BRIMONIDINE
Βριμονιδίνη
Η βριμονιδίνη είναι ένας αγωνιστής των α-2-αδρενεργικών υποδοχέων ο οποίος είναι 1000 φορές πιο εκλεκτικός για τους α-2 από ότι για τους α-1-αδρενεργικούς υποδοχείς.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
H40 Γλαύκωμα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος CORNEAX
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα, με μεσοδιάστημα περίπου 12 ωρών
- Δόση έναρξης: μία σταγόνα Βριμονιδίνη στον πάσχοντα οφθαλμό ή οφθαλμούς δύο φορές την ημέρα
-
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων)Δόσημία σταγόνα Βριμονιδίνη στον πάσχοντα οφθαλμό ή οφθαλμούς δύο φορές την ημέραΜε μεσοδιάστημα περίπου 12 ωρών. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τη χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς.
-
Έφηβοι (12 έως 17 ετών)Δεν έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες.
-
Παιδιά κάτω των 12 ετώνΔεν συνιστάται για χρήση.
-
Νεογνά και βρέφη (ηλικίας μικρότερης των 2 ετών)Αντενδείκνυται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Χορήγηση σε νεογνά και βρέφηΠληθυσμόςΝεογνά και βρέφη
-
Ταυτόχρονη αγωγή με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) ή αντικαταθλιπτικά που επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μιανσερίνη)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) και ασθενείς υπό αγωγή με αντικαταθλιπτικά, τα οποία επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μιανσερίνη)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χορήγηση σε παιδιάΠληθυσμόςπαιδιά ηλικίας 2 ετών και μεγαλύτερα, ιδιαίτερα σε εκείνα ηλικίας μεταξύ 2 και 7 ετών και/ή βάρους <20 kgΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Καρδιαγγειακή νόσοςΠληθυσμόςασθενείς με βαριά ή μη σταθεροποιημένη και μη ελεγχόμενη καρδιαγγειακή νόσοΑπαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση.
-
Οφθαλμικές αλλεργικές αντιδράσειςΕάν παρατηρηθούν αλλεργικές αντιδράσεις, η θεραπεία με το Βριμονιδίνη θα πρέπει να διακοπεί.
-
Συνυπάρχουσες παθήσειςΠληθυσμόςασθενείς με κατάθλιψη, εγκεφαλική ή στεφανιαία ανεπάρκεια, φαινόμενο Raynaud, ορθοστατική υπόταση ή αποφρακτική θρομβαγγειίτιδαΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική ή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική η νεφρική ανεπάρκειαΑπαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία αυτών των ασθενειών. Δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Χλωριούχο βενζαλκόνιο και μαλακοί φακοί επαφήςΠληθυσμόςασθενείς που χρησιμοποιούν μαλακούς (υδρόφιλους) φακούς επαφήςΑφαιρέστε τους φακούς επαφών πριν την ενστάλαξη και περιμένετε τουλάχιστον 15 λεπτά πριν την επανατοποθέτηση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ (αλκοόλ, βαρβιτουρικά, οπιούχα, ηρεμιστικά ή αναισθητικά)προσοχήΠιθανότητα προσθετικής ή αυξητικής επίδρασηςΣύστασηΠρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη
-
Φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολισμό, την πρόσληψη των κυκλοφορούντων αμινών (π.χ. chlorpromazine, methylphenidate, reserpine)προσοχήΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τα επίπεδα των κυκλοφορούντων κατεχολαμινώνΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
Αντιυπερτασικά και/ή καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΚλινικά μη σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσηςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα
-
α-αδρενεργικοί ανταγωνιστές ή παράγοντες που παρεμβαίνουν στη δραστηριότητά τους (π.χ. συμπαθομιμητικοί παράγοντες, αγωνιστές ή ανταγωνιστές των αδρενεργικών υποδοχέων, π.χ. isoprenaline, prazosin)προσοχήΑλληλεπίδρασηΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά την έναρξη της ταυτόχρονης συστηματικής χορήγησης (ή την αλλαγή της δόσης)
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αίσθημα παλμών/αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας και ταχυκαρδίας)
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Διαταραχή γεύσης
- Ξηροστομία
- συγκοπική κρίση
- Υπνηλία (σε παιδιά 2-7 ετών)
- Οφθαλμική υπεραιμία
- Φωτοφοβία
- Ξηροφθαλμία
- Διαταραχές όρασης
- Επιπεφυκίτιδα
- Μύση
- Αίσθημα καύσου/νηγμού
- Συμπτώματα οφθαλμικών αλλεργικών αντιδράσεων
- Οφθαλμικός ερεθισμός που περιλαμβάνει αλλεργικές αντιδράσεις (υπεραιμία, αίσθημα καύσου και νηγμού, κνησμό, αίσθημα ξένου σώματος, θυλάκια επιπεφυκότος)
- Θλαμβος όρασης
- Τοπικός ερεθισμός (υπεραιμία και οίδημα βλεφάρων, βλεφαρίτις, οίδημα και έκκριμα επιπεφυκότος, οφθαλμικός πόνος και δακρύροια)
- Διάβρωση και χρώση κερατοειδούς
- Λεύκανση επιπεφυκότος
- Ιρίτις (ραγοειδίτις προσθίου θαλάμου)
- συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Δύσπνοια
- γαστρεντερικά συμπτώματα
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα καύσου/νηγμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΘλαμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟφθαλμική υπεραιμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟφθαλμικός ερεθισμός που περιλαμβάνει αλλεργικές αντιδράσεις (υπεραιμία, αίσθημα καύσου και νηγμού, κνησμό, αίσθημα ξένου σώματος, θυλάκια επιπεφυκότος)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΣυμπτώματα οφθαλμικών αλλεργικών αντιδράσεωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλία (σε παιδιά 2-7 ετών)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικά συμπτώματαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάβρωση και χρώση κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΛεύκανση επιπεφυκότοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικόΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΤοπικός ερεθισμός (υπεραιμία και οίδημα βλεφάρων, βλεφαρίτις, οίδημα και έκκριμα επιπεφυκότος, οφθαλμικός πόνος και δακρύροια)Οφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμών/αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας και ταχυκαρδίας)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυστηματικές αλλεργικές αντιδράσειςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΙρίτις (ραγοειδίτις προσθίου θαλάμου)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΜύσηΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπική κρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Βριμονιδίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο αν η πιθανότητα οφέλους για τη μητέρα υπερβαίνει την πιθανότητα κινδύνου για το έμβρυο.Η ασφάλεια της χρήσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Σε μελέτες σε ζώα η τρυγική βριμονιδίνη δεν προκάλεσε τερατογένεση. Σε κουνέλια, η τρυγική βριμονιδίνη, σε επίπεδα πλάσματος υψηλότερα από αυτά που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ανθρώπους, έδειξε ότι προκαλεί αυξημένες αποβολές των προεμφυτευμάτων και μείωση της μετεμβρυικής ανάπτυξης.
-
ΓαλουχίαΤο Βριμονιδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από τις γυναίκες κατά την περίοδο της γαλουχίας.Δεν είναι γνωστό αν η βριμονιδίνη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το συστατικό αυτό εκκρίνεται στο γάλα θηλάζοντος αρουραίου.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- απώλεια συνέιδησης
- υπόταση
- υποτονία
- βραδυκαρδία
- υποθερμία
- κυάνωση
- άπνοια
- υποτασικό επεισόδιο
- απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πιέσεως
- κατάθλιψη ΚΝΣ
- προσωρινό κώμα
- χαμηλό επίπεδο συνείδησης
- αδυναμία
- έμμετο
- λήθαργο
- καταστολή
- αρρυθμίες
- μύση
- αναπνευστική καταστολή
- επιληπτική κρίση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Α. Γενικά χαρακτηριστικά
Μετά από οφθαλμική χορήγηση διαλύματος 0,2% δύο φορές την ημέρα για 10 ημέρες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν χαμηλές (η μέση Cmax ήταν 0,06% ng/ml). Υπήρξε ελάχιστη συγκέντρωση στο αίμα μετά από πολλαπλές (2 φορές ημερησίως για 10 ημέρες) ενσταλάξεις. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου πάνω από 12 ώρες σε σταθεροποιημένη κατάσταση (AUC 0-12h) ήταν 0,31 ng.hr/ml, σε σύγκριση με 0,23 ng.hr/ml μετά την πρώτη δόση. Ο μέσος όρος ημίσειας ζωής στη συστηματική κυκλοφορία, μετά από τοπική χορήγηση στον άνθρωπο ήταν περίπου 3 ώρες. Η δέσμευση από τις πρωτεΐνες του πλάσματος της βριμονιδίνης μετά από τοπική χορήγηση στον άνθρωπο είναι περίπου 29%. Η βριμονιδίνη δεσμεύεται αντιστρεπτά σε μελανίνη στους οφθαλμικούς ιστούς, in vitro και in vivo. Μετά από οφθαλμική ενστάλαξη 2 εβδομάδων, οι συγκεντρώσεις της βριμονιδίνης στην ίριδα, στο ακτινωτό σώμα και στον χορειοειδή-αμφιβληστροειδή ήταν από 3 έως 17 φορές υψηλότερες από αυτές που επετεύχθησαν μετά από εφ’ άπαξ χορήγηση. Συσσώρευση δεν εμφανίζεται όπου δεν υπάρχει μελανίνη. Η σημασία της δέσμευσης της μελανίνης στους ανθρώπους δεν είναι σαφής. Εντούτοις, καμία σημαντική ανεπιθύμητη ενέργεια δε ρέθηκε μετά από βιομικροσκοπική των ματιών του ασθενούς που χρησιμοποίησε Βριμονιδίνη για διάστημα πάνω από ένα χρόνο, ούτε παρουσιάσθηκε σημαντική οφθαλμική τοξικότητα σε μελέτη οφθαλμικής ασφάλειας διάρκειας ενός έτους σε πιθήκους που έπαιρναν περίπου 4 φορές την ημέρα τη συνιστώμενη δόση της τρυγικής βριμονιδίνης. Χορηγούμενη από του στόματος σε ανθρώπους, η βριμονιδίνη απορροφάται καλά και αποβάλλεται ταχέως. Το μεγαλύτερο μέρος της δόσης (περίπου το 75% της δόσης) αποβάλλεται υπό μορφή μεταβολιτών από τα ούρα μέσα σε 5 ημέρες, δε βρέθηκε αυτούσιο το προϊόν στα ούρα. Σε in vitro μελέτες, όπου χρησιμοποιήθηκε ήπαρ ζώου ή ανθρώπου, αποδείχθηκε ότι ο μεταβολισμός κατά μεγάλο μέρος επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση της οξειδάσης της αλδεΰδης και του κυτοχρώματος Ρ450. Ο συστηματικός μεταβολισμός γίνεται κυρίως στο ήπαρ.
Κινητική
Δεν παρατηρήθηκε μεγάλη απόκλιση στο πλάσμα της Cmax και AUC αναλογικά με τη δόση μετά από τοπική εφ’άπαξ δόση 0,08%, 0,2% και 0,5%.
Β. Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Χαρακτηριστικά σε ηλικιωμένους ασθενείς
Η Cmax, AUC και χρόνος ημίσειας ζωής της βριμονιδίνης είναι παρόμοια στους ηλικιωμένους (άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω) μετά από εφ’ άπαξ χορήγηση και στους νέους ενήλικες, υποδεικνύοντας ότι η συστηματική απορρόφηση και απέκκρισή της δεν επηρεάζονται από την ηλικία. Βασιζόμενοι σε στοιχεία κλινικής μελέτης 3 μηνών, στην οποία περιελήφθησαν ηλικιωμένοι ασθενείς, η συστηματική έκθεση στην βριμονιδίνη ήταν πολύ χαμηλή.
Α. Γενικά χαρακτηριστικά Μετά από οφθαλμική χορήγηση διαλύματος 0,2% δύο φορές την ημέρα για 10 ημέρες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν χαμηλές (η μέση Cmax ήταν 0,06% ng/ml). Υπήρξε ελάχιστη συγκέντρωση στο αίμα μετά από πολλαπλές (2 φορές ημερησίως…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα υπνηλίας | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | συνεχής | Παιδιά 2 ετών και άνω, ιδιαίτερα 2-7 ετών ή βάρους <20 kg |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βριμονιδίνη είναι ένας εξαιρετικά εκλεκτικός αγωνιστής των αδρενεργικών υποδοχέων άλφα-2, ο οποίος είναι 1000 φορές πιο εκλεκτικός για τον αδρενεργικό υποδοχέα άλφα-2 από τον αδρενεργικό υποδοχέα άλφα-1. Αυτό το χαρακτηριστικό προσδίδει στο φάρμακο ορισμένα θεραπευτικά πλεονεκτήματα, καθώς μειώνει τον κίνδυνο συστημικών παρενεργειών, όπως συστηματική υπόταση, βραδυκαρδία και καταστολή. Επιπλέον, παρατηρείται μείωση του κινδύνου εμφάνισης οφθαλμικών ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τους υποδοχείς άλφα-1, όπως επιπεφυκοτική ωχρότητα, μυδρίαση και σύσπαση βλεφάρων. Ωστόσο, παρά την υψηλή ειδικότητα για τους υποδοχείς άλφα-2, η βριμονιδίνη μπορεί να προκαλέσει οφθαλμικές επιδράσεις που μεσολαβούνται από τους υποδοχείς άλφα-1, όπως αγγειοσύσπαση του επιπεφυκότα. Η βριμονιδίνη έχει μέγιστη οφθαλμική υποτασική δράση δύο ώρες μετά τη χορήγηση. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή κλινική μελέτη, η οφθαλμική χορήγηση 0,2% βριμονιδίνης σε υγιείς εθελοντές οδήγησε σε μείωση 23% της μέσης ενδοφθάλμιας πίεσης από την αρχική τιμή, 3 ώρες μετά τη χορήγηση. Σε συγκριτικές μελέτες με ασθενείς με γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ή οφθαλμική υπέρταση, η οφθαλμική υποτασική δράση της βριμονιδίνης διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια περιόδων θεραπείας έως και 1 έτους.
Η βριμονιδίνη μεσολαβεί αγγειοσυσπαστικές δράσεις και έχει αποδειχθεί ότι εμφανίζει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες σε ανθρώπινο δερματικό μοντέλο ex vivo και σε φλεγμονώδη μοντέλα in vivo. Σε κλινικές δοκιμές με ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή ερυθρότητα προσώπου λόγω ροδόχρου ακμής, η βριμονιδίνη έδειξε βελτίωση της έκτασης της ερυθρότητας 3 ώρες μετά την εφαρμογή, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Αποδείχθηκε ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας των ανθρώπινων υποδόριων αγγείων διαμέτρου μικρότερου των 200 µm. Σε φλεγμονώδη μοντέλα ποντικών in vivo, η βριμονιδίνη εμφάνισε αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες αναστέλλοντας το οίδημα. Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη, η βριμονιδίνη μείωσε την ερυθρότητα για τις 12 ώρες της μελέτης με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση.
Όταν χορηγείται συστηματικά, η βριμονιδίνη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί καρδιαγγειακές επιδράσεις μειώνοντας την αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό ρυθμό και τον αναπνευστικό ρυθμό, και παρατείνοντας το διάστημα PR στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Αυτό οφείλεται στην στόχευση των αδρενεργικών υποδοχέων από το φάρμακο. Αν και η κλινική σημασία δεν έχει τεκμηριωθεί, υπάρχουν ενδείξεις ότι η βριμονιδίνη εμφανίζει νευροπροστατευτική δράση σε πειραματικά μοντέλα εγκεφαλικής ισχαιμίας και βλάβης του οπτικού νεύρου. Μελέτες in vitro δείχνουν ότι η βριμονιδίνη μεσολαβεί προστατευτικές επιδράσεις στα νευρωνικά κύτταρα από βλάβη λόγω καϊνικού οξέος και στα καλλιεργούμενα κύτταρα γαγγλίων του αμφιβληστροειδούς από κυτταροτοξικότητα που προκαλείται από γλουταμινικό, το οποίο είναι πιθανός μεσολαβητής δευτερογενούς νευρωνικής εκφύλισης στο ανθρώπινο γλαύκωμα. Νευροπροστατευτικές δράσεις της βριμονιδίνης έχουν επίσης αποδειχθεί σε πειραματόζωα μοντέλα οξείας ισχαιμίας αμφιβληστροειδούς και χρόνιας αύξησης της ΕΟΠ. Έχει προταθεί ότι η βριμονιδίνη μπορεί να ασκήσει νευροπροστατευτικές επιδράσεις στον αμφιβληστροειδή και στο οπτικό νεύρο ενισχύοντας τους ενδογενείς μηχανισμούς επιβίωσης των κυττάρων γαγγλίων του αμφιβληστροειδούς ή/και την επαγωγή παραγόντων επιβίωσης νευρώνων, όπως ο bFGF. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για την τεκμηρίωση αυτών των πιθανών θεραπευτικών οφελών του φαρμάκου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Στο μάτι, οι αδρενεργικοί υποδοχείς άλφα-1 διαδραματίζουν ρόλο στην αγγειοσύσπαση, τη μυδρίαση, τη σύσπαση των βλεφάρων και την αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ), ενώ οι αδρενεργικοί υποδοχείς άλφα-2 είναι υπεύθυνοι για τη μείωση της ΕΟΠ μέσω ενός σύνθετου μονοπατιού σηματοδότησης που συνδέεται με την Gi. Η ενεργοποίηση των υποδοχέων άλφα-2 οδηγεί στην αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης και στη μείωση των επιπέδων της κυκλικής AMP. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται μείωση της απελευθέρωσης νορεπινεφρίνης (NE) στην συναπτική σχισμή, της διέγερσης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων που προκαλείται από την NE, και της παραγωγής υδατοειδούς υγρού από το επιθηλιακό κύτταρο του ακτινωτού σώματος. Η αυξημένη ΕΟΠ αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη γλαυκωματικής οπτικής νευροπάθειας, η οποία σχετίζεται με προοδευτική απώλεια οπτικού πεδίου και λειτουργική αναπηρία εάν παραμείνει αθεράπευτη. Ανεξαρτήτως της αιτιολογίας της νόσου, ο στόχος των σημερινών θεραπειών για το γλαύκωμα είναι η μείωση της ΕΟΠ, καθώς η μείωση της ΕΟΠ μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εξέλιξης της οπτικής απώλειας, ακόμη και όταν η ΕΟΠ βρίσκεται εντός των φυσιολογικών ορίων.
Όταν χορηγείται οφθαλμικά, η βριμονιδίνη απορροφάται γρήγορα στο μάτι, δρα ως αγωνιστής στους οφθαλμικούς αδρενεργικούς υποδοχείς άλφα-2 και μειώνει την ΕΟΠ μέσω ενός διπλού μηχανισμού δράσης. Προτείνεται ότι η αρχική χορήγηση του φαρμάκου προκαλεί μείωση της παραγωγής υδατοειδούς υγρού και η χρόνια χορήγηση οδηγεί σε αύξηση της απορροής μέσω της ραγοειδοσκληρικής οδού. Η βριμονιδίνη δεν επηρεάζει την πίεση της επισκληρίου φλέβας. Μειώνοντας την ΕΟΠ, η βριμονιδίνη στοχεύει στη μείωση της πιθανότητας απώλειας οπτικού πεδίου λόγω γλαυκώματος στην οφθαλμική υπέρταση και στην επιβράδυνση της εξέλιξης της διαταραχής του οπτικού πεδίου στο εγκατεστημένο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.
Όταν εφαρμόζεται τοπικά στο δέρμα, η βριμονιδίνη μειώνει την ερυθρότητα μέσω άμεσης αγγειοσύσπασης μικρών αρτηριών και φλεβών. Καθώς η βριμονιδίνη μεσολαβεί μια ισχυρή περιφερική αγγειοσυσπαστική δραστηριότητα, δρώντας εκλεκτικά στους αδρενεργικούς υποδοχείς άλφα-2, η χρήση της βριμονιδίνης θεωρείται αποτελεσματική για τη θεραπεία της ερυθρότητας προσώπου στη ροδόχρους ακμή, η οποία πιστεύεται ότι οφείλεται σε αγγειοκινητική αστάθεια και ανώμαλη αγγειοδιαστολή της επιφανειακής αγγείωσης του δέρματος του προσώπου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βριμονιδίνη διεισδύει εύκολα στον κερατοειδή μετά από οφθαλμική χορήγηση για να φτάσει σε φαρμακολογικά ενεργές συγκεντρώσεις στο υδατοειδές χιούμορ και στο ακτινωτό σώμα, τις υποτιθέμενες θέσεις δράσης της για τη μείωση της ΕΟΠ. Μετά από οφθαλμική χορήγηση διαλύματος βριμονιδίνης 0,2%, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός 1 έως 4 ωρών. Σε κλινική μελέτη σε ενήλικες με ερυθρότητα προσώπου λόγω ροδόχρου ακμής, η βριμονιδίνη εφαρμόστηκε δερματικά στο δέρμα του προσώπου επαναλαμβανόμενα. Ενώ δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση του φαρμάκου στο πλάσμα, οι υψηλότερες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) και η AUC ήταν 46 ± 62 pg/mL και 417 ± 264 pgxhr/mL, αντίστοιχα.
Η βριμονιδίνη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται κυρίως μέσω της νεφρικής απέκκρισης, με το 74% της συνολικής δόσης να βρίσκεται στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της βριμονιδίνης δεν έχει προσδιορισιστεί. Σε μελέτες σε ζώα, η βριμονιδίνη διαπέρασε τον πλακούντα και εισήλθε στην εμβρυϊκή κυκλοφορία σε περιορισμένο βαθμό. Καθώς η λιποφιλικότητά της είναι σχετικά χαμηλή, η βριμονιδίνη δεν αναφέρεται ότι διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η φαινομενική κάθαρση δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο, η συστηματική κάθαρση της βριμονιδίνης αναφέρεται ότι είναι ταχεία. Περίπου το 87% της συνολικής ραδιενεργού δόσης της βριμονιδίνης αποβλήθηκε εντός 120 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της βριμονιδίνης με τις πρωτεΐνες δεν έχει μελετηθεί.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βριμονιδίνη αναφέρεται ότι μεταβολίζεται στον κερατοειδή. Η βριμονιδίνη που φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία μετά από τοπική χορήγηση υφίσταται εκτενή ηπατικό μεταβολισμό που μεσολαβείται από ηπατικές αλδεΰδο-οξειδάσες.
Μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ.
Οδός απέκκρισης: Η νεφρική απέκκριση είναι η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου και των μεταβολιτών του.
Χρόνος ημιζωής: 2 ώρες [οφθαλμικό διάλυμα]
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μετά από οφθαλμική χορήγηση διαλύματος βριμονιδίνης 0,2%, ο συστηματικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Α2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
E6GNX3HHTE
BRIMONIDINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Α-Αδρενεργικός Αγωνιστής
Η βριμονιδίνη είναι ένας α-Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της βριμονιδίνης είναι ως Αδρενεργικός α-Αγωνιστής.
BRIMONIDINE
α-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]; Αδρενεργικοί α-Αγωνιστές [MoA]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Οφθαλμικές σταγόνες για γλαύκωμα
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΝΑΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Α2.