Κνίδωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Δερματική αγγειίτιδα (περιλαμβανομένων ορισμένων αναφορών πορφύρας Henoch-Schönlein)**
- Αρθραλγία
- Δυσκαμψία αρθρώσεων
- Αρθρίτιδα
- Οστεοπόρωση
- Οστικός πόνος
- Μυαλγία
- Εκτινασσόμενος δάκτυλος
- Ξηρότητα κόλπου
- Κολπική αιμορραγία***
- Εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκαμψία αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑλλοίωση γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑπώλεια γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξήσεις στη γ-GT και χολερυθρίνηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές αισθητικότηταςΝευρικό
-
ΣυχνέςΕκτινασσόμενος δάκτυλοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηρότητα κόλπουΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΣύνδρομο καρπιαίου σωλήναΝευρικό
-
ΣυχνέςΤριχόπτωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμία (με ή χωρίς αύξηση της παραθορμόνης)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔερματική αγγειίτιδα (περιλαμβανομένων ορισμένων αναφορών πορφύρας Henoch-Schönlein)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση της αναστροζόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα. Η αναστροζόλη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίααντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση της αναστροζόλης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Η αναστροζόλη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΟι επιδράσεις της αναστροζόλης στη γονιμότητα των ανθρώπων δεν έχουν μελετηθεί. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αναστολείς ενζύμων, Κωδικός ATC: L02BG03
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αναστροζόλη είναι ένας ισχυρός και σε μεγάλο βαθμό εκλεκτικός μη-στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η οιστραδιόλη προέρχεται κυρίως από τη μετατροπή της ανδροστενοδιόνης σε οιστρόνη μέσω του συμπλέγματος του ενζύμου αρωματάση, σε περιφερικούς ιστούς. Η οιστρόνη στη συνέχεια μετατρέπεται σε οιστραδιόλη. Η ελάττωση των επιπέδων της κυκλοφορούσας οιστραδιόλης εμφανίζει ευεργετική επίδραση σε γυναίκες με καρκίνο μαστού. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η αναστροζόλη σε ημερήσια δόση 1 mg προκάλεσε καταστολή της οιστραδιόλης σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, όπως προέκυψε από έλεγχο με μέθοδο υψηλής ευαισθησίας.
Η αναστροζόλη δεν εμφανίζει προγεστογονική, ανδρογονική ή οιστρογονική δράση.
Ημερήσιες δόσεις αναστροζόλης έως 10 mg δεν έχουν καμία επίδραση στην απέκκριση της κορτιζόλης ή της αλδοστερόνης, οι οποίες μετρήθηκαν πριν ή μετά από τη συνηθισμένη δοκιμασία διέγερσης της αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH). Επομένως, δεν απαιτείται η συμπληρωματική χορήγηση κορτικοειδών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Προχωρημένος καρκίνος του μαστού
Θεραπεία πρώτης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού
Δύο διπλά τυφλές, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού (Μελέτη 1033IL/0030 και Μελέτη 1033IL/0027) πραγματοποιήθηκαν προκειμένου να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της αναστροζόλης συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη ως θεραπεία πρώτης γραμμής σε θετικό ή άγνωστης κατάστασης ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Συνολικά 1.021 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν 1 mg αναστροζόλης μία φορά την ημέρα ή 20 mg ταμοξιφαίνης μία φορά την ημέρα. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία και για τις δύο δοκιμές ήταν ο χρόνος έως την πρόοδο του όγκου, το αντικειμενικό ποσοστό απόκρισης του όγκου και η ασφάλεια.
Για τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία, η Μελέτη 1033IL/0030 έδειξε ότι η αναστροζόλη είχε στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της ταμοξιφαίνης για το χρόνο έως την πρόοδο του όγκου (Λόγος κινδύνου (Hazard Ratio) 1,42, 95% Διάστημα εμπιστοσύνης (ΔΕ) [1,11, 1,82], Διάμεσος χρόνος μέχρι την πρόοδο του όγκου 11,1 και 5,6 μήνες για την αναστροζόλη και την ταμοξιφαίνη, αντίστοιχα, p=0,006). Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης του όγκου ήταν παρόμοιο για την αναστροζόλη και την ταμοξιφαίνη. Η Μελέτη 1033IL/0027 έδειξε ότι η αναστροζόλη και η ταμοξιφαίνη είχαν παρόμοια ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης του όγκου και χρόνο έως την πρόοδο του όγκου. Τα αποτελέσματα από τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία υποστήριζαν τα αποτελέσματα των πρωτευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας. Υπήρχαν υπερβολικά λίγοι θάνατοι στις ομάδες θεραπείας των δύο δοκιμών για να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για τις διαφορές συνολικής επιβίωσης.
Θεραπεία δεύτερης γραμμής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού
Η αναστροζόλη μελετήθηκε σε δύο ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές (Μελέτη 0004 και Μελέτη 0005) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού οι οποίες παρουσίασαν πρόοδο της ασθένειας ύστερα από θεραπεία με ταμοξιφαίνη είτε για προχωρημένο είτε για πρώιμο καρκίνο του μαστού. Συνολικά 764 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε μία ημερήσια δόση 1 mg ή 10 mg αναστροζόλης ή οξική μεγεστρόλη 40 mg τέσσερις φορές την ημέρα. Ο χρόνος μέχρι την πρόοδο του όγκου και το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης ήταν οι κύριες μεταβλητές αποτελεσματικότητας. Επίσης, υπολογίστηκαν το ποσοστό της παρατεταμένης (περισσότερο από 24 εβδομάδες) σταθεροποίησης της νόσου, το ποσοστό προόδου της νόσου και η επιβίωση. Και στις δύο μελέτες δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο σκέλη της θεραπείας ως προς κάθε μία από τις παραμέτρους αποτελεσματικότητας.
Επικουρική θεραπεία για ασθενείς με πρώιμο διηθητικό θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού
Σε μια μεγάλη μελέτη φάσης ΙΙΙ που διεξήχθη σε 9.366 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εγχειρήσιμο καρκίνο του μαστού, και οι οποίες έλαβαν θεραπεία επί 5 χρόνια (βλ. παρακάτω), η αναστροζόλη αποδείχθηκε στατιστικά ανώτερο της ταμοξιφαίνης ως προς την ελεύθερη νόσου επιβίωση. Μεγαλύτερο όφελος παρατηρήθηκε στην ελεύθερη νόσου επιβίωση υπέρ της αναστροζόλης σε σύγκριση με την ταμοξιφαίνη, για τον θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πληθυσμό ο οποίος προσδιορίστηκε προοπτικά.
Πίνακας 3 ATAC περίληψη καταληκτικών σημείων: τελική ανάλυση 5-ετούς θεραπείας
| Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας | Αναστροζόλη (N=3.125) | Ταμοξιφαίνη (N=3.116) | Αναστροζόλη (N=2.618) | Ταμοξιφαίνη (N=2.598) |
|---|---|---|---|---|
| Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία | ||||
| Ελεύθερη νόσου επιβίωσηα | ||||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 575 (18,4) | 651 (20,9) | ||
| Λόγος κινδύνου | 0,87 | |||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,78 έως 0,97 | |||
| Τιμή p | 0,0127 | |||
| Θετικός ως προς την κατάσταση ορμονικών υποδοχέων πληθυσμός | ||||
| Ελεύθερη νόσου επιβίωσηα | 424 (16,2) | 497 (19,1) | ||
| Λόγος κινδύνου | 0,83 | |||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,73 έως 0,94 | |||
| Τιμή p | 0,0049 | |||
| Ελεύθερη απομακρυσμένης νόσου επιβίωσηβ | ||||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 500 (16,0) | 530 (17,0) | 370 (14,1) | 394 (15,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,94 | 0,93 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,83 έως 1,06 | 0,80 έως 1,07 | ||
| Τιμή p | 0,2850 | 0,2838 | ||
| Χρόνος μέχρι την υποτροπήγ | ||||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 402 (12,9) | 498 (16,0) | 282 (10,8) | 370 (14,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,79 | 0,74 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,70 έως 0,90 | 0,64 έως 0,87 | ||
| Τιμή p | 0,0005 | 0,0002 | ||
| Χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπήδ | ||||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 324 (10,4) | 375 (12,0) | 226 (8,6) | 265 (10,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,86 | 0,84 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,74 έως 0,99 | 0,70 έως 1,00 | ||
| Τιμή p | 0,0427 | 0,0559 | ||
| Ετερόπλευρος πρωτοπαθής καρκίνος μαστού | ||||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 35 (1,1) | 59 (1,9) | 26 (1,0) | 54 (2,1) |
| Λόγος πιθανοτήτων | 0,59 | 0,47 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,39 έως 0,89 | 0,30 έως 0,76 | ||
| Τιμή p | 0,0131 | 0,0018 | ||
| Συνολική επιβίωσηε | ||||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 411 (13,2) | 420 (13,5) | 296 (11,3) | 301 (11,6) |
| Λόγος κινδύνου | 0,97 | 0,97 | ||
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,85 έως 1,12 | 0,83 έως 1,14 | ||
| Τιμή p | 0,7142 | 0,7339 |
α. Η ελεύθερη νόσου επιβίωση περιλαμβάνει όλα τα επεισόδια υποτροπής και ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό τοπικοπεριοχικής υποτροπής, ετερόπλευρου νέου καρκίνου του μαστού, απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου (οποιασδήποτε αιτιολογίας). β. Η ελεύθερη απομακρυσμένης νόσου επιβίωση ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου (οποιασδήποτε αιτιολογίας). γ. Ο χρόνος μέχρι την υποτροπή ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό τοπικο-περιοχικής υποτροπής, ετερόπλευρου νέου καρκίνου του μαστού, απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου λόγω του καρκίνου του μαστού. δ. Ο χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή ορίζεται ως το πρώτο περιστατικό απομακρυσμένης υποτροπής ή θανάτου λόγω του καρκίνου του μαστού. ε. Αριθμός (%) των ασθενών που έχουν πεθάνει.
Όταν η αναστροζόλη συγχορηγήθηκε με ταμοξιφαίνη, δεν παρουσιάστηκαν πλεονεκτήματα στην αποτελεσματικότητα συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη σε όλους τους ασθενείς καθώς και στον θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πληθυσμό. Αυτό το σκέλος θεραπείας δε συνέχισε να συμμετέχει στη μελέτη.
Με μία επικαιροποιημένη ανάλυση με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 10 ετών, η μακροπρόθεσμη σύγκριση των αποτελεσμάτων της θεραπείας με αναστροζόλη συγκριτικά με την ταμοξιφαίνη έδειξε παρόμοια αποτελέσματα με τις προηγούμενες αναλύσεις.
Επικουρική θεραπεία του πρώιμου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε θετικές ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη
Σε μία δοκιμή φάσης III της ερευνητικής ομάδας Austrian Breast and Colorectal Cancer Study Group [ABCSG] 8) που διεξήχθη σε 2.579 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς πρώιμο καρκίνο του μαστού που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση με ή χωρίς ακτινοθεραπεία και χωρίς να λάβουν χημειοθεραπεία (βλ. παρακάτω), η αλλαγή σε αναστροζόλη μετά από 2 χρόνια επικουρικής θεραπείας με ταμοξιφαίνη ήταν στατιστικά ανώτερη όσον αφορά στην ελεύθερη νόσου επιβίωση συγκριτικά με τη συνέχιση της θεραπείας με ταμοξιφαίνη, μετά από διάμεση περίοδο παρακολούθησης 24 μηνών.
Πίνακας 4 Περίληψη καταληκτικών σημείων και αποτελεσμάτων της δοκιμής ABCSG 8
| Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας | Αναστροζόλη (N=1.297) | Ταμοξιφαίνη (N=1.282) |
|---|---|---|
| Ελεύθερη νόσου επιβίωση | ||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 65 (5,0) | 93 (7,3) |
| Λόγος κινδύνου | 0,67 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,49 έως 0,92 | |
| Τιμή p | 0,014 | |
| Χρόνος μέχρι την υποτροπή | ||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 36 (2,8) | 66 (5,1) |
| Λόγος κινδύνου | 0,53 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,35 έως 0,79 | |
| Τιμή p | 0,002 | |
| Χρόνος μέχρι την απομακρυσμένη υποτροπή | ||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 22 (1,7) | 41 (3,2) |
| Λόγος κινδύνου | 0,52 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,31 έως 0,88 | |
| Τιμή p | 0,015 | |
| Νέος ετερόπλευρος καρκίνος του μαστού | ||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 7 (0,5) | 15 (1,2) |
| Λόγος πιθανοτήτων | 0,46 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,19 έως 1,13 | |
| Τιμή p | 0,090 | |
| Συνολική επιβίωση | ||
| Αριθμός συμβαμάτων (συχνότητα) | 43 (3,3) | 45 (3,5) |
| Λόγος κινδύνου | 0,96 | |
| Διπλής κατεύθυνσης 95% διάστημα εμπιστοσύνης | 0,63 έως 1,46 | |
| Τιμή p | 0,840 |
Δύο επιπλέον παρόμοιες δοκιμές (GABG/ARNO 95 και ITA), σε μία από τις οποίες οι ασθενείς είχαν υποβληθεί σε επέμβαση και χημειοθεραπεία, καθώς επίσης και μία συνδυασμένη ανάλυση των μελετών ABCSG 8 και GABG/ARNO 95, υποστήριξαν τα αποτελέσματα αυτά.
Τα χαρακτηριστικά προφίλ ασφάλειας της αναστροζόλης σε αυτές τις 3 μελέτες ήταν σύμφωνα με τα γνωστά χαρακτηριστικά ασφάλειας που έχουν τεκμηριωθεί σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο και θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού.
Οστική πυκνότητα σε μεταλλικά άλατα
Στη μελέτη φάσης III/IV (Μελέτη της Αναστροζόλης με το Διφωσφονικό Άλας Ρισεδρονάτη [SABRE]), 234 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρώιμο και θετικό ως προς τους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνο του μαστού, οι οποίες προγραμματίστηκαν να λάβουν θεραπεία με αναστροζόλη 1 mg/ημέρα, στρωματοποιήθηκαν σε ομάδες χαμηλού, μετρίου και υψηλού κινδύνου σύμφωνα με τον υπάρχοντα κίνδυνο κατάγματος ευθραυστότητας. H κύρια παράμετρος αποτελεσματικότητας ήταν η ανάλυση της οστικής πυκνότητας της οσφυϊκής μοίρας χρησιμοποιώντας μέθοδο διπλής απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ (DEXA scanning). Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν θεραπεία με βιταμίνη D και ασβέστιο. Οι ασθενείς της ομάδας χαμηλού κινδύνου έλαβαν αναστροζόλη ως μονοθεραπεία (N=42), οι ασθενείς της ομάδας μετρίου κινδύνου τυχαιοποιήθηκαν με αναστροζόλη και ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα (N=77) ή αναστροζόλη και εικονικό φάρμακο (N=77) και οι ασθενείς της ομάδας υψηλού κινδύνου έλαβαν αναστροζόλη και ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα (N=38). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά από την αρχική τιμή στην οστική πυκνότητα της οσφυϊκής μοίρας στους 12 μήνες.
Η κύρια ανάλυση κατά το διάστημα των 12 μηνών έδειξε ότι οι ασθενείς που ήταν ήδη σε μέτριο έως υψηλό κίνδυνο κατάγματος ευθραυστότητας, δεν εμφάνισαν μείωση στην οστική τους πυκνότητα (εκτιμώμενης με την οστική πυκνότητα της οσφυϊκής μοίρας χρησιμοποιώντας DEXA scanning) όταν έλαβαν θεραπεία με αναστροζόλη 1 mg/ημέρα σε συνδυασμό με ρισεδρονάτη 35 mg μία φορά την εβδομάδα. Επιπλέον, μία μείωση στην οστική πυκνότητα μεταλλικών αλάτων, η οποία δεν ήταν στατιστικά σημαντική, παρατηρήθηκε στην ομάδα χαμηλού κινδύνου που έλαβε αναστροζόλη 1 mg/ημέρα ως μονοθεραπεία. Αυτά τα ευρήματα αντικατοπτρίζονταν στη δευτερεύουσα μεταβλητή αποτελεσματικότητας η οποία ήταν η αλλαγή, από την αρχική τιμή της συνολικής οστικής πυκνότητας μεταλλικών αλάτων του ισχίου, σε 12 μήνες.
Αυτή η μελέτη παρέχει στοιχεία ότι η χρήση των διφωσφονικών μπορεί να εξετασθεί στην αντιμετώπιση πιθανής ελάττωσης οστικού περιεχομένου σε μεταλλικά άλατα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, με πρώιμο καρκίνο του μαστού, οι οποίες έχουν προγραμματισθεί να λάβουν θεραπεία με αναστροζόλη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αναστροζόλη δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά και εφήβους. Η αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχθεί σε παιδιατρικούς πληθυσμούς που μελετήθηκαν (βλ. παρακάτω). Ο αριθμός των παιδιών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ήταν πολύ περιορισμένος ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις πιθανές μακροπρόθεσμες επιδράσεις της θεραπείας με αναστροζόλη σε παιδιά και εφήβους (βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα).
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την αναστροζόλη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με βραχύ ανάστημα λόγω ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης (GHD), τεστοτοξίκωσης, γυναικομαστίας και συνδρόμου McCune-Alblight (βλ. Δοσολογία).
Βραχύ ανάστημα λόγω Ανεπάρκειας Αυξητικής Ορμόνης
Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε 52 αγόρια στην εφηβεία (ηλικίας 11 έως 16 ετών συμπεριλαμβανομένων) με GHD που υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 12 έως 36 μήνες με αναστροζόλη 1 mg/ημέρα ή με εικονικό φάρμακο, σε συνδυασμό με αυξητική ορμόνη. Μόνο 14 ασθενείς σε αναστροζόλη συμπλήρωσαν 36 μήνες.
Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές με το εικονικό φάρμακο ως προς τις σχετικές με την ανάπτυξη παραμέτρους του προβλεπόμενου ύψους στην ενηλικίωση, του ύψους, της τιμής τυπικής απόκλισης ύψους και της ταχύτητας ύψους. Δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα τελικού ύψους. Ενώ ο αριθμός των παιδιών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ήταν πολύ περιορισμένος ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για την ασφάλεια, υπήρχε ένα αυξημένο ποσοστό καταγμάτων και μια τάση για μειωμένη οστική πυκνότητα μεταλλικών αλάτων στην ομάδα της αναστροζόλης σε σύγκριση με του εικονικού φαρμάκου.
Τεστοτοξίκωση
Μία ανοιχτή, μη-συγκριτική, πολυκεντρική μελέτη αξιολόγησε 14 άνδρες ασθενείς (ηλικίας 2 έως 9 ετών) με οικογενή πρώιμη ήβη που αφορά αποκλειστικά άρρενες, επίσης γνωστή ως τεστοτοξίκωση, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με συνδυασμό αναστροζόλης και βικαλουταμίδης. Ο αρχικός στόχος ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας αυτής της συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής για 12 μήνες. Δεκατρείς από τους 14 ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη συμπλήρωσαν τους 12 μήνες της συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής (ένας ασθενής απωλέσθηκε κατά την μετέπειτα παρακολούθηση). Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στο ρυθμό ανάπτυξης μετά από 12 μήνες θεραπείας, σε σχέση με το ρυθμό ανάπτυξης κατά τη διάρκεια των 6 μηνών πριν από την εισαγωγή στη μελέτη.
Μελέτες γυναικομαστίας
Η Μελέτη 0006 ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη από 82 αγόρια στην εφηβεία (ηλικίας 11-18 ετών συμπεριλαμβανομένων) που είχαν γυναικομαστία με διάρκεια μεγαλύτερη των 12 μηνών, που έλαβαν αναστροζόλη 1 mg/ημέρα, ή εικονικό φάρμακο ημερησίως, για διάστημα έως 6 μηνών. Καμία σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ της ομάδας που λάμβανε αναστροζόλη 1 mg και της ομάδας που λάμβανε εικονικό φάρμακο σε ό,τι αφορά στον αριθμό των ασθενών που είχαν 50% ή μεγαλύτερη μείωση στο συνολικό όγκο του μαστού μετά από θεραπεία 6 μηνών.
Η δοκιμή 0001 ήταν μία ανοικτή, πολλαπλής δόσης, φαρμακοκινητική μελέτη της αναστροζόλης 1 mg/ημέρα σε 36 αγόρια στην εφηβεία που είχαν γυναικομαστία διάρκειας μικρότερης των 12 μηνών. Οι δευτερεύοντες στόχοι ήταν να εκτιμηθεί η αναλογία των ασθενών με μειώσεις από την αρχική τιμή στον υπολογισμένο όγκο της γυναικομαστίας και των δύο μαστών σε συνδυασμό, τουλάχιστον 50% μεταξύ της 1ης ημέρας και μετά από 6 μήνες θεραπείας, καθώς και η ανεκτικότητα και η ασφάλεια του ασθενούς. Μια μείωση κατά 50% ή περισσότερο στο συνολικό όγκο του μαστού παρατηρήθηκε στο 56% (20/36) των αγοριών ύστερα από 6 μήνες.
Μελέτη συνδρόμου McCune-Albright
Η δοκιμή 0046 ήταν μία διεθνής, πολυκεντρική, ανοικτή διερευνητική δοκιμή της αναστροζόλης σε 28 κορίτσια (ηλικίας 2 έως ≤ 10 ετών) με σύνδρομο McCune-Albright (MAS). Ο πρωταρχικός στόχος ήταν να εκτιμηθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της αναστροζόλης 1 mg/ημέρα σε ασθενείς με σύνδρομο McCune-Albright. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας βασίσθηκε στην αναλογία των ασθενών που πληρούσαν τα καθορισμένα κριτήρια που αναφέρονται στην κολπική αιμορραγία, οστική ηλικία και ταχύτητα ανάπτυξης.
Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική αλλαγή στη συχνότητα των ημερών της κολπικής αιμομορραγίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές αλλαγές στο στάδιο κατά Tanner, το μέσο όγκο της ωοθήκης, ή το μέσο όγκο της μήτρας. Δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά σημαντική αλλαγή στο ρυθμό αύξησης της οστικής ηλικίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας, σε σύγκριση με το ρυθμό κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας. Ο ρυθμός ανάπτυξης (σε εκατοστά/έτος) μειωνόταν σημαντικά (p < 0,05) σε σχέση με το ρυθμό προ της θεραπείας όλο το διάστημα από το μήνα 0 έως το μήνα 12, και από το ρυθμό προ της θεραπείας στο διάστημα του δεύτερου 6 μήνου (από το μήνα 7 έως το μήνα 12).
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της αναστροζόλης είναι ταχεία και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται συνήθως μέσα σε δύο ώρες από τη χορήγηση (σε συνθήκες νηστείας). Η τροφή ελαττώνει λίγο το ρυθμό, αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης. Η μικρή αλλαγή στο ρυθμό απορρόφησης δεν αναμένεται να οδηγήσει σε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μια δόση αναστροζόλης ημερησίως. Περίπου το 90 έως 95% της συγκέντρωσης της αναστροζόλης στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημερήσιες δόσεις, και η συσσώρευση είναι 3πλάσια έως 4πλάσια.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για εξάρτηση των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της αναστροζόλης από το χρόνο ή τη δόση.
Η φαρμακοκινητική της αναστροζόλης είναι ανεξάρτητη από την ηλικία στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Κατανομή
Η αναστροζόλη συνδέεται μόνο σε ποσοστό 40% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Αποβολή
Η αναστροζόλη αποβάλλεται αργά με χρόνο ημίσειας ζωής κάθαρσης από το πλάσμα 40 έως 50 ώρες. Η αναστροζόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και λιγότερο από 10% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα αναλλοίωτη μέσα σε 72 ώρες από τη χορήγηση. Ο μεταβολισμός της αναστροζόλης γίνεται με Ν-απαλκυλίωση, υδροξυλίωση και γλυκουρονιδίωση. Οι μεταβολίτες αποβάλλονται πρωταρχικώς από τα ούρα. Η τριαζόλη, ο κύριος μεταβολίτης στο πλάσμα, δεν αναστέλλει την αρωματάση.
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της αναστροζόλης μετά από του στόματος χορήγηση, ήταν περίπου 30% χαμηλότερη σε εθελοντές με σταθερή κίρρωση του ήπατος σε σύγκριση με αντιστοιχισμένα άτομα της ομάδας ελέγχου (Μελέτη 1033IL/0014). Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα σε εθελοντές με κίρρωση του ήπατος ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων που παρατηρούνται σε φυσιολογικά άτομα σε άλλες δοκιμές. Οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων δοκιμών αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρούνται σε ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία.
Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) της αναστροζόλης μετά από του στόματος χορήγηση, δε μεταβλήθηκε σε εθελοντές με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30ml/min) στη Μελέτη 1033IL/0018, κάτι που συμφωνεί με το γεγονός ότι η αναστροζόλη αποβάλλεται πρωταρχικώς μέσω μεταβολισμού. Οι συγκεντρώσεις της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια μακροχρόνιων δοκιμών αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήταν εντός του εύρους των συγκεντρώσεων της αναστροζόλης στο πλάσμα που παρατηρούνται σε ασθενείς χωρίς νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η χορήγηση της αναστροζόλης πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε αγόρια με εφηβική γυναικομαστία (10 - 17 ετών), η απορρόφηση της αναστροζόλης ήταν ταχεία, η κατανομή ευρεία, και η αποβολή αργή με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ημέρες. Η κάθαρση της αναστροζόλης ήταν χαμηλότερη σε κορίτσια (3 - 10 ετών) απ’ ό,τι στα μεγαλύτερα σε ηλικία αγόρια και η έκθεση υψηλότερη. Στα κορίτσια η κατανομή της αναστροζόλης ήταν ευρεία και η αποβολή ήταν αργή.