CARMUSTINE
Καρμουστίνη
### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική κατάταξη**: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Κωδικός ATC: L01AD01 #### Προκλινικά στοιχεία Το Καρμουστίνη απελευθερώνει **carmustine** απ’ ευθείας στη χειρουργική κοιλότητα που σχηματίζεται μετά την εκτομή του όγκου.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C71 Κακοήθης νεοπλασία του εγκεφάλου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Γλοίωμα υψηλού βαθμού κακοήθειας · Πολύμορφο γλοιοβλάστωμα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος GLIADEL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοβλαβική
- Δόση έναρξης: 61,6 mg
-
ΕνήλικεςΔόση61,6 mgΤοποθέτηση μέγιστου αριθμού 8 εμφυτευμάτων (7,7 mg carmustine έκαστο) στην κοιλότητα που προκύπτει από τη χειρουργική εκτομή του όγκου.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία carmustine ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Καρμουστίνη.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επιπλοκές κρανιοτομής και εμφύτευσης Καρμουστίνη (σπασμοί, ενδοκρανιακές λοιμώξεις, επιπλοκές στην επούλωση του χειρουργικού τραύματος, εγκεφαλικό οίδημα)Πληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε κρανιοτομή και εμφύτευση Καρμουστίνη για γλοιοβλάστωμανα παρακολουθούνται στενά
-
Ενδοεγκεφαλική χωροκατακτητική εξεργασία (μη ανταποκρινόμενη στα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης περίπτωσης εγκολεασμού του εγκεφάλου)Πληθυσμόςασθενείς που έλαβαν Καρμουστίνηπροσεκτική παρακολούθηση για εγκεφαλικό οίδημα / ενδοκρανιακή υπέρταση με επακόλουθη χρήση στεροειδών
-
Διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρούΠληθυσμόςασθενείς που υποβλήθηκαν σε εμφύτευση Καρμουστίνηενδείκνυται προσεκτικό υδατοστεγές κλείσιμο της σκληρής μήνιγγας και τοπική φροντίδα του χειρουργικού τραύματος
-
Εγκεφαλικό οίδημα με εκδηλώσεις ενδοεγκεφαλικής χωροκατακτητικής εξεργασίαςμπορεί να απαιτήσει επανεγχείρηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απομάκρυνση των εμφυτευμάτων Καρμουστίνη ή των υπολειμμάτων τους
-
Μετατόπιση εμφυτευμάτων στο κοιλιακό σύστημα (πρόκληση αποφρακτικού υδροκεφάλου)η δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ της χειρουργικής κοιλότητας εκτομής και του κοιλιακού συστήματος πρέπει να αποφευχθεί. Εάν υπάρχει επικοινωνία μεγαλύτερων διαστάσεων από τη διάμετρο των εμφυτευμάτων, αυτή θα πρέπει να αποκλειστεί πριν από την εμφύτευση του Καρμουστίνη
-
Αύξηση της έντασης σήματος από τους εγκεφαλικούς ιστούς που περιβάλλουν την κοιλότητα εκτομής κατά την αξονική τομογραφία και τη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλουΠληθυσμόςμετά την τοποθέτηση εμφυτευμάτων Καρμουστίνηη αύξηση της έντασης του σήματος μπορεί να αντιπροσωπεύει οίδημα και λοίμωξη που προκλήθηκαν από το Καρμουστίνη, ή πρόοδο του όγκου
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Οι αλληλεπιδράσεις του Καρμουστίνη με άλλα φάρμακα ή με τη χημειοθεραπεία δεν έχουν τυπικά αξιολογηθεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπονατριαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Κατάθλιψη
- Διαταραχή προσωπικότητας
- Άγχος
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Ψευδαισθήσεις
- Αϋπνία
- Σύγχυση
- Παρανοϊκή αντίδραση
- Ημιπληγία
- Σπασμοί
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Αφασία
- Διαταραχές λόγου
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Επιληπτικές κρίσεις
- Αμνησία
- Ενδοκρανιακή υπέρταση
- Παράλυση προσώπου
- Νευροπάθεια
- Αταξία
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Σπασμός γενικευμένης επιληψίας
- Τρόμος
- Μηνιγγίτιδα
- Κώμα
- Εγκεφαλικό επεισόδιο
- Διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού
- Λήργος
- Υδροκέφαλος
- Μη φυσιολογικό βάδισμα
- Αντίδραση επιδείνωσης
- Εξασθένηση
- Πυρετός
- Άλγος
- Μη φυσιολογική επούλωση
- Οίδημα προσώπου
- Θωρακικό άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Καθυστερημένη επούλωση τραύματος
- Απόστημα
- Λοίμωξη αναπνευστικού
- Πνευμονία
- Στοματική καντιντίαση
- Εγκεφαλικό απόστημα
- Ουρολοίμωξη
- Λοίμωξη
- Σηψαιμία
- Διπλωπία
- Οίδημα επιπεφυκότα
- Ανώμαλη όραση
- Ελαττωματικά οπτικά πεδία
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Πόνος οφθαλμών
- Πνευμονική εμβολή
- Πνευμονία από εισρόφηση
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσφαγία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Ακράτεια κοπράνων
- Κοιλιακό άλγος
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Ακράτεια ούρων
- Σχηματισμός κύστης
- Οσφυαλγία
- Τυχαία κάκωση
- Διάνοιξη τραύματος
- Εκχύσεις της υποσκληρίδιας περιοχής, της υπομετωποϊνιακής περιοχής ή του τραύματος
- Αυχενικό άλγος
- Αλλεργική αντίδραση
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοκυττάρωση
- Λοίμωξη μυοσκελετικού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση επιδείνωσηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑφασίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές λόγουΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΗμιπληγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογική επούλωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΣχηματισμός κύστηςΆλλο
-
Πολύ συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑκράτεια κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑνώμαλη όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑπόστημαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυχενικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάνοιξη τραύματοςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρούΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή προσωπικότηταςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕγκεφαλικό απόστημαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕκχύσεις της υποσκληρίδιας περιοχής, της υπομετωποϊνιακής περιοχής ή του τραύματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕλαττωματικά οπτικά πεδίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕνδοκρανιακή υπέρτασηΝευρικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚαθυστερημένη επούλωση τραύματοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚώμαΝευρικό
-
ΣυχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη μυοσκελετικούΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικό βάδισμαΓενικές
-
ΣυχνέςΜηνιγγίτιδαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΟίδημα επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαράλυση προσώπουΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαρανοϊκή αντίδρασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονία από εισρόφησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣπασμός γενικευμένης επιληψίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΤυχαία κάκωσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΥδροκέφαλοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν κλινικές μελέτες με το Καρμουστίνη σε εγκύους, ούτε μελέτες που να αξιολογούν την τοξικότητα του Καρμουστίνη κατά την αναπαραγωγή. Η carmustine, δραστική ουσία του Καρμουστίνη, όταν χορηγηθεί συστηματικώς μπορεί να έχει γονιδιοτοξική επίδραση και να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη του εμβρύου. Τα εμφυτεύματα Καρμουστίνη δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Θα πρέπει να ενημερώνεται η ασθενής για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Στις γυναίκες με ικανότητα τεκνοποίησης, πρέπει να συστήνεται να αποφύγουν την κύηση ενόσω λαμβάνουν εμφυτεύματα Καρμουστίνη. Σε περίπτωση που οι ασθενείς συλλάβουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Καρμουστίνη, θα πρέπει να αναζητηθεί γενετική συμβουλή.
-
ΘηλασμόςΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό αν τα συστατικά του Καρμουστίνη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Λόγω της απέκκρισης ορισμένων φαρμάκων στο μητρικό γάλα και του ενδεχόμενου κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της carmustine στα βρέφη που θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΚαμία μελέτη απομείωσης γονιμότητας δεν έχει διεξαχθεί με εμφυτεύματα Καρμουστίνη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατάταξη: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Κωδικός ATC: L01AD01
Προκλινικά στοιχεία
Το Καρμουστίνη απελευθερώνει carmustine απ’ ευθείας στη χειρουργική κοιλότητα που σχηματίζεται μετά την εκτομή του όγκου. Κατά την έκθεση στο υδατικό περιβάλλον της χειρουργικής κοιλότητας, οι ανυδριτικοί δεσμοί του συμπολυμερούς υδρολύονται απελευθερώνοντας carmustine, carboxyphenoxypropane και sebacic acid. Η carmustine που απελευθερώνεται από το εμφύτευμα Καρμουστίνη διαχέεται στους περιβάλλοντες εγκεφαλικούς ιστούς και προκαλεί αντινεοπλασματικό αποτέλεσμα μέσω αλκυλίωσης του DNA και του RNA.
Η carmustine αυτομάτως αποικοδομείται και μεταβολίζεται. Ο αλκυλιωτικός παράγοντας που σχηματίζεται έτσι, και ο οποίος θεωρείται ότι είναι το χλωροαίθυλο καρβοκατιόν, οδηγεί στο σχηματισμό μη-αντιστρεπτών διασταυρούμενων δεσμών μεταξύ των δύο κλώνων του DNA.
Η αντικαρκινική δραστικότητα του Καρμουστίνη εξαρτάται από την απελευθέρωση της carmustine στην κοιλότητα του όγκου σε συγκεντρώσεις επαρκείς να επιτύχουν κυτταροτοξικό αποτέλεσμα.
Περισσότερο από το 70% του συμπολυμερούς αποικοδομείται σε 3 εβδομάδες. Ο μεταβολισμός και η απέκκριση των μονομερών διαφέρει. Το carboxyphenoxypropane απομακρύνεται κυρίως μέσω των νεφρών και το sebacic acid, ένα ενδογενενές λιπαρό οξύ, μεταβολίζεται από το ήπαρ και αποβάλλεται ως CO2 στα ζώα.
Κλινικά δεδομένα
Αρχική χειρουργική επέμβαση
Σε μία τυχαιοποιημένη διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη σε 240 ενήλικες με νεοδιαγνωσθέν υψηλού βαθμού κακοήθειας γλοίωμα, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αρχική κρανιοτομή για εκτομή όγκου:
- Η μέση επιβίωση αυξήθηκε από 11,6 μήνες (εικονικό φάρμακο) σε 13,9 μήνες (Καρμουστίνη) κατά την αρχική φάση (p-value 0,079, μη-στρωματοποιημένο log-rank test).
- Ο πιο κοινός τύπος όγκου ήταν Πολύμορφο Γλοιβλάστωμα (GBM) (n=207), ακολουθούμενο από Αναπλαστικό Ολογοαστροκύτωμα (n=11), Αναπλαστικό Ολογοδενδρογλοίωμα (n=11) και Αναπλαστικό Αστροκύτωμα (n=2).
- Η αναλογία κινδύνου για τα εμφυτεύματα Καρμουστίνη ήταν 0,77 (95%CI: 0,57-1,03).
- Κατά τη φάση της μακροπρόθεσμης παρακολούθησης (έως 3 χρόνια ή θάνατο), η μέση επιβίωση αυξήθηκε από 11,6 μήνες (εικονικό φάρμακο) σε 13,9 μήνες (Καρμουστίνη) (p-value <0,05, log-rank test).
- Η αναλογία κινδύνου για την θεραπεία με εμφυτεύματα Καρμουστίνη ήταν 0,73 (95% CI: 0,56-0,95).
Εγχείρηση για υποτροπιάζουσα νόσο
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη με 145 ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζον γλοιοβλάστωμα (GΒΜ):
- Το Καρμουστίνη παρέτεινε την επιβίωση αυτών των ασθενών.
- Ενενήντα πέντε τοις εκατό των ασθενών που έλαβαν Καρμουστίνη, έλαβαν 7 έως 8 εμφυτεύματα.
- Το ποσοστό επιβίωσης στους 6 μήνες ήταν 36% (26/73) για το εικονικό φάρμακο σε σύγκριση με 56% (40/72) με τη θεραπεία με Καρμουστίνη.
- Η μέση επιβίωση των ασθενών με GBM ήταν 20 εβδομάδες για το εικονικό φάρμακο έναντι 28 εβδομάδων για τη θεραπεία με Καρμουστίνη.
Φαρμακοκινητικές
Η απορρόφηση, η κατανομή, ο μεταβολισμός και η απέκκριση του συμπολυμερούς στον άνθρωπο δεν είναι γνωστές. Οι συγκεντρώσεις της carmustine που απελευθερώνονται από τα εμφυτεύματα Καρμουστίνη στον ανθρώπινο εγκεφαλικό ιστό δεν έχουν προσδιοριστεί. Τα επίπεδα της carmustine στο πλάσμα μετά την εμφύτευση του Καρμουστίνη δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά. Σε κονίκλους στους οποίους είχαν τοποθετηθεί εμφύτευτα που περιείχαν 3,85% carmustine, δεν ανιχνεύθηκε carmustine στο αίμα ή το εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Μετά την ενδοφλέβια έγχυση carmustine δόσεων που κυμαίνονταν από 30 έως 170 mg/m², ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής, η κάθαρση και ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 22 λεπτά, 56 ml/min/kg και 3,25 L/kg, αντίστοιχα. Το περίπου 60% ενδοφλέβιας δόσης 200 mg/m², ¹⁴C-carmustine απεκκρίνεται στα ούρα σε 96 ώρες και το 6% αποβάλλεται ως CO2 με την αναπνοή.
Τα εμφυτεύματα Καρμουστίνη βιοδιασπώνται στον ανθρώπινο εγκέφαλο αφού τοποθετηθούν στην κοιλότητα που σχηματίζεται με τη χειρουργική εκτομή του όγκου. Ο ρυθμός της βιοαποικοδόμησης ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή. Κατά τη διάρκεια της βιοαποικοδόμησης, μπορεί να παρατηρηθεί κάποιο υπόλειμμα εμφυτεύματος σε εικόνες σάρωσης του εγκεφάλου ή κατά την επανάληψη της επέμβασης ακόμη και αν έχει πραγματοποιηθεί σημαντική διάσπαση όλων των συστατικών.
- Μηχανισμός δράσης: - Ο καρμουστίνη προκαλεί διασταυρούμενους δεσμούς στο DNA και το RNA, οδηγώντας στην αναστολή της σύνθεσης DNA, παραγωγής RNA και μετάφρασης RNA (σύνθεση πρωτεϊνών). - Επίσης συνδέεται με τη γλουταθειόνη ρυθμοαναγωγάση και την…
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατάταξη: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Κωδικός ATC: L01AD01 #### Προκλινικά στοιχεία Το Καρμουστίνη απελευθερώνει carmustine απ’ ευθείας στη χειρουργική κοιλότητα που σχηματίζεται μετά την εκτομή του όγκου….
Φαρμακοκινητικές Η απορρόφηση, η κατανομή, ο μεταβολισμός και η απέκκριση του συμπολυμερούς στον άνθρωπο δεν είναι γνωστές. Οι συγκεντρώσεις της carmustine που απελευθερώνονται από τα εμφυτεύματα Καρμουστίνη στον ανθρώπινο εγκεφαλικό ιστό δεν έχουν…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Εγκεφαλικό οίδημα | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | Εμφύτευση GLIADEL με επακόλουθη χρήση στεροειδών |
| Ενδοκρανιακή πίεση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | Εμφύτευση GLIADEL με επακόλουθη χρήση στεροειδών |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Περιγραφή (Description στα Ελληνικά):
- Ένας αλκυλιτικός αντικαρκινικός παράγοντας ο οποίος δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη φάση του κυτταρικού κύκλου.
- Χρησιμοποιείται στη θεραπεία όγκων εγκεφάλου και διαφόρων άλλων κακοήθων νεοπλασιών.
- (Από το Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30η έκδοση, σελ. 462)
- Αυτή η ουσία μπορεί εύλογα να θεωρηθεί καρκινογόνος σύμφωνα με την Τέταρτη Ετήσια Έκθεση Καρκινογόνων (NTP 85-002, 1985).
- (Από το Merck Index, 11η έκδοση)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Κλινική ένδειξη:
- Για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και λεμφωμάτων μη Hodgkin.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Φαρμακολογία:
- Η καρμουστίνη αποτελεί μία από τις νιτροσουρικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται ως παρηγορητική θεραπεία είτε ως μονοθεραπεία είτε σε καθιερωμένη συνδυαστική θεραπεία με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και λεμφωμάτων μη Hodgkin.
- Παρά το ευρύτατο κοινώς αποδεκτό ότι ο καρμουστίνης αλκυλιώνει το DNA και το RNA, δεν εμφανίζει διασταυρούμενη αντίσταση με άλλους αλκυλιωτές.
- Όπως με άλλες νιτροσουρικές ενώσεις, μπορεί επίσης να εμποδίζει ορισμένες βασικές ενζυμικές διεργασίες μέσω καρμπαμυλίωσης αμινοξέων στις πρωτεΐνες.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Μηχανισμός δράσης:
- Ο καρμουστίνη προκαλεί διασταυρούμενους δεσμούς στο DNA και το RNA, οδηγώντας στην αναστολή της σύνθεσης DNA, παραγωγής RNA και μετάφρασης RNA (σύνθεση πρωτεϊνών).
- Επίσης συνδέεται με τη γλουταθειόνη ρυθμοαναγωγάση και την τροποποιεί (καρβαμυλιώνει). Αυτό οδηγεί σε κυτταρικό θάνατο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Απορρόφηση:
- 5 έως 28% βιοδιαθεσιμότητα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Ημιζωή: 15–30 λεπτά
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Δέσμευση σε πρωτεΐνες: 80%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης: Περίπου 60–70% της συνολικής δόσης αποβάλλεται μέσω των ούρων εντός 96 ωρών και περίπου 10% ως εκπνοόμενος CO2.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα / Τοξικότητα όταν χορηγείται από του στόματος:
- Οι από του στόματος LD50 σε αρουραίο και ποντίκι είναι 20 mg/kg και 45 mg/kg, αντίστοιχα.
- Παρενέργειες περιλαμβάνουν λευκοπενία, θρομβοπενία, ναυτία.
- Οι τοξικές επιδράσεις περιλαμβάνουν πνευμονική ίνωση (20-0%) και τοξικότητα του μυελού των οστών.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καρμουστίνη είναι μια νιτροζουρία που ενδείκνυται ως παρηγορητική θεραπεία, ως μονοθεραπεία ή σε καθιερωμένη συνδυαστική θεραπεία με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και μη-Hodgkin λεμφωμάτων. Παρόλο που συμφωνείται γενικά ότι η καρμουστίνη αλκυλιώνει το DNA και το RNA, δεν παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή με άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες. Όπως και άλλες νιτροζουρίες, μπορεί επίσης να αναστείλει διάφορες βασικές ενζυμικές διεργασίες μέσω καρβαμοϋλίωσης αμινοξέων σε πρωτεΐνες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η καρμουστίνη προκαλεί διασυνδέσεις στο DNA και το RNA, οδηγώντας στην αναστολή της σύνθεσης DNA, της παραγωγής RNA και της μετάφρασης RNA (σύνθεση πρωτεϊνών). Η καρμουστίνη συνδέεται επίσης και τροποποιεί (καρβαμοϋλιώνει) τη γλουταθειόνη αναγωγάση. Αυτό οδηγεί σε κυτταρικό θάνατο.
Η τεμοζολομίδη (TMZ) και η καρμουστίνη (BCNU), αντικαρκινικά φάρμακα που συνήθως χρησιμοποιούνται στη θεραπεία γλοιωμάτων, είναι παράγοντες μεθυλίωσης του DNA που παράγουν O6-μεθυλGuanine. Έχει αποδειχθεί ότι η 06-μεθυλGuanine ενεργοποιεί την επιδιόρθωση αναντιστοιχίας DNA και με τη σειρά της προκαλεί απόπτωση και γήρανση, αντίστοιχα, σε διάστημα 4 και 6 ημερών. Η τεμοζολομίδη και η καρμουστίνη έχουν πρωιμότερη επίδραση στην πυρηνική οργάνωση και τη δομή της χρωματίνης. Συγκεκριμένα, η τεμοζολομίδη και η καρμουστίνη προκαλούν συσσωμάτωση των περιοχών ετεροχρωματίνης που είναι περικεντρομερικές και αυξάνουν την ποσότητα των ετεροχρωματινικών πρωτεϊνών MeCP2 και HP1alpha που συνδέονται με τη χρωματίνη. Αυτά τα φάρμακα μειώνουν επίσης τα συνολικά επίπεδα ακετυλίωσης της ιστόνης Η3 και αυξάνουν τα επίπεδα της ιστόνης Η3 τριμεθυλιωμένης στη λυσίνη 9 (H3-triMeK9). Αυτά τα γεγονότα προηγούνται της κατάστασης γήρανσης…
Η αποτελεσματικότητα της τεμοζολομίδης και της καρμουστίνης στη θεραπεία γλοιωμάτων μπορεί να υποδηλώνει ένα πρώτο γεγονός που χαρακτηρίζεται από αλλαγές στην οργάνωση της ετεροχρωματίνης και τη σίγασή της, η οποία στη συνέχεια ακολουθείται από απόπτωση και γήρανση.
Παρόλο που πιστεύεται ότι η καρμουστίνη δρα μέσω αλκυλίωσης του DNA και του RNA, ο μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί και άλλες επιδράσεις, όπως η καρβαμοϋλίωση και η τροποποίηση των κυτταρικών πρωτεϊνών, μπορεί να εμπλέκονται. Το συνολικό αποτέλεσμα θεωρείται ότι είναι η αναστολή τόσο της σύνθεσης DNA όσο και της σύνθεσης RNA.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Βιοδιαθεσιμότητα: 5% έως 28%
- Κατανομή: Ο μέσος όρος του όγκου κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας μετά από ενδοφλέβια έγχυση καρμουστίνης ήταν 3,25 L/kg. Λόγω της υψηλής λιποδιαλυτότητάς τους, η καρμουστίνη ή/και οι μεταβολίτες της διαπερνούν εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Σημαντικές συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ παρατηρούνται σχεδόν αμέσως μετά την ενδοφλέβια χορήγηση καρμουστίνης, και οι συγκεντρώσεις ραδιενέργειας στο ΕΝΥ έχουν αναφερθεί ότι κυμαίνονται από 15-70% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Οι μεταβολίτες της καρμουστίνης κατανέμονται στο γάλα, αλλά σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις από το μητρικό πλάσμα.
- Απορρόφηση (Εμφυτεύματα): Η απορρόφηση του συμπολυμερούς που περιέχεται στα εμφυτεύματα καρμουστίνης δεν έχει αξιολογηθεί σε ανθρώπους. Οι συγκεντρώσεις καρμουστίνης στο πλάσμα μετά από ενδοκρανιακή εμφύτευση των εμφυτευμάτων δεν έχουν προσδιοριστεί σε ανθρώπους, αλλά σε κουνέλια που υποβλήθηκαν σε χειρουργική εμφύτευση εμφυτευμάτων που περιείχαν 3,85% καρμουστίνη, δεν παρατηρήθηκαν ανιχνεύσιμα επίπεδα καρμουστίνης στο πλάσμα.
Όταν το εμφύτευμα καρμουστίνης εκτίθεται στο υδατικό περιβάλλον της κοιλότητας εκτομής, συμβαίνει υδρόλυση των δεσμών ανυδρίτη στο συμπολυμερές, οδηγώντας στην απελευθέρωση καρμουστίνης και δύο μονομερών: καρβοξυφαινοξυπροπάνιο και σεβασικό οξύ. Η καρμουστίνη που περιέχεται στο εμφύτευμα διαχέεται στον περιβάλλοντα εγκεφαλικό ιστό. Ο μεταβολισμός και η απέκκριση του συμπολυμερούς που περιέχεται στα εμφυτεύματα καρμουστίνης δεν έχουν αξιολογηθεί σε ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι πάνω από το 70% του συμπολυμερούς αποδομείται εντός 3 εβδομάδων μετά την εμφύτευση εμφυτευμάτων καρμουστίνης στον εγκεφαλικό ιστό. Μετά την υδρόλυση του συμπολυμερούς, το καρβοξυφαινοξυπροπάνιο αποβάλλεται νεφρικά, ενώ το σεβασικό οξύ (ένα ενδογενές λιπαρό οξύ) μεταβολίζεται στο ήπαρ και εκπνέεται ως διοξείδιο του άνθρακα. Σε ανθρώπους, υπολείμματα εμφυτευμάτων έχουν παρατηρηθεί σε απεικονιστικές σαρώσεις εγκεφάλου ή έχουν εντοπιστεί κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων χειρουργικών επεμβάσεων έως και 8 μήνες μετά την ενδοκρανιακή εμφύτευση. Υπολείμματα εμφυτευμάτων που ανακτήθηκαν από 2 ασθενείς περίπου 2-3 μήνες μετά την εμφύτευση αναλύθηκαν και βρέθηκαν να αποτελούνται κυρίως από νερό και μονομερικά συστατικά με ελάχιστη ανιχνεύσιμη ποσότητα καρμουστίνης.
Η εξαφάνιση της 1,3-δις(2-χλωροαιθυλο)-1-νιτροζουρίας (BCNU) από το πλάσμα, ήπαρ, νεφρά, πνεύμονα, εγκέφαλο, σπλήνα, καρκινικό ιστό και επιδιδυμικό λιπώδη ιστό αρουραίων με καρκίνωμα Walker 256/B και υγιών ζώων μετρήθηκε με διαφορική παλμική πολωγραφία μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου. Μόνο η BCNU, όχι τα προϊόντα αποσύνθεσής της, ανιχνεύθηκε με την πολωγραφική μέθοδο. Τα επίπεδα BCNU στο ήπαρ των ζώων με όγκο ήταν σημαντικά χαμηλότερα (περίπου 10 φορές) από αυτά των υγιών αρουραίων. Ένα διεκθετικό προσαρμογή χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της κινητικής της BCNU στο πλάσμα, τα νεφρά, τους πνεύμονες και τον εγκέφαλο, αλλά δεν βρέθηκε καμία διαφορά μεταξύ υγιών αρουραίων και αρουραίων με όγκο Walker.
Η BCNU εξαφανίστηκε ταχύτερα από τον λιπώδη ιστό των ζώων με όγκο από ό,τι στα φυσιολογικά.
Περίπου 40 λεπτά μετά την ένεση, η BCNU δεν είναι πλέον αποτελεσματικός αντικαρκινικός παράγοντας, και λίγα λεπτά μετά τη χορήγηση, αμελητέες ποσότητες αμετάβλητης BCNU μπορούν να ανιχνευθούν στο πλάσμα. Μετά την ενδοπεριτοναϊκή ή υποδόρια ένεση ή τη χορήγηση από το στόμα, η BCNU κατανεμήθηκε γρήγορα στους περισσότερους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Η απέκκριση γινόταν κυρίως μέσω των νεφρών. Ήταν ταχύτερη σε ποντίκια (80% της δόσης που απεκκρίθηκε σε 24 ώρες) και λιγότερο ταχεία σε πιθήκους και σκύλους.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνέργεια Πρωτεϊνών
80%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός και ταχύς με ενεργούς μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες μπορεί να παραμένουν στο πλάσμα για αρκετές ημέρες.
Ο in vitro μεταβολισμός του αντικαρκινικού παράγοντα 1,3-δις(2-χλωροαιθυλο)-1-νιτροζουρίας (BCNU) μελετήθηκε σε μικροσωμιακά εκχυλίσματα ήπατος αρσενικών αρουραίων Fischer 344. Το προηγουμένως αναγνωρισμένο προϊόν, 1,3-δις(2-χλωροαιθυλο)ουρία (BCU), έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κύριος μεταβολίτης. Η ανάλυση σταθερών ισοτόπων και η φασματομετρική ανάλυση των απομονωμένων μεταβολιτών υποδεικνύουν ότι η BCU σχηματίζεται αποκλειστικά από την μεταβολική απονιτρωσίωση της BCNU. Ο ρυθμός χημικής αποσύνθεσης της BCNU σε μικροσωμιακά εκχυλίσματα ήπατος αρουραίων ελλείψει NADPH και ο ρυθμός μεταβολικής εξαφάνισης σε εκχυλίσματα με προσθήκη NADPH μετρήθηκαν και συγκρίθηκαν με τον μετρούμενο ρυθμό μεταβολικής παραγωγής BCU υπό τις ίδιες συνθήκες. Ο ρυθμός του NADPH-εξαρτώμενου μεταβολισμού της BCNU και της παραγωγής BCU είναι ίσος εντός των ορίων του πειραματικού σφάλματος. Η BCNU βρέθηκε να αναστέλλει τον μεταβολισμό της 1-(2-χλωροαιθυλο)-3-κυκλοεξυλο-1-νιτροζουρίας (CCNU) στο υπερκείμενο 9000 g του ήπατος αρουραίων.
Ηπατικός και ταχύς με ενεργούς μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες μπορεί να παραμένουν στο πλάσμα για αρκετές ημέρες. Οδός Απέκκρισης: Περίπου 60% έως 70% μιας συνολικής δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 96 ωρών και περίπου 10% ως εκπνεόμενο CO2.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
15-30 λεπτά
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να διασυνδέσουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών ιδιοτήτων τους είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές αμινομάδων μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα δρά για να σκοτώσει καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
U68WG3173Y
ΚΑΡΜΟΥΣΤΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δράση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Η καρμουστίνη είναι ένα αλκυλιωτικό φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της καρμουστίνης είναι ως αλκυλιωτική δράση.
ΚΑΡΜΟΥΣΤΙΝΗ
Αλκυλιωτικό Φάρμακο [EPC]; Αλκυλιωτική Δράση [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να διασυνδέσουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών ιδιοτήτων τους είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές αμινομάδων μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα δρά για να σκοτώσει καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)