BRIMONIDINE
Βριμονιδίνη
Kύριος σκοπός της αντιγλαυκωματικής θεραπείας παραμένει η ακεραιότητα του οπτικού νεύρου και η αποφυγή τύφλωσης αλλά και η εξασφάλιση ποιότητας ζωής του γλαυκωματικού. Tα χρησιμοποιούμενα αντιγλαυκωματικά φάρμακα,που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες, έχουν διαφορετικό τρόπο …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-REZLOD
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: μία σταγόνα
- Τιτλοποίηση: Όταν το dorzolamide πρόκειται να αντικαταστήσει έναν άλλο αντι-γλαυκωματικό παράγοντα, διακόψτε τον άλλο παράγοντα αφού χορηγηθεί στην κατάλληλη δόση τη μία ημέρα και αρχίστε την επόμενη ημέρα με dorzolamide.
-
ΜονοθεραπείαΔόσημία σταγόνατρεις φορές ημερησίως
-
Συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείςΔόσημία σταγόναδύο φορές ημερησίως
block
SPC-REZLOD
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο dorzolamide ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (CrCl <30 ml/min)Πληθυσμόςασθενείς
-
Υπερχλωραιμική οξέωσηΠληθυσμόςασθενείς
warning
SPC-REZLOD
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική ανεπάρκειανα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΤο dorzolamide δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Η διαχείριση απαιτεί επιπρόσθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις εκτός από τη χορήγηση οφθαλμικών υποτασικών παραγόντων.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με σουλφοναμίδιασοβαρές αντιδράσεις όπως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυσηΕάν παρατηρήσετε συμπτώματα σοβαρών αντιδράσεων ή υπερευαισθησίας, διακόψτε τη χρήση του παρόντος φαρμακευτικού προϊόντος.
-
ΟυρολιθίασηΠληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό νεφρικής λιθίασηςμπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ουρολιθίασης κατά τη χρήση dorzolamide
-
Αλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. επιπεφυκίτιδα και αντιδράσεις των βλεφάρων)θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αναστολείς της καρβονικής ανυδράσηςαθροιστική δράση στις γνωστές συστηματικές επιδράσεις της αναστολής της καρβονικής ανυδράσηςδεν συνιστάται
-
Χρόνιες βλάβες του κερατοειδούς ή/και ιστορικό ενδο-οφθαλμικής χειρουργικής επέμβασηςοιδήματα του κερατοειδούς και αμετάκλητη ανεπάρκεια αντιρρόπησης του κερατοειδούςΠληθυσμόςασθενείςΗ τοπική χρήση dorzolamide θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Μετά από διαδικασίες διήθησης με χορήγηση θεραπειών υδατικής καταστολήςταυτόχρονη αποκόλληση χοριοειδούς και οφθαλμική υποτονία
-
Συντηρητικό benzalkonium chlorideερεθισμό των οφθαλμών
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΠληθυσμόςασθενείς κάτω των 36 εβδομάδων κύησης και κάτω από ηλικία 1 εβδομάδαςΤο dorzolamide δεν έχει μελετηθεί.
-
Νεφρική σωληναριακή ανωριμότηταΠληθυσμόςασθενείςθα πρέπει να λαμβάνουν dorzolamide μόνο μετά από προσεκτική εξέταση της σχέσης οφέλους-κινδύνου, λόγω του πιθανού κινδύνου μεταβολικής οξέωσης.
swap_horiz
SPC-REZLOD
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων με dorzolamide. Σε κλινικές μελέτες, το dorzolamide χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με τα ακόλουθα φάρμακα χωρίς ενδείξεις βλαπτικών αλληλεπιδράσεων: οφθαλμικό διάλυμα…
sick
SPC-REZLOD
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πονοκέφαλος
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Καύσος και νυγμός
- Επιφανειακή διάστικτη κερατίτιδα
- Δακρύρροια
- Επιπεφυκίτιδα
- Φλεγμονή βλεφάρου
- Κνησμός
- Ερεθισμός βλεφάρου
- Θολερότητα όρασης
- Ιριδοκυκλίτιδα
- Ερεθισμός, συμπεριλαμβανομένης ερυθρότητας, πόνος
- Εφελκίδα βλεφάρων
- Παροδική μυωπία (που υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας)
- Οίδημα του κερατοειδούς
- Οφθαλμική υποτονία
- Αποκόλληση του χοριοειδούς μετά από χειρουργική επέμβαση διήθησης
- Επίσταξη
- Ναυτία
- Πικρή γεύση
- Ερεθισμός του φάρυγγα
- Ξηροστομία
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Σύνδρομο Stevens -Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Ουρολιθίαση
- Αδυναμία / κόπωση
- Υπερευαισθησία: Σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος, κνίδωσης και κνησμού, εξανθημάτων, δύσπνοιας, σπανίως βρογχόσπασμου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΠονοκέφαλοςΝευρικό σύστημα
-
ΑσυνήθειςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΑσυνήθειςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΚαύσος και νυγμόςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπιφανειακή διάστικτη κερατίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔακρύρροιαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕρεθισμός βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘολερότητα όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΙριδοκυκλίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕρεθισμός, συμπεριλαμβανομένης ερυθρότητας, πόνοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕφελκίδα βλεφάρωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαροδική μυωπία (που υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟίδημα του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟφθαλμική υποτονίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑποκόλληση του χοριοειδούς μετά από χειρουργική επέμβαση διήθησηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠικρή γεύσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΕρεθισμός του φάρυγγαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens -JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑσυνήθειςΟυρολιθίασηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑδυναμία / κόπωσηΓενικές διαταραχές και ενοχλήσεις στη θέση χορήγησης
-
ΑσυνήθειςΥπερευαισθησία: Σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος, κνίδωσης και κνησμού, εξανθημάτων, δύσπνοιας, σπανίως βρογχόσπασμουΓενικές διαταραχές και ενοχλήσεις στη θέση χορήγησης
pregnant_woman
SPC-REZLOD
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΔεν είναι γνωστό εάν το dorzolamide εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Σε θηλάζοντες επίμυες, παρατηρήθηκαν μειώσεις της αύξησης του βάρους των απογόνων.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-REZLOD
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας καρβονικής ανυδράσης Κωδικός ATC: S01EC03 Μηχανισμός δράσης Η καρβονική ανυδράση (ΚA) είναι ένα ένζυμο που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου του οφθαλμού. Στους…
biotech
SPC-REZLOD
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Σε αντίθεση με τους από του στόματος αναστολείς καρβονικής ανυδράσης, η τοπική εφαρμογή dorzolamide hydrochloride επιτρέπει στη δραστική ουσία να ασκήσει την επίδρασή της απευθείας στον οφθαλμό σε σημαντικά χαμηλότερες δόσεις και συνεπώς…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-REZLOD
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Όταν χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, η δόση είναι μία σταγόνα dorzolamide στο θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού(-ων), τρεις φορές ημερησίως.
Όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία, σε συνδυασμό με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείς, η δόση είναι μία σταγόνα dorzolamide στο θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού(-ων), δύο φορές ημερησίως.
Όταν το dorzolamide πρόκειται να αντικαταστήσει έναν άλλο αντι-γλαυκωματικό παράγοντα, διακόψτε τον άλλο παράγοντα αφού χορηγηθεί στην κατάλληλη δόση τη μία ημέρα και αρχίστε την επόμενη ημέρα με dorzolamide.
Εάν χρησιμοποιούνται περισσότερα του ενός τοπικά οφθαλμολογικά φάρμακα, τα προϊόντα πρέπει να χορηγούνται σε διάστημα τουλάχιστον δέκα λεπτών μεταξύ τους.
Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να πλένουν τα χέρια τους πριν την χρήση και να αποφεύγουν την επαφή του άκρου του φιαλιδίου με τον οφθαλμό ή τις γύρω περιοχές.
Οι ασθενείς πρέπει επίσης να ενημερώνονται ότι η ακατάλληλη χρήση των οφθαλμικών διαλυμάτων μπορεί να προκαλέσει την επιμόλυνσή τους από κοινά βακτήρια που είναι γνωστό ότι προκαλούν οφθαλμικές λοιμώξεις. Η χρήση επιμολυσμένων διαλυμάτων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή οφθαλμική βλάβη και επακόλουθη απώλεια της όρασης.
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το σωστό χειρισμό των οφθαλμικών φιαλιδίων.
Οδηγίες χρήσης:
- Πριν χρησιμοποιήσετε το φάρμακο για πρώτη φορά, σιγουρευτείτε ότι δεν έχει καταστραφεί η ταινία ασφαλείας στο λαιμό του φιαλιδίου. Σε κλειστά φιαλίδια, είναι φυσιολογικό να υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στο φιαλίδιο και το πώμα.
- Θα πρέπει να αφαιρέσετε το πώμα του φιαλιδίου.
- Ο ασθενής θα πρέπει να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω και να τραβήξει απαλά το κάτω βλέφαρό του προς τα κάτω για να σχηματίσει μια μικρή κοιλότητα μεταξύ του βλεφάρου και του οφθαλμού.
- Το φιαλίδιο θα πρέπει να αναστραφεί και να συμπιεστεί μέχρι να γίνει ενστάλαξη μίας μόνο σταγόνας εντός του οφθαλμού. ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ ΤΟΝ ΟΦΘΑΛΜΟ Ή ΤΟ ΒΛΕΦΑΡΟ ΣΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΚΤΗ.
- Τα βήματα 3 & 4 θα πρέπει να επαναληφθούν στον άλλο οφθαλμό, εάν είναι απαραίτητο.
- Αμέσως μετά τη χρήση, πρέπει να επανατοποθετηθεί το πώμα και να σφραγιστεί το φιαλίδιο.
Παιδιατρική χρήση: Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα για τη χορήγηση dorzolamide τρεις φορές την ημέρα σε παιδιατρικούς ασθενείς (Για πληροφορίες σχετικά με παιδιατρική δοσολογία βλ. παράγραφο 5.1).
block
Αντενδείξεις
SPC-REZLOD
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-REZLOD
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-REZLOD
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων με dorzolamide.
Σε κλινικές μελέτες, το dorzolamide χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με τα ακόλουθα φάρμακα χωρίς ενδείξεις βλαπτικών αλληλεπιδράσεων: οφθαλμικό διάλυμα timolol, οφθαλμικό διάλυμα και συστηματική φαρμακευτική αγωγή betaxolol, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ACE, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, διουρητικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης, και ορμόνες (π.χ. οιστρογόνα, ινσουλίνη, θυροξίνη).
Δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως η σύνδεση μεταξύ dorzolamide, μειωτικών και αδρενεργικών αγωνιστών κατά τη διάρκεια της θεραπείας του γλαυκώματος.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-REZLOD
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Το dorzolamide αξιολογήθηκε σε περισσότερα από 1400 άτομα σε ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες. Σε μακροχρόνιες μελέτες 1108 ασθενών που έλαβαν θεραπεία με dorzolamide ως μονοθεραπεία ή ως συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείς, η πιο συχνή αιτία διακοπής της θεραπείας (περίπου 3%) με dorzolamide ήταν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο, κυρίως επιπεφυκίτιδα και αντιδράσεις των βλεφάρων.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών ή μετά την κυκλοφορία: [Πολύ συχνές (≥ 1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Ασυνήθεις (≥ 1/1000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10000 έως <1/1000)].
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Πολύ συχνές | Συχνές | Ασυνήθεις | Σπάνιες |
|---|---|---|---|---|
| Νευρικό σύστημα | Πονοκέφαλος | Ζάλη, παραισθησία | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Καύσος και νυγμός | Επιφανειακή διάστικτη κερατίτιδα, δακρύρροια, επιπεφυκίτιδα, φλεγμονή βλεφάρου, κνησμός, ερεθισμός βλεφάρου, θολερότητα όρασης | Ιριδοκυκλίτιδα | Ερεθισμός, συμπεριλαμβανομένης ερυθρότητας, πόνος εφελκίδα βλεφάρων, παροδική μυωπία (που υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας), οίδημα του κερατοειδούς, οφθαλμική υποτονία, αποκόλληση του χοριοειδούς μετά από χειρουργική επέμβαση διήθησης |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Επίσταξη | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Ναυτία, Πικρή γεύση | Ερεθισμός του φάρυγγα, ξηροστομία | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματίτιδα εξ επαφής, σύνδρομο Stevens -Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Ουρολιθίαση | |||
| Γενικές διαταραχές και ενοχλήσεις στη θέση χορήγησης | Αδυναμία / κόπωση | Υπερευαισθησία: Σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων) και συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων αγγειοοιδήματος, κνίδωσης και κνησμού, εξανθημάτων, δύσπνοιας, σπανίως βρογχόσπασμου |
Εργαστηριακά ευρήματα: Το dorzolamide δεν έχει συνδεθεί με κλινικά σημαντικές διαταραχές των ηλεκτρολυτών.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Βλ. 5.1
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του
Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-REZLOD
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την διάρκεια της κύησης: Το dorzolamide δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν διατίθενται επαρκή κλινικά δεδομένα από εγκυμοσύνες που έχουν εκτεθεί στο φάρμακο. Σε κουνέλια, το dorzolamide είχε τερατογενείς επιδράσεις σε τοξικές για τη μητέρα δόσεις (βλέπε παράγραφο 5.3)
Χρήση κατά την διάρκεια της γαλουχίας: Δεν είναι γνωστό εάν το dorzolamide εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Σε θηλάζοντες επίμυες, παρατηρήθηκαν μειώσεις της αύξησης του βάρους των απογόνων. Εάν είναι απαραίτητη η θεραπεία με dorzolamide, ο θηλασμός δεν συνιστάται.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-REZLOD
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας καρβονικής ανυδράσης Κωδικός ATC: S01EC03
Μηχανισμός δράσης
Η καρβονική ανυδράση (ΚA) είναι ένα ένζυμο που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου του οφθαλμού. Στους ανθρώπους, η καρβονική ανυδράση υπάρχει ως μια σειρά ισοενζύμων, το πιο ενεργό εκ των οποίων είναι η καρβονική ανυδράση ΙΙ (ΚA-II), που βρίσκεται κατά κύριο λόγο στα ερυθροκύτταρα, αλλά και σε άλλους ιστούς. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στις βλεφαρικές διαδικασίες του οφθαλμού μειώνει την έκκριση υδατοειδούς υγρού. Αυτό οδηγεί σε μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ).
Το διάλυμα 20 mg/ml οφθαλμικών σταγόνων Rezlod περιέχει dorzolamide hydrochloride, έναν ισχυρό αναστολέα της ανθρώπινης καρβονικής ανυδράσης II. Μετά από τοπική οφθαλμική χορήγηση, το dorzolamide μειώνει την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, έστω και εάν δεν σχετίζεται με το γλαύκωμα. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση αποτελεί μείζονα παράγοντα κινδύνου στην παθογένεια των αλλοιώσεων του οπτικού νεύρου και της απώλειας οπτικού πεδίου. Το dorzolamide δεν προκαλεί συστολή της κόρης και μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση χωρίς παρενέργειες, όπως νυκταλωπία και σπασμούς προσαρμογής. Το dorzolamide δεν επηρεάζει ή επηρεάζει ελάχιστα το ρυθμό παλμών και την αρτηριακή πίεση.
Οι β-αδρενεργικοί αναστολείς τοπικής χρήσης μειώνουν επίσης την ΕΟΠ μειώνοντας την παραγωγή υδατοειδούς υγρού, αλλά μέσω ενός διαφορετικού μηχανισμού δράσης. Μελέτες έχουν δείξει ότι όταν προστίθεται dorzolamide στη θεραπεία με β-αναστολείς τοπικής χρήσης, παρατηρείται επιπρόσθετη μείωση της ΕΟΠ. Το εύρημα αυτό είναι σύμφωνο με την αναφερόμενη αθροιστική επίδραση των β-αναστολέων και των από του στόματος αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κλινικά αποτελέσματα:
Ενήλικοι ασθενείς
Σε ασθενείς με γλαύκωμα ή οφθαλμική υπέρταση, η αποτελεσματικότητα της χορήγησης dorzolamide τρεις φορές ημερησίως ως μονοθεραπεία (αρχική τιμή ΕΟΠ 23 mmHg) ή δις ημερησίως ως συμπληρωματική θεραπεία κατά τη λήψη οφθαλμικών βήτα-αναστολέων (αρχική τιμή ΕΟΠ 22 mmHg), αποδείχθηκε σε ευρείας κλίμακας κλινικές μελέτες, διάρκειας έως και ενός έτους. Έχει αποδειχθεί η επίδραση της μονοθεραπείας ή συμπληρωματικής θεραπείας με Δορζολαμίδη στην μείωση της ΕΟΠ καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Το αποτέλεσμα διατηρείται κατά τη μακροχρόνια χορήγηση. Η αποτελεσματικότητα κατά τη μακροχρόνια μονοθεραπεία ήταν παρόμοια με αυτή του betaxolol και ελαφρώς μικρότερη από αυτή του timolol. Όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείς, το dorzolamide οδηγεί σε πρόσθετη μείωση της ΕΟΠ, παρόμοια με αυτή της prilocaine 2% τετράκις ημερησίως.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Πραγματοποιήθηκε μία διπλή-τυφλή πολυκεντρική μελέτη 3 μηνών, ελεγχόμενη με ενεργό θεραπεία, με τη συμμετοχή 184 παιδιατρικών ασθενών (εκ των οποίων 122 λάμβαναν dorzolamide) από την 1η εβδομάδα ζωής μέχρι <6 ετών με γλαύκωμα ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (αρχική τιμή ΕΟΠ > 22 mmHg) για την αξιολόγηση της ασφάλειας της τοπικής χορήγησης 25 σταγόνων οφθαλμικού διαλύματος dorzolamide τρεις φορές την ημέρα. Περίπου το ήμισυ των ασθενών στις δύο ομάδες θεραπείας είχαν διαγνωστεί με συγγενές γλαύκωμα. Άλλες κοινές αιτιολογίες ήταν το σύνδρομο Sturge Weber, η μεσεγχυματική δυσγενεσία του ιριδοκερατοειδούς, περιπτώσεις αφακικών ασθενών. Η κατανομή κατά ηλικία και οι θεραπείες στη φάση μονοθεραπείας είχαν ως εξής:
| Dorzolamide 20 mg/ml | Timolol |
|---|---|
| Ομάδα Ηλικίας < 2 ετών | |
| n=56 | |
| Φάσμα Ηλικίας: 1 έως 23 μηνών | Timolol GS 0,25% |
| n = 27 | |
| Φάσμα Ηλικίας: 0,25 έως 22 μηνών | |
| Ομάδα Ηλικίας ≥ 2 - <6 ετών | |
| n=66 | |
| Φάσμα Ηλικίας: 2 έως 6 ετών | Timolol 0,5% |
| n = 35 | |
| Φάσμα Ηλικίας: 2 έως 6 ετών |
Και στα δύο ομάδες ηλικιών, περίπου 70 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για τουλάχιστον 61 ημέρες και περίπου 50 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για 81-100 ημέρες.
Εάν η μονοθεραπεία με dorzolamide ή γέλη timolol δεν επέτρεπε τον ικανοποιητικό έλεγχο της ΕΟΠ, οι ασθενείς ετίθεντο σε θεραπεία ανοικτής ετικέτας, σύμφωνα ως ακολούθως: 30 ασθενείς <2 ετών μετέβησαν σε ταυτόχρονη θεραπεία με γέλη timolol 0,25% ημερησίως και 20 mg/ml dorzolamide τρεις φορές την ημέρα. 30 ασθενείς > 2 ετών μετέβησαν σε 2% dorzolamide /0.5% timolol, ως σταθερό συνδυασμό δις ημερησίως.
Συνολικά, η παρούσα μελέτη δεν αποκάλυψε πρόσθετες ανησυχίες για την ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς: περίπου στο 26% (20% κατά τη μονοθεραπεία με dorzolamide) των παιδιατρικών ασθενών παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιπτώσεις που σχετίζονται με το φάρμακο, η πλειονότητα των οποίων ήταν τοπικές, μη σοβαρές οφθαλμικές επιπτώσεις, όπως κάψιμο και τσούξιμο των οφθαλμών, έγχυση και οφθαλμικό άλγος. Σε ένα μικρό ποσοστό < 4% παρατηρήθηκε οίδημα του κερατοειδούς ή θολή όραση. Οι τοπικές αντιδράσεις ήταν παρόμοιες σε συχνότητα με αυτές στο φάρμακο σύγκρισης. Σε δεδομένα πορείας μετά την κυκλοφορία, δεν έχει αναφερθεί μεταβολική οξέωση σε πολύ νεαρά άτομα ιδίως με νεφρική ανωριμότητα/δυσλειτουργία.
Τα αποτελέσματα της δραστικότητας σε παιδιατρικούς ασθενείς υποδηλώνουν ότι η μέση μείωση της ΕΟΠ που παρατηρήθηκε στην ομάδα του dorzolamide ήταν συγκρίσιμη με τη μέση μείωση της ΕΟΠ που παρατηρήθηκε στην ομάδα του timolol ακόμη και αν παρατηρήθηκε κάποιο μικρό αριθμητικό πλεονέκτημα για το timolol. Δε διατίθενται μακροχρόνιες μελέτες δραστικότητας (> 12 εβδομάδων).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-REZLOD
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Σε αντίθεση με τους από του στόματος αναστολείς καρβονικής ανυδράσης, η τοπική εφαρμογή dorzolamide hydrochloride επιτρέπει στη δραστική ουσία να ασκήσει την επίδρασή της απευθείας στον οφθαλμό σε σημαντικά χαμηλότερες δόσεις και συνεπώς με μικρότερη συστηματική έκθεση. Σε κλινικές μελέτες, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ΕΟΠ χωρίς τις οξεοβασικές διαταραχές ή το χαρακτηριστικό των μετατροπών στους ηλεκτρολύτες των από του στόματος αναστολών της καρβονικής ανυδράσης.
Όταν εφαρμόζεται τοπικά, το dorzolamide φθάνει μέχρι τη γενική κυκλοφορία. Προκειμένου να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο συστηματικής αναστολής της καρβονικής ανυδράσης κατόπιν τοπικής εφαρμογής, έγιναν μετρήσεις των συγκεντρώσεων της δραστικής ουσίας και των μεταβολιτών στα ερυθρά αιμοσφαίρια και το πλάσμα και της αναστολής καρβονικής ανυδράσης στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Το dorzolamide συσσωρεύεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια κατά τη διάρκεια χρόνιας χορήγησης ως αποτέλεσμα εκλεκτικής δέσμευσης της ΚΑ-II, ενώ διατηρούνται εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις ελεύθερης δραστικής ουσίας στο πλάσμα. Η μητρική δραστική ουσία σχηματίζει ένα ενιαίο μεταβολίτη N-desethyl που αναστέλλει την ΚΑ-II με μικρότερη ισχύ από τη μητρική δραστική ουσία, αλλά αναστέλλει επίσης ένα λιγότερο δραστικό ισοένζυμο (ΚΑ-I). Ο μεταβολίτης συσσωρεύεται επίσης σε ερυθρά αιμοσφαίρια, όπου δεσμεύεται κυρίως στην ΚΑ-I.
Το dorzolamide δεσμεύεται μέτρια σε πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 33%). Το dorzolamide αποβάλλεται κατά κύριο λόγο αμετάβλητο στα ούρα· και ο μεταβολίτης απεκκρίνεται επίσης στα ούρα. Μετά το πέρας της χορήγησης, το dorzolamide απομακρύνεται από τα ερυθροκύτταρα κατά μη γραμμικό τρόπο, με αποτέλεσμα την ταχεία μείωση της συγκέντρωσης της δραστική ουσίας αρχικά, ακολουθούμενη από μια βραδύτερη φάση αποβολής με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου τέσσερις μήνες.
Όταν δόθηκε dorzolamide από του στόματος, ώστε να προσομοιωθεί η μέγιστη συστηματική έκθεση μετά από μακροχρόνια τοπική οφθαλμική χορήγηση, η επίτευξη της σταθερής κατάστασης πραγματοποιήθηκε εντός 13 εβδομάδων. Κατά τη σταθερή κατάσταση, δεν υπήρχε στην ουσία καμία ελεύθερη δραστική ουσία ή μεταβολίτης στο πλάσμα· η αναστολή της ΚΑ στα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν μικρότερη από αυτή που αναμένονταν να χρειαστεί για κάποια φαρμακολογική επίδραση στη νεφρική λειτουργία ή την αναπνοή. Παρόμοια φαρμακοκινητικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν μετά από χρόνια, τοπική εφαρμογή dorzolamide.
Ορισμένοι ηλικιωμένοι ασθενείς, ωστόσο, με νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενο CrCl 30-60 ml/min) παρουσίασαν υψηλότερες συγκεντρώσεις μεταβολίτη στα ερυθρά αιμοσφαίρια, χωρίς όμως σημαντικές διαφορές στην αναστολή καρβονικής ανυδράσης, ενώ δεν αποδόθηκε ευθέως καμία κλινικά σημαντική συστηματική παρενέργεια στο εν λόγω εύρημα.
ΕΟΦ · 11.4
Aντιγλαυκωματικά
expand_more
Aντιγλαυκωματικά
Kύριος σκοπός της αντιγλαυκωματικής θεραπείας παραμένει η ακεραιότητα του οπτικού νεύρου και η αποφυγή τύφλωσης αλλά και η εξασφάλιση ποιότητας ζωής του γλαυκωματικού.
Tα χρησιμοποιούμενα αντιγλαυκωματικά φάρμακα,που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες, έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης, αλλά κοινό αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και την πρόληψη βλάβης του οπτικού νεύρου. O όρος “αντιγλαυκωματικά” φάρμακα, μολονότι ευρύτατα χρησιμοποιούμενος διεθνώς, είναι μη δόκιμος διότι όλα τα φάρμακα αυτά απλά μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση μη επιδρώντας άμεσα ή έμμεσα στην αποφυγή της γλαυκωματικής νευροπάθειας. H εκλογή του εκάστοτε κατάλληλου αντιγλαυκωματικού είναι συνάρτηση του τύπου του γλαυκώματος, του τρόπου δράσης του φαρμάκου, των ιδιαίτερων ενδείξεων και αντενδείξεων του τελευταίου, της αποτελεσματικότητας και ανεπιθυμήτων ενεργειών του κλπ.
Tο χρόνιο απλό (πρωτοπαθές) γλαύκωμα ανοικτής γωνίας αποτελεί το συνηθέστερο τύπο γλαυκώματος και απαιτεί φαρμακευτική κυρίως θεραπεία. Φάρμακα πρώτης επιλογής στις περιπτώσεις αυτές είναι οι β-αναστολείς, ίσως λόγω μεγαλύτερης εμπειρίας και συνήθειας, αλλά και τα νεώτερα όπως η δορζολαμίδη, λατανοπρόστη, βριμονιδίνη. Για την επιλογή του καθενός, θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα υπ’όψιν η σχέση δραστικότητα / ανεπιθύμητες ενέργειες, αντενδείξεις τους και τρόπος ζωής (δραστηριότητες) του ατόμου. Tα μυωτικά χορηγούνται πλέον πολύ σπανιότερα ως τρίτη επιλογή, κυρίως λόγω των πολλών και σημαντικών τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Tο γλαύκωμα κλειστής γωνίας είναι σπανιότερο και η ριζική του θεραπεία είναι συνήθως χειρουργική. Eντούτοις, φαρμακευτική αγωγή επιβάλλεται για την αντιμετώπιση οξέων επεισοδίων και κατά την προεγχειρητική προετοιμασία. Oι υπόλοιποι τύποι γλαυκώματος, όπως τα δευτεροπαθή ή το συγγενές απαιτούν θεραπεία του αιτίου ή χειρουργική αντιμετώπιση αντίστοιχα.
Tα αντιγλαυκωματικά γενικώς φάρμακα ανήκουν στις παρακάτω κατηγορίες: παρασυμπαθητικομιμητικά (χολινεργικά ή αντιχολινεστερασικά), συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες, κυρίως α2), β-αδρενεργικοί αναστολείς, αναστολείς καρβοανυδράσης (τοπικοί και συστηματικοί) προσταγλανδίνες (F2a) και ωσμωτικώς δρώντα. Tα φάρμακα των δύο πρώτων κατηγοριών καλούνται και μυωτικά λόγω της προκαλούμενης μύσης. Τα ωσμωτικά δρουν αφυδατώνοντας το υαλοειδές. Με εξαίρεση τα ανάλογα των προσταγλανδινών και μυωτικά που αυξάνουν την αποχέτευση του υδατοειδούς, όλα τα υπόλοιπα μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς. Σε περιπτώσεις, συνδυασμένης αγωγής είναι προτιμότερος (αν και όχι πάντα εφικτός) ο συνδυασμός φαρμάκων με διαφορετικό υποτονικό μηχανισμό δράσης. Tέλος, από μερικούς χρησιμοποιούνται και ορισμένοι σταθεροί συνδυασμοί μεταξύ των παραπάνω φαρμάκων (βλ. εισαγωγή). Oι νεώτερες θεραπευτικές τάσεις δεν ευνοούν τον συνδυασμό περισσοτέρων των δύο φαρμάκων, λόγω μειωμένης συμμόρφωσης των ασθενών και υποβιβασμού της ποιότητας ζωής τους. Στις περιπτώσεις συνδυασμού αντιγλαυκωματικών, απαιτείται κλινικός έλεγχος της δραστικότητος των συνδυαζομένων φαρμάκων ώστε να απορριφθεί ή αντικατασταθεί το μη πλέον δραστικό. Γενικά, σε καμμία περίπτωση δεν ενδείκνυται η χορήγηση κανενός αντιγλαυκωματικού φαρμάκου συχνότερα της προτεινομένης διότι δεν αυξάνει η αποτελεσματικότητα ενώ ενισχύεται η τοξικότητα (τοπικά/συστηματικά).
ΕΟΦ · 11.4.2
Συμπαθητικομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
expand_more
Συμπαθητικομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
Tα συμπαθητικομιμητικά μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και διευκολύνουν την αποχέτευσή του με αποτέλεσμα την πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η επινεφρίνη και το ανάλογό της διπιβεφρίνη (ή διπιβαλική αδρεναλίνη).
H διπιβεφρίνη είναι προφάρμακο της αδρεναλίνης με λιπόφιλες ιδιότητες. Mεταβολίζεται από τις εστεράσες του κερατοειδούς χιτώνα σε αδρεναλίνη και παρουσιάζει το πλεονέκτημα της καλύτερης ανοχής, της μικρότερης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών και της ευχερέστερης διείσδυσής του στον οφθαλμό εξαιτίας της λιποφιλίας του. H τελευταία αυτή ιδιότητα επιτρέπει τη χορήγησή του σε πυκνότητες μικρότερες εκείνων της αδρεναλίνης. H δράση της αρχίζει 30 λεπτά μετά την εφαρμογή της και η μέγιστη πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρατηρείται μετά από 1 ώρα. Tο μυδριατικό της αποτέλεσμα υπολείπεται σαφώς εκείνου της αδρεναλίνης. Χρησιμοποιείται ελάχιστα πλέον, λόγω ασθενούς υποτονικής δράσης.
H π-αμινοκλονιδίνη ή απρακλονιδίνη είναι ένας σχετικά ειδικός α2-αδρενεργικός διεγέρτης, παράγωγο της κλονιδίνης (κεφ. 2.5.3) με μειωμένες τις συστηματικές της επιδράσεις. Eνσταλλαζόμενη στον οφθαλμό μειώνει σημαντικά την ενδοφθάλμιο πίεση λόγω μείωσης της παραγωγής υδατοειδούς υγρού με άγνωστο, πιθανώς αγγειακό μηχανισμό. Λόγω υδατοδιαλυτότητος διέρχεται ενδοφθαλμίως από τον σκληρό χιτώνα. Δρα εντός 60min και επί 12ωρο. Σε μακροχρόνια χορήγηση εμφανίζεται συχνά ταχυφυλαξία (20-30%). Η βριμονιδίνη είναι ένας πολύ εκλεκτικός α2-αγωνιστής χωρίς πρακτική δράση στους α1-υποδοχείς (σε αντίθεση με την απρακλονιδίνη). Μειώνει την ΕΟΠ κυρίως λόγω μείωσης της παραγωγής του υδατοειδούς αλλά και αύξησης της ραγοειδοσκληραίας αποχέτευσης. Δρα εντός 60min και επί 8-12 ώρες χορηγούμενη δις ή τρις ημερησίως εξατομικευμένα. Σε πειραματικά μοντέλα αναφέρεται και νευροπροστατευτική δράση στο οπτικό νεύρο. Λόγω λιποφιλίας διέρχεται ενδοφθαλμίως από τον κερατοειδή. Δυστυχώς διέρχεται και του αιματοεγκεφαλικού φραγμού μετά συστηματική απορρόφηση και γιαυτό έχουν όχι σπάνια παρατηρηθεί ζάλη, ίλιγγος, αστάθεια, καταβολή κλπ. σε ηλικιωμένα ή προδιατεθιμένα άτομα. Χορηγείται σε γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βριμονιδίνη είναι ένας εξαιρετικά εκλεκτικός αγωνιστής των αδρενεργικών υποδοχέων άλφα-2, ο οποίος είναι 1000 φορές πιο εκλεκτικός για τον αδρενεργικό υποδοχέα άλφα-2 από τον αδρενεργικό υποδοχέα άλφα-1. Αυτό το χαρακτηριστικό προσδίδει στο φάρμακο ορισμένα θεραπευτικά πλεονεκτήματα, καθώς μειώνει τον κίνδυνο συστημικών παρενεργειών, όπως συστηματική υπόταση, βραδυκαρδία και καταστολή. Επιπλέον, παρατηρείται μείωση του κινδύνου εμφάνισης οφθαλμικών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τους υποδοχείς άλφα-1, όπως επιπεφυκοτική ωχρότητα, μυδρίαση και σύσπαση βλεφάρων. Ωστόσο, παρά την υψηλή ειδικότητα για τους υποδοχείς άλφα-2, η βριμονιδίνη μπορεί να προκαλέσει οφθαλμικές επιδράσεις που μεσολαβούνται από τους υποδοχείς άλφα-1, όπως αγγειοσύσπαση του επιπεφυκότα. Η βριμονιδίνη έχει μέγιστη οφθαλμική υποτασική δράση δύο ώρες μετά τη χορήγηση. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή κλινική μελέτη, η οφθαλμική χορήγηση 0,2% βριμονιδίνης σε υγιείς εθελοντές οδήγησε σε μείωση 23% της μέσης ενδοφθάλμιας πίεσης από την αρχική τιμή, 3 ώρες μετά τη χορήγηση. Σε συγκριτικές μελέτες με ασθενείς με γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ή οφθαλμική υπέρταση, η οφθαλμική υποτασική δράση της βριμονιδίνης διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια περιόδων θεραπείας έως και 1 έτους.
Η βριμονιδίνη μεσολαβεί αγγειοσυσπαστικές δράσεις και έχει αποδειχθεί ότι εμφανίζει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες σε ανθρώπινο δερματικό μοντέλο ex vivo και σε φλεγμονώδη μοντέλα in vivo. Σε κλινικές δοκιμές με ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή ερυθρότητα προσώπου λόγω ροδόχρου ακμής, η βριμονιδίνη έδειξε βελτίωση της έκτασης της ερυθρότητας 3 ώρες μετά την εφαρμογή, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αποδείχθηκε ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας των ανθρώπινων υποδόριων αγγείων διαμέτρου μικρότερου των 200 µm. Σε φλεγμονώδη μοντέλα ποντικών in vivo, η βριμονιδίνη εμφάνισε αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες αναστέλλοντας το οίδημα. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη, η βριμονιδίνη μείωσε την ερυθρότητα για τις 12 ώρες της μελέτης με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση.
Όταν χορηγείται συστηματικά, η βριμονιδίνη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί καρδιαγγειακές επιδράσεις μειώνοντας την αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό ρυθμό και τον αναπνευστικό ρυθμό, και παρατείνοντας το διάστημα PR στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Αυτό οφείλεται στην στόχευση των αδρενεργικών υποδοχέων από το φάρμακο. Αν και η κλινική σημασία δεν έχει τεκμηριωθεί, υπάρχουν ενδείξεις ότι η βριμονιδίνη εμφανίζει νευροπροστατευτική δράση σε πειραματικά μοντέλα εγκεφαλικής ισχαιμίας και βλάβης του οπτικού νεύρου. Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η βριμονιδίνη μεσολαβεί προστατευτικές επιδράσεις στα νευρωνικά κύτταρα από βλάβη λόγω καϊνικού οξέος και στα καλλιεργούμενα κύτταρα γαγγλίων του αμφιβληστροειδούς από κυτταροτοξικότητα που προκαλείται από γλουταμινικό, το οποίο είναι πιθανός μεσολαβητής δευτερογενούς νευρωνικής εκφύλισης στο ανθρώπινο γλαύκωμα. Νευροπροστατευτικές δράσεις της βριμονιδίνης έχουν επίσης αποδειχθεί σε πειραματόζωα μοντέλα οξείας ισχαιμίας αμφιβληστροειδούς και χρόνιας αύξησης της ΕΟΠ. Έχει προταθεί ότι η βριμονιδίνη μπορεί να ασκήσει νευροπροστατευτικές επιδράσεις στον αμφιβληστροειδή και στο οπτικό νεύρο ενισχύοντας τους ενδογενείς μηχανισμούς επιβίωσης των κυττάρων γαγγλίων του αμφιβληστροειδούς ή/και την επαγωγή παραγόντων επιβίωσης νευρώνων, όπως ο bFGF. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για την τεκμηρίωση αυτών των πιθανών θεραπευτικών οφελών του φαρμάκου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Στο μάτι, οι αδρενεργικοί υποδοχείς άλφα-1 διαδραματίζουν ρόλο στην αγγειοσύσπαση, τη μυδρίαση, τη σύσπαση των βλεφάρων και την αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ), ενώ οι αδρενεργικοί υποδοχείς άλφα-2 είναι υπεύθυνοι για τη μείωση της ΕΟΠ μέσω ενός σύνθετου μονοπατιού σηματοδότησης που συνδέεται με την Gi. Η ενεργοποίηση των υποδοχέων άλφα-2 οδηγεί στην αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης και στη μείωση των επιπέδων της κυκλικής AMP. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται μείωση της απελευθέρωσης νορεπινεφρίνης (NE) στην συναπτική σχισμή, της διέγερσης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων που προκαλείται από την NE, και της παραγωγής υδατοειδούς υγρού από το επιθηλιακό κύτταρο του ακτινωτού σώματος. Η αυξημένη ΕΟΠ αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη γλαυκωματικής οπτικής νευροπάθειας, η οποία σχετίζεται με προοδευτική απώλεια οπτικού πεδίου και λειτουργική αναπηρία εάν παραμείνει αθεράπευτη. Ανεξαρτήτως της αιτιολογίας της νόσου, ο στόχος των σημερινών θεραπειών για το γλαύκωμα είναι η μείωση της ΕΟΠ, καθώς η μείωση της ΕΟΠ μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εξέλιξης της οπτικής απώλειας, ακόμη και όταν η ΕΟΠ βρίσκεται εντός των φυσιολογικών ορίων.
Όταν χορηγείται οφθαλμικά, η βριμονιδίνη απορροφάται γρήγορα στο μάτι, δρα ως αγωνιστής στους οφθαλμικούς αδρενεργικούς υποδοχείς άλφα-2 και μειώνει την ΕΟΠ μέσω ενός διπλού μηχανισμού δράσης. Προτείνεται ότι η αρχική χορήγηση του φαρμάκου προκαλεί μείωση της παραγωγής υδατοειδούς υγρού και η χρόνια χορήγηση οδηγεί σε αύξηση της απορροής μέσω της ραγοειδοσκληρικής οδού. Η βριμονιδίνη δεν επηρεάζει την πίεση της επισκληρίου φλέβας. Μειώνοντας την ΕΟΠ, η βριμονιδίνη στοχεύει στη μείωση της πιθανότητας απώλειας οπτικού πεδίου λόγω γλαυκώματος στην οφθαλμική υπέρταση και στην επιβράδυνση της εξέλιξης της διαταραχής του οπτικού πεδίου στο εγκατεστημένο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.
Όταν εφαρμόζεται τοπικά στο δέρμα, η βριμονιδίνη μειώνει την ερυθρότητα μέσω άμεσης αγγειοσύσπασης μικρών αρτηριών και φλεβών. Καθώς η βριμονιδίνη μεσολαβεί μια ισχυρή περιφερική αγγειοσυσπαστική δραστηριότητα, δρώντας εκλεκτικά στους αδρενεργικούς υποδοχείς άλφα-2, η χρήση της βριμονιδίνης θεωρείται αποτελεσματική για τη θεραπεία της ερυθρότητας προσώπου στη ροδόχρους ακμή, η οποία πιστεύεται ότι οφείλεται σε αγγειοκινητική αστάθεια και ανώμαλη αγγειοδιαστολή της επιφανειακής αγγείωσης του δέρματος του προσώπου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βριμονιδίνη διεισδύει εύκολα στον κερατοειδή μετά από οφθαλμική χορήγηση για να φτάσει σε φαρμακολογικά ενεργές συγκεντρώσεις στο υδατοειδές χιούμορ και στο ακτινωτό σώμα, τις υποτιθέμενες θέσεις δράσης της για τη μείωση της ΕΟΠ. Μετά από οφθαλμική χορήγηση διαλύματος βριμονιδίνης 0,2%, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 1 έως 4 ωρών. Σε κλινική μελέτη σε ενήλικες με ερυθρότητα προσώπου λόγω ροδόχρου ακμής, η βριμονιδίνη εφαρμόστηκε δερματικά στο δέρμα του προσώπου επαναλαμβανόμενα. Ενώ δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση του φαρμάκου στο πλάσμα, οι υψηλότερες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) και η AUC ήταν 46 ± 62 pg/mL και 417 ± 264 pgxhr/mL, αντίστοιχα.
Η βριμονιδίνη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται κυρίως μέσω της νεφρικής απέκκρισης, με το 74% της συνολικής δόσης να βρίσκεται στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της βριμονιδίνης δεν έχει προσδιορισιστεί. Σε μελέτες σε ζώα, η βριμονιδίνη διαπέρασε τον πλακούντα και εισήλθε στην εμβρυϊκή κυκλοφορία σε περιορισμένο βαθμό. Καθώς η λιποφιλικότητά της είναι σχετικά χαμηλή, η βριμονιδίνη δεν αναφέρεται ότι διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η φαινομενική κάθαρση δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο, η συστηματική κάθαρση της βριμονιδίνης αναφέρεται ότι είναι ταχεία. Περίπου το 87% της συνολικής ραδιενεργού δόσης της βριμονιδίνης αποβλήθηκε εντός 120 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της βριμονιδίνης με τις πρωτεΐνες δεν έχει μελετηθεί.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βριμονιδίνη αναφέρεται ότι μεταβολίζεται στον κερατοειδή. Η βριμονιδίνη που φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία μετά από τοπική χορήγηση υφίσταται εκτενή ηπατικό μεταβολισμό που μεσολαβείται από ηπατικές αλδεΰδο-οξειδάσες.
Μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ.
Οδός απέκκρισης: Η νεφρική απέκκριση είναι η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου και των μεταβολιτών του.
Χρόνος ημιζωής: 2 ώρες [οφθαλμικό διάλυμα]
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μετά από οφθαλμική χορήγηση διαλύματος βριμονιδίνης 0,2%, ο συστηματικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Α2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
E6GNX3HHTE
BRIMONIDINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Α-Αδρενεργικός Αγωνιστής
Η βριμονιδίνη είναι ένας α-Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της βριμονιδίνης είναι ως Αδρενεργικός α-Αγωνιστής.
BRIMONIDINE
α-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]; Αδρενεργικοί α-Αγωνιστές [MoA]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Α2.