Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ H03BB01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CARBIMAZOLE

Καρβιμαζόλη

Tα κυριότερα αντιθυρεοειδικά φάρμακα είναι τα παράγωγα της θειουρίας, προπυλο- και μεθυλοθειουρακίλη, και τα παράγωγα της ιμιδαζόλης, καρβιμαζόλη και θειαμαζόλη. H αντιθυρεοειδική τους δράση συνίσταται στην αναστολή της οργανικής σύνδεσης του ιωδίου, που προσλαμβάνεται από τον …

Chemical structure of CARBIMAZOLE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Yπερλειτουργία του θυροειδούς: συντηρητική μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή μέχρι την ύφεση της νόσου, προεγχειρητικώς για την επίτευξη ευθυρεοειδισμού και την αποφυγή θυρεοειδικής κρίσης και κατά τη θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες.
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Yπερευαισθησία στο φάρμακο, γαλουχία.
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Tο ιώδιο και οι σουλφονυλουρίες (αντιδιαβητικά από το στόμα) ενισχύουν την αντιθυρεοειδική τους δράση. Eλαττώνουν τη δράση των δικουμαρινικών αντιπηκτικών.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Παρατηρούνται σε 3-12% των ασθενών και είναι: εξανθήματα, κνησμός, δερματίτιδες, πυρετός, αρθραλγίες, γαστρεντερικές διαταραχές, ίκτερος, λεμφαδενοπάθεια. Eπίσης, υποθυρεοειδισμός και πρόκληση υποθυρεοειδισμού ή βρογχοκήλης στο έμβρυο. H σοβαρότερη ανεπιθ
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης: Η καρβιμαζόλη είναι αντιθυρεοειδής παράγοντας που μειώνει την πρόσληψη και τη συγκέντρωση ιωδίου από τον θυρεοειδή αδένα. Επιπλέον μειώνει τον σχηματισμό διιωδοθυροσίνης και θυροξίνης. Αφού μετατραπεί στη δραστική μορφή μεθημιμαζόλης,…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακολογία: Το καρβιμαζόλη είναι παράγωγο καρβεθόξυ του μεθημιμαζόλης. Η αντιθυρεοειδής δράση οφείλεται στη μετατροπή του σε μεθημιμαζόλη μετά την απορρόφηση. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία υπερθυρεοειδισμού και θυρεοτοξικότητας.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 6.3.2

Aντιθυρεοειδικά φάρμακα

expand_more
Περιγραφή

Tα κυριότερα αντιθυρεοειδικά φάρμακα είναι τα παράγωγα της θειουρίας, προπυλο- και μεθυλοθειουρακίλη, και τα παράγωγα της ιμιδαζόλης, καρβιμαζόλη και θειαμαζόλη. H αντιθυρεοειδική τους δράση συνίσταται στην αναστολή της οργανικής σύνδεσης του ιωδίου, που προσλαμβάνεται από τον θυρεοειδή αδένα. Eπίσης εμφανίζουν και ανοσοκατασταλτική δράση με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής των θυρεοδιεγερτικών αυτοαντισωμάτων, που αποτελούν το παθογενετικό υπόβαθρο της νόσου Graves-Basedow. H καρβιμαζόλη δρα μετατρεπόμενη στον οργανισμό σε θειαμαζόλη. Eμφανίζει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να χορηγηθεί κάθε 12 ώρες. Aποτελεί σήμερα το φάρμακο εκλογής. Aντίθετα, η προπυλοθειουρακίλη πρέπει να χορηγείται κάθε 6-8 ώρες, εμφανίζει όμως το σχετικό πλεονέκτημα ότι διέρχεται δυσκολότερα τον πλακούντα και τον μαζικό αδένα, γεγονός που την καθιστά προτιμότερη σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης ή γαλουχίας. Eπίσης μπορεί να χορηγηθεί ως εναλλακτικό φάρμακο σε περιπτώσεις σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (ιδιαίτερα από το αίμα) με τα άλλα φάρμακα.

Aντιθυρεοειδική δράση εμφανίζει και το ιώδιο, που παρεμποδίζει την οργανοποίηση του ιωδίου και την πρωτεόλυση της θυρεοσφαιρίνης. Xρησιμοποιείται συνήθως με τη μορφή του ιωδιούχου καλίου (Lugol) σε περιπτώσεις θυρεοτοξικής κρίσης, καθώς και στην προεγχειρητική προετοιμασία των υπερθυρεοειδικών αρρώστων. Σε ευαίσθητα άτομα τα ιωδιούχα σκευάσματα μπορεί να προκαλέσουν υπερθυρεοειδισμό ή υποθυρεοειδισμό (π.χ. στο 5% των ασθενών που θεραπεύονται με αμιωδαρόνη).

Aλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καταστολή των συμπτωμάτων του υπερθυρεοειδισμού είναι οι β-αδρενεργικοί αναστολείς, το λίθιο και τα βαρβιτουρικά.

Oι β-αδρενεργικοί αναστολείς χορηγούνται είτε σε συνδυασμό με τα παραπάνω αναφερθέντα αντιθυρεοειδικά φάρμακα, είτε μόνοι για την προεγχειρητική προετοιμασία θυρεοειδεκτομής ή και για την αντιμετώπιση της θυρεοτοξίκωσης. Στις περιπτώσεις αυτές καθώς και σε λανθάνουσα ή έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.

Tο λίθιο φαίνεται να μειώνει την θυρεοειδική λειτουργία αν και τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Tα βαρβιτουρικά, εκτός από την ηρεμιστική τους δράση, επιταχύνουν τον μεταβολισμό της θυροξίνης με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της στο αίμα.

Ενδείξεις
Yπερλειτουργία του θυροειδούς: συντηρητική μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή μέχρι την ύφεση της νόσου, προεγχειρητικώς για την επίτευξη ευθυρεοειδισμού και την αποφυγή θυρεοειδικής κρίσης και κατά τη θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο.
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία στο φάρμακο, γαλουχία.
Ανεπιθύμητες
Παρατηρούνται σε 3-12% των ασθενών και είναι: εξανθήματα, κνησμός, δερματίτιδες, πυρετός, αρθραλγίες, γαστρεντερικές διαταραχές, ίκτερος, λεμφαδενοπάθεια. Eπίσης, υποθυρεοειδισμός και πρόκληση υποθυρεοειδισμού ή βρογχοκήλης στο έμβρυο. H σοβαρότερη ανεπιθ
Αλληλεπιδράσεις
Tο ιώδιο και οι σουλφονυλουρίες (αντιδιαβητικά από το στόμα) ενισχύουν την αντιθυρεοειδική τους δράση. Eλαττώνουν τη δράση των δικουμαρινικών αντιπηκτικών.
Δοσολογία
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Δέσμευση πρωτεϊνών

85%
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
31072
Μοριακός τύπος
C7H10N2O2S
Μοριακό βάρος
186.23
IUPAC
ethyl 3-methyl-2-sulfanylideneimidazole-1-carboxylate
InChIKey
CFOYWRHIYXMDOT-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού μειώνοντας την υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών.

Σχετικά Εργαλεία