CARMUSTINE
Καρμουστίνη
Τα φάρμακα της κατηγορίας προκαλούν αλκυλίωση του DNA των κυττάρων και παραβλάπτουν έτσι τον αναδιπλασιασμό του. Πλην των συνήθων και επιμέρους παρενεργειών τους σε μακροχρόνια χρήση εμφανίζουν δύο επιπλέον κινδύνους, τη βλάβη της γονιμότητας και την ανάπτυξη οξείας λευχαιμίας.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
- Κλινική ένδειξη: - Για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και λεμφωμάτων μη Hodgkin.
medication
SPC-GLIADEL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοβλαβική
- Χορήγηση: Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής εκτομής του όγκου
- Δόση έναρξης: 61,6 mg (8 εμφυτεύματα)
- Τιτλοποίηση: Μέγιστος αριθμός 8 εμφυτευμάτων εφόσον το μέγεθος και το σχήμα της χειρουργικής κοιλότητας το επιτρέπουν.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του εμφυτεύματος GLIADEL σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-GLIADEL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευευαισθησία στη δραστική ουσία carmustine ή σε κάποιο από τα έκδοχα του GLIADEL.
warning
SPC-GLIADEL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επιπλοκές της κρανιοτομήςΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε κρανιοτομή και εμφύτευση GLIADEL για γλοιοβλάστωμαΠρέπει να παρακολουθούνται στενά
-
Ενδοεγκεφαλική χωροκατακτητική επεξεργασία που δεν ανταποκρίθηκε στα κορτικοστεροειδήΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν GLIADELΈχουν περιγραφεί περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας περίπτωσης εγκολεασμού του εγκεφάλου.
-
Εγκεφαλικό οίδημα / ενδοκρανιακή υπέρταση με επακόλουθη χρήση στεροειδώνΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε εμφύτευση GLIADELΕίναι επιβεβλημένη η προσεκτική παρακολούθηση
-
Διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρούΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε εμφύτευση GLIADELΕνδείκνυται προσεκτικό υδατοστεγές κλείσιμο της σκληρής μήνιγγας και τοπική φροντίδα του χειρουργικού τραύματος
-
Εγκεφαλικό οίδημα με εκδηλώσεις ενδοεγκεφαλικής χωροκατακτητικής εξεργασίαςΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΜετά την εμφύτευση GLIADELΜπορεί να απαιτήσουν επανεγχείρηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απομάκρυνση των εμφυτευμάτων GLIADEL ή των υπολειμμάτων τους.
-
Επικοινωνία μεταξύ χειρουργικής κοιλότητας εκτομής και κοιλιακού συστήματοςΑντένδειξηΠρέπει να αποφευχθεί, ώστε να προληφθεί η μετατόπιση των εμφυτευμάτων στο κοιλιακό σύστημα, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει αποφρακτικό υδροκέφαλο. Εάν υπάρχει επικοινωνία μεγαλύτερων διαστάσεων από τη διάμετρο των εμφυτευμάτων, αυτή θα πρέπει να αποκλειστεί πριν από την εμφύτευση του GLIADEL.
-
Αύξηση της έντασης σήματος από τους εγκεφαλικούς ιστούς που περιβάλλουν την κοιλότητα εκτομής κατά την απεικόνισηΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΜετά την τοποθέτηση εμφυτευμάτων GLIADELΑυτή η αύξηση της έντασης του σήματος μπορεί να αντιπροσωπεύει οίδημα και λοίμωξη που προκλήθηκαν από το GLIADEL, ή πρόοδο του όγκου.
swap_horiz
SPC-GLIADEL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-GLIADEL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Κατάθλιψη
- Διαταραχή προσωπικότητας, άγχος, μη φυσιολογική σκέψη, ψευδαισθήσεις, αϋπνία
- Κατάθλιψη, μη φυσιολογική σκέψη, αϋπνία, παρανοϊκή αντίδραση
- Ημιπληγία, Σπασμοί, Σύγχυση, Εγκεφαλικό οίδημα, Αφασία, Κατάθλιψη, Λήθαργος, Διαταραχές λόγου
- Αμνησία, Ενδοκρανιακή υπέρταση, Διαταραχές προσωπικότητας, Άγχος, Παράλυση προσώπου, Νευροπάθεια, Αταξία, Υπαισθησία, Παραισθησία, Μη φυσιολογική σκέψη, Μη φυσιολογικό βάδισμα, Ζάλη, Σπασμός γενικευμένης επιληψίας, Ψευδαισθήσεις, Αϋπνία, Τρόμος
- Σπασμοί, Ημιπληγία, Κεφαλαλγία, Υπνηλία, Σύγχυση
- Αφασία, Λήθαργος, Εγκεφαλικό οίδημα, Ενδοκρανιακή υπέρταση, Μηνιγγίτιδα ή απόστημα
- υδροκέφαλος, αταξία, ζάλη, ημιπληγία, κώμα, αμνησία, διπλωπία
- εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό επεισόδιο
- Οίδημα του επιπεφυκότα, Ανώμαλη όραση, Ελαττωματικά οπτικά πεδία
- ελαττωματικά οπτικά πεδία, πόνος οφθαλμών
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Αιμορραγία
- Θρομβοφλεβίτιδα
- υπέρταση, υπόταση
- Πνευμονική εμβολή
- Πνευμονική εμβολή
- λοίμωξη, πνευμονία από εισρόφηση
- Πνευμονία
- Πνευμονία, στοματική καντιντίαση
- Λοίμωξη
- Ναυτία, Έμετος, Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ναυτία, έμετος
- διάρροια, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, γαστρεντερική αιμορραγία, ακράτεια κοπράνων
- Εξάνθημα, Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- εξάνθημα
- Ακράτεια ούρων, Ουρολοίμωξη
- Ουρολοίμωξη
- ακράτεια ούρων
- Αντίδραση επιδείνωσης, Κεφαλαλγία, Εξασθένηση, Λοίμωξη, Πυρετός, Άλγος, Μη φυσιολογική επούλωση
- Κοιλιακό άλγος, Οσφυαλγία, Οίδημα προσώπου, Θωρακικό άλγος, Απόστημα, Τυχαία κάκωση, περιφερικό οίδημα
- Πυρετός, μη φυσιολογική επούλωση
- Λοίμωξη, Άλγος
- περιφερικό οίδημα, αυχενικό άλγος, τυχαία κάκωση, οσφυαλγία, αλλεργική αντίδραση, εξασθένηση, θωρακικό άλγος και σηψαιμία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία, λευκοκυττάρωση
- Υπονατριαιμία
- υπονατριαιμία, υπεργλυκαιμία, υποκαλιαιμία
- λοίμωξη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
συχνέςΔιαταραχή προσωπικότητας, άγχος, μη φυσιολογική σκέψη, ψευδαισθήσεις, αϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
πολύ συχνέςΗμιπληγία, Σπασμοί, Σύγχυση, Εγκεφαλικό οίδημα, Αφασία, Κατάθλιψη, Λήθαργος, Διαταραχές λόγουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
συχνέςΑμνησία, Ενδοκρανιακή υπέρταση, Διαταραχές προσωπικότητας, Άγχος, Παράλυση προσώπου, Νευροπάθεια, Αταξία, Υπαισθησία, Παραισθησία, Μη φυσιολογική σκέψη, Μη φυσιολογικό βάδισμα, Ζάλη, Σπασμός γενικευμένης επιληψίας, Ψευδαισθήσεις, Αϋπνία, ΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
συχνέςΟίδημα του επιπεφυκότα, Ανώμαλη όραση, Ελαττωματικά οπτικά πεδίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
πολύ συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
συχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
συχνέςΠνευμονική εμβολήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις και επιμολύνσεις
-
πολύ συχνέςΝαυτία, Έμετος, ΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
συχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
πολύ συχνέςΕξάνθημα, ΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
συχνέςΑκράτεια ούρων, ΟυρολοίμωξηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
πολύ συχνέςΑντίδραση επιδείνωσης, Κεφαλαλγία, Εξασθένηση, Λοίμωξη, Πυρετός, Άλγος, Μη φυσιολογική επούλωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
συχνέςΚοιλιακό άλγος, Οσφυαλγία, Οίδημα προσώπου, Θωρακικό άλγος, Απόστημα, Τυχαία κάκωση, περιφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
συχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
συχνέςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
πολύ συχνέςΣπασμοί, Ημιπληγία, Κεφαλαλγία, Υπνηλία, ΣύγχυσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
συχνέςΑφασία, Λήθαργος, Εγκεφαλικό οίδημα, Ενδοκρανιακή υπέρταση, Μηνιγγίτιδα ή απόστημαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
συχνέςΠνευμονική εμβολήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
συχνέςΠνευμονία, στοματική καντιντίασηΛοιμώξεις και επιμολύνσεις
-
συχνέςΝαυτία, έμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
πολύ συχνέςΟυρολοίμωξηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
πολύ συχνέςΠυρετός, μη φυσιολογική επούλωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
συχνέςΛοίμωξη, ΆλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
συχνέςΘρομβοπενία, λευκοκυττάρωσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
συχνέςυπονατριαιμία, υπεργλυκαιμία, υποκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
συχνέςυδροκέφαλος, αταξία, ζάλη, ημιπληγία, κώμα, αμνησία, διπλωπίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
όχι συχνέςεγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό επεισόδιοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
συχνέςΚατάθλιψη, μη φυσιολογική σκέψη, αϋπνία, παρανοϊκή αντίδρασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
συχνέςελαττωματικά οπτικά πεδία, πόνος οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
συχνέςυπέρταση, υπότασηΚαρδιακές διαταραχές, Αγγειακές διαταραχές
-
συχνέςλοίμωξη, πνευμονία από εισρόφησηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
συχνέςδιάρροια, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, γαστρεντερική αιμορραγία, ακράτεια κοπράνωνΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
συχνέςεξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
συχνέςλοίμωξηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
συχνέςακράτεια ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
συχνέςπεριφερικό οίδημα, αυχενικό άλγος, τυχαία κάκωση, οσφυαλγία, αλλεργική αντίδραση, εξασθένηση, θωρακικό άλγος και σηψαιμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-GLIADEL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΕάν κατά την κύηση η ένδειξη της χρήσης του GLIADEL εξακολουθεί να τελεί υπό εξέταση, θα πρέπει να ενημερώνεται η ασθενής για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό αν τα συστατικά του GLIADEL απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Λόγω της απέκκρισης ορισμένων φαρμάκων στο μητρικό γάλα και του ενδεχόμενου κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της carmustine στα βρέφη που θηλάζουν, ο θηλασμός αντενδείκνυται.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΚαμία μελέτη απομείωσης γονιμότητας δεν έχει διεξαχθεί με εμφυτεύματα GLIADEL.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Μηχανισμός δράσης: - Ο καρμουστίνη προκαλεί διασταυρούμενους δεσμούς στο DNA και το RNA, οδηγώντας στην αναστολή της σύνθεσης DNA, παραγωγής RNA και μετάφρασης RNA (σύνθεση πρωτεϊνών). - Επίσης συνδέεται με τη γλουταθειόνη ρυθμοαναγωγάση και την…
monitor_heart
SPC-GLIADEL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GLIADEL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GLIADEL
expand_more
Δοσολογία
Για ενδοβλαβική χρήση μόνο. Καθένα εμφύτευμα GLIADEL περιέχει 7,7 mg carmustine, ώστε όταν τοποθετηθούν 8 εμφυτεύματα στην κοιλότητα που προκύπτει από τη χειρουργική εκτομή του όγκου, η δόση να είναι 61,6 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του εμφυτεύματος GLIADEL σε παιδιά κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Συνιστάται, η τοποθέτηση μέγιστου αριθμού 8 εμφυτευμάτων εφόσον το μέγεθος και το σχήμα της χειρουργικής κοιλότητας το επιτρέπουν. Τα εμφυτεύματα που έχουν κοπεί σε δύο κομμάτια μπορούν να χρησιμοποιηθούν, όμως τα εμφυτεύματα που έχουν σπάσει σε περισσότερα από δύο κομμάτια πρέπει να απορρίπτονται στο ειδικό για τα βιο-επικίνδυνα υλικά δοχείο (βλ. ενότητα 6.6).
Συνιστάται η τοποθέτηση των εμφυτευμάτων να γίνεται κατευθείαν από την εσωτερική αποστειρωμένη συσκευασία του προϊόντος στην κοιλότητα εκτομής. Οξειδωμένη αναγεννημένη κυτταρίνη (Oxidised regenerated cellulose) μπορεί να τοποθετηθεί πάνω στα εμφυτεύματα για να σταθεροποιήσει τη θέση τους πάνω στην επιφάνεια της χειρουργικής κοιλότητας (βλ. ενότητα 6.6).
block
Αντενδείξεις
SPC-GLIADEL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GLIADEL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GLIADEL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GLIADEL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Το φάσμα των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με νεοδιαγνοσθέν υψηλού βαθμού κακοήθη γλοίωμα και υποτροπιάζοντα κακοήθη γλοιώματα ήταν γενικά σε συμφωνία με εκείνο που παρατηρήθηκε στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε κρανιοτομή για κακοήθη γλοιώματα.
Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) και όχι συχνές (≥ 1/1,000 έως < 1/100) ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν το Εμφύτευμα GLIADEL κατά τις κλινικές δοκιμές που αναφέρονται παρακάτω.
Από άποψη συχνότητας σε κάθε ομάδα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να παρουσιάζονται σε φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Αρχική χειρουργική επέμβαση
Τα ακόλουθα δεδομένα είναι οι πιο συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις, οι οποίες παρατηρήθηκαν σε ποσοστό μεγαλύτερο ή ίσο του 5% των 120 ασθενών με νεοδιαγνοσθέν κακοήθες γλοίωμα στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL κατά τη διάρκεια της κλινικής μελέτης
Συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε ποσοστό ≥5% ασθενών στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL κατά την αρχική χειρουργική επέμβαση
| Οργανικό Σύστημα |
|---|
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος |
| Ψυχιατρικές διαταραχές |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος |
| Οφθαλμικές διαταραχές |
| Αγγειακές διαταραχές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου |
| Λοιμώξεις και επιμολύνσεις |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης |
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σακχαρώδης διαβήτης (συχνές)
- Κατάθλιψη (πολύ συχνές)
- Διαταραχή προσωπικότητας, άγχος, μη φυσιολογική σκέψη, ψευδαισθήσεις, αϋπνία (συχνές)
- Ημιπληγία, Σπασμοί, Σύγχυση, Εγκεφαλικό οίδημα, Αφασία, Κατάθλιψη, Λήθαργος, Διαταραχές λόγου (πολύ συχνές)
- Αμνησία, Ενδοκρανιακή υπέρταση, Διαταραχές προσωπικότητας, Άγχος, Παράλυση προσώπου, Νευροπάθεια, Αταξία, Υπαισθησία, Παραισθησία, Μη φυσιολογική σκέψη, Μη φυσιολογικό βάδισμα, Ζάλη, Σπασμός γενικευμένης επιληψίας, Ψευδαισθήσεις, Αϋπνία, Τρόμος (συχνές)
- Οίδημα του επιπεφυκότα, Ανώμαλη όραση, Ελαττωματικά οπτικά πεδία (συχνές)
- Θρομβοφλεβίτιδα (πολύ συχνές)
- Αιμορραγία (συχνές)
- Πνευμονική εμβολή (συχνές)
- Πνευμονία (συχνές)
- Ναυτία, Έμετος, Δυσκοιλιότητα (πολύ συχνές)
- Διάρροια (συχνές)
- Εξάνθημα, Αλωπεκία (πολύ συχνές)
- Ακράτεια ούρων, Ουρολοίμωξη (συχνές)
- Αντίδραση επιδείνωσης, Κεφαλαλγία, Εξασθένηση, Λοίμωξη, Πυρετός, Άλγος, Μη φυσιολογική επούλωση (πολύ συχνές)
- Κοιλιακό άλγος, Οσφυαλγία, Οίδημα προσώπου, Θωρακικό άλγος, Απόστημα, Τυχαία κάκωση, περιφερικό οίδημα (συχνές)
Ενδοκρανιακή υπέρταση παρουσιάστηκε σε περισσότερους ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (9,2% έναντι 1,7%). Συνήθως παρατηρήθηκε αργά, κατά την υποτροπή του όγκου, και ήταν απίθανο να συσχετιστεί με την χρήση των εμφυτευμάτων GLIADEL. (βλέπε ενότητα 4.4)
Διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού ήταν συχνότερη σε ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Εντούτοις, δεν αυξήθηκαν οι ενδοκρανιακές λοιμώξεις και άλλες ανωμαλίες επούλωσης. (βλέπε ενότητα 4.4)
Χειρουργική επέμβαση για υποτροπιάζουσα νόσο
Οι ακόλουθες μετεγχειρητικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σε ποσοστό μεγαλύτερο ή ίσο του 4% των 110 ασθενών οι οποίοι έλαβαν εμφυτεύματα GLIADEL κατά την χειρουργική επέμβαση σε υποτροπιάζοντα όγκο σε ελεγχόμενη κλινική μελέτη. Εκτός από τις επιδράσεις στο νευρικό σύστημα, για τις οποίες υπάρχει η πιθανότητα να ευθύνονται τα εμφυτεύματα εικονικού φαρμάκου, αναφέρονται μόνο οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που ήταν συχνότερες στην ομάδα των ασθενών στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL. Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις είτε δεν υπήρχαν προεγχειρητικά είτε επιδεινώθηκαν μετεγχειρητικά κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης. Η περίοδος παρακολούθησης είχε διάρκεια ως 71 μήνες.
Συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε ποσοστό ≥4% των ασθενών στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL κατά την χειρουργική επέμβαση σε υποτροπιάζοντα όγκο
| Οργανικό Σύστημα |
|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος |
| Αγγειακές διαταραχές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου |
| Λοιμώξεις και επιμολύνσεις |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης |
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία (συχνές)
- Υπονατριαιμία (συχνές)
- Σπασμοί, Ημιπληγία, Κεφαλαλγία, Υπνηλία, Σύγχυση (πολύ συχνές)
- Αφασία, Λήθαργος, Εγκεφαλικό οίδημα, Ενδοκρανιακή υπέρταση, Μηνιγγίτιδα ή απόστημα (συχνές)
- Θρομβοφλεβίτιδα (συχνές)
- Πνευμονική εμβολή (συχνές)
- Πνευμονία, στοματική καντιντίαση (συχνές)
- Ναυτία, έμετος (συχνές)
- Εξάνθημα (συχνές)
- Ουρολοίμωξη (πολύ συχνές)
- Πυρετός, μη φυσιολογική επούλωση (πολύ συχνές)
- Λοίμωξη, Άλγος (συχνές)
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες αντιδράσεις, που δεν παρατίθενται στον πιο πάνω πίνακα, αναφέρθηκαν σε λιγότερο από το 4% αλλά τουλάχιστον στο 1% των ασθενών που έλαβαν GLIADEL σε όλες τις μελέτες. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατίθενται είτε δεν υπήρχαν προεγχειρητικά είτε επιδεινώθηκαν μετεγχειρητικά. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί το κατά πόσο οι ενέργειες αυτές μπορεί να αποδοθούν στο GLIADEL.
Συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 1%-4% των ασθενών στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL
| Οργανικό Σύστημα |
|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος |
| Ψυχιατρικές διαταραχές |
| Οφθαλμικές διαταραχές |
| Καρδιακές διαταραχές, Αγγειακές διαταραχές |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος,του θώρακα και του μεσοθωράκιου |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης |
Ανεπιθύμητες αντιδράσεις
- Θρομβοπενία, λευκοκυττάρωση (συχνές)
- υπονατριαιμία, υπεργλυκαιμία, υποκαλιαιμία (συχνές)
- υδροκέφαλος, αταξία, ζάλη, ημιπληγία, κώμα, αμνησία, διπλωπία (συχνές)
- εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλικό επεισόδιο (όχι συχνές)
- Κατάθλιψη, μη φυσιολογική σκέψη, αϋπνία, παρανοϊκή αντίδραση (συχνές)
- ελαττωματικά οπτικά πεδία, πόνος οφθαλμών (συχνές)
- υπέρταση, υπόταση (συχνές)
- λοίμωξη, πνευμονία από εισρόφηση (συχνές)
- διάρροια, δυσκοιλιότητα, δυσφαγία, γαστρεντερική αιμορραγία, ακράτεια κοπράνων (συχνές)
- εξάνθημα (συχνές)
- λοίμωξη (συχνές)
- ακράτεια ούρων (συχνές)
- περιφερικό οίδημα, αυχενικό άλγος, τυχαία κάκωση, οσφυαλγία, αλλεργική αντίδραση, εξασθένηση, θωρακικό άλγος και σηψαιμία (συχνές)
Οι ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες ανεπιθύμητων αντιδράσεων πιθανώς σχετίζονται με τη χορήγηση εμφυτευμάτων GLIADEL.
Επιληπτικές κρίσεις
Κατά την αρχική χειρουργική επέμβαση, η συχνότητα εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων κατά τις 5 πρώτες ημέρες μετά την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων ήταν 2,5% σε ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL.
Κατά την κλινική μελέτη για τη χρήση κατά την χειρουργική επέμβαση για υποτροπιάζουσα νόσο, η συχνότητα εμφάνισης μετεγχειρητικών επιληπτικών κρίσεων ήταν 19% σε ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL. Οι 12 από τους 22 ασθενείς (54%) στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL παρουσίασαν την πρώτη νέα ή επιδεινωμένη επιληπτική κρίση κατά τις 5 πρώτες ημέρες μετά την εγχείρηση. Η διάμεση τιμή του χρόνου έναρξης της πρώτης νέας ή επιδεινωμένης επιληπτικής κρίσης σε ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL ήταν 3,5 ημέρες.
Εγκεφαλικό οίδημα
Εμφάνιση εγκεφαλικού οιδήματος με χωροκατακτητική εξεργασία (λόγω επιδείνωσης του όγκου, ενδοκρανιακής λοίμωξης ή νέκρωσης) μπορεί να χρειάζεται επανάληψη της επέμβασης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αφαίρεση των εμφυτευμάτων ή των υπολειμμάτων τους (βλ. ενότητα 4.4).
Ανωμαλίες στην επούλωση
Σε κλινικές μελέτες με τα εμφυτεύματα GLIADEL έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανωμαλίες στην επούλωση: διάνοιξη τραύματος, καθυστερημένη επούλωση τραύματος, εκχύσεις της υποσκληρίδιας περιοχής, της υπομετωποϊνιακής περιοχής ή του τραύματος, και διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Κατά την κλινική μελέτη για χρήση κατά την αρχική χειρουργική επέμβαση παρατηρήθηκε διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού στο 5% των ασθενών στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL. Κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, η σκληρά μήνιγγα θα πρέπει να φράσσεται υδατοστεγώς, ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος διαρροής εγκεφαλονωτιαίου υγρού (βλέπε ενότητα 4.4).
Ενδοκρανιακή λοίμωξη
Κατά την κλινική μελέτη για χρήση κατά την αρχική χειρουργική επέμβαση, η συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικού αποστήματος ή μηνιγγίτιδας ήταν 5% σε ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL.
Στην περίπτωση χειρουργικής επέμβασης για υποτροπιάζουσα νόσο η συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικού αποστήματος ή μηνιγγίτιδας ήταν 4% σε ασθενείς στους οποίους έγινε εμφύτευση GLIADEL.
Σε μία δημοσιευμένη κλινική μελέτη αναφέρθηκε ο σχηματισμός κύστης μετά την εμφύτευση GLIADEL. Η αντίδραση αυτή παρατηρήθηκε στο 10% των ασθενών που εξετάστηκαν κατά τη μελέτη, εντούτοις, ο σχηματισμός κύστης είναι πιθανός μετά την εξαίρεση κακοήθους γλοιώματος.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναφέρεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GLIADEL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση:
Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες με το GLIADEL σε εγκύους, ούτε μελέτες που να αξιολογούν την τοξικότητα του GLIADEL κατά την αναπαραγωγή. Η carmustine, δραστική ουσία του GLIADEL, όταν χορηγηθεί συστηματικώς μπορεί να έχει γονιδιοτοξική επίδραση και να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη του εμβρύου. Κατά συνέπεια τα εμφυτεύματα GLIADEL δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν κατά την κύηση η ένδειξη της χρήσης του GLIADEL εξακολουθεί να τελεί υπό εξέταση, θα πρέπει να ενημερώνεται η ασθενής για τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Στις γυναίκες με ικανότητα τεκνοποίησης, πρέπει να συστήνεται να αποφύγουν την κύηση ενόσω λαμβάνουν εμφυτεύματα GLIADEL. Σε περίπτωση που οι ασθενείς συλλάβουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με GLIADEL, θα πρέπει να αναζητηθεί γενετική συμβουλή.
Θηλασμός:
Δεν είναι γνωστό αν τα συστατικά του GLIADEL απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Λόγω της απέκκρισης ορισμένων φαρμάκων στο μητρικό γάλα και του ενδεχόμενου κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της carmustine στα βρέφη που θηλάζουν, ο θηλασμός αντενδείκνυται.
Γονιμότητα:
Καμία μελέτη απομείωσης γονιμότητας δεν έχει διεξαχθεί με εμφυτεύματα GLIADEL.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GLIADEL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατάταξη: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Κωδικός Α TC: L01AD01
Προκλινικά στοιχεία
Το GLIADEL απελευθερώνει carmustine απ’ ευθείας στη χειρουργική κοιλότητα που σχηματίζεται μετά την εκτομή του όγκου. Κατά την έκθεση στο υδατικό περιβάλλον της χειρουργικής κοιλότητας, οι ανυδριτικοί δεσμοί του συμπολυμερούς υδρολύονται απελευθερώνοντας carmustine, carboxyphenoxypropane και sebacic acid. Η carmustine που απελευθερώνεται από το εμφύτευμα GLIADEL διαχέεται στους περιβάλλοντες εγκεφαλικούς ιστούς και προκαλεί αντινεοπλασματικό αποτέλεσμα μέσω αλκυλίωσης του DΝΑ και του RNA.
Η carmustine αυτομάτως αποικοδομείται και μεταβολίζεται. Ο αλκυλιωτικός παράγοντας που σχηματίζεται έτσι, και ο οποίος θεωρείται ότι είναι το χλωροαίθυλο καρβοκατιόν, οδηγεί στο σχηματισμό μη-αντιστρεπτών διασταυρούμενων δεσμών μεταξύ των δύο κλώνων του DNA.
Η αντικαρκινική δραστικότητα του GLIADEL εξαρτάται από την απελευθέρωση της carmustine στην κοιλότητα του όγκου σε συγκεντρώσεις επαρκείς να επιτύχουν κυτταροτοξικό αποτέλεσμα.
Περισσότερο από το 70% του συμπολυμερούς αποικοδομείται σε 3 εβδομάδες. Ο μεταβολισμός και η απέκκριση των μονομερών διαφέρει. Το carboxyphenoxypropane απομακρύνεται κυρίως μέσω των νεφρών και το sebacic acid, ένα ενδογενενές λιπαρό οξύ, μεταβολίζεται από το ήπαρ και αποβάλλεται ως CO2 στα ζώα.
Κλινικά δεδομένα
Αρχική χειρουργική επέμβαση
Σε μία τυχαιοποιημένη διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη σε 240 ενήλικες με νεοδιαγνωσθέν υψηλού βαθμού κακοήθειας γλοίωμα, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αρχική κρανιοτομή για εκτομή όγκου, η μέση επιβίωση αυξήθηκε από 11,6 μήνες για το εικονικό φάρμακο σε 13,9 μήνες για τη θεραπεία με GLIADEL (p-value 0,079, μη-στρωματοποιημένο log-rank test) κατά τη φάση της αρχικής μελέτης. Ο πιο κοινός τύπος όγκου ήταν Πολύμορφο Γλοιβλάστωμα (GBM) (n=207), ακολουθούμενο από Αναπλαστικό Ολογοαστροκύτωμα (n=11), Αναπλαστικό Ολογοδενδρογλοίωμα (n=11) και Αναπλαστικό Αστροκύτωμα (n=2). Η αναλογία κινδύνου για τα εμφυτεύματα GLIADEL ήταν 0,77 (95%CI: 0,57-1,03). Κατά τη φάση της μακροπρόθεσμης παρακολούθησης, οι ασθενείς που παρέμειναν εν ζωή μετά την ολοκλήρωση της αρχικής φάσης παρακολουθήθηκαν για τουλάχιστον 3 χρόνια ή ως το θάνατό τους. Η μέση επιβίωση αυξήθηκε από από 11,6 μήνες για το εικονικό φάρμακο σε 13,9 μήνες για τη θεραπεία με GLIADEL (p-value <0,05, log-rank test). Η αναλογία κινδύνου για την θεραπεία με εμφυτεύματα GLIADEL ήταν 0,73 (95% CI: 0,56-0,95).
Εγχείρηση για υποτροπιάζουσα νόσο
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη με 145 ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζον γλοιοβλάστωμα (GΒΜ), το GLIADEL παρέτεινε την επιβίωση αυτών των ασθενών. Ενενήντα πέντε τοις εκατό των ασθενών που έλαβαν GLIADEL, έλαβαν 7 έως 8 εμφυτεύματα. Το ποσοστό επιβίωσης στους 6 μήνες ήταν 36% (26/73) για το εικονικό φάρμακο σε σύγκριση με το 56% (40/72) με τη θεραπεία με GLIADEL. Η μέση επιβίωση των ασθενών με GBM ήταν 20 εβδομάδες για το εικονικό φάρμακο έναντι 28 εβδομάδων για τη θεραπεία με GLIADEL.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GLIADEL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η απορρόφηση, η κατανομή, ο μεταβολισμός και η απέκκριση του συμπολυμερούς στον άνθρωπο δεν είναι γνωστές. Οι συγκεντρώσεις της carmustine που απελευθερώνονται από τα εμφυτεύματα GLIADEL στον ανθρώπινο εγκεφαλικό ιστό δεν έχουν προσδιοριστεί. Τα επίπεδα της carmustine στο πλάσμα μετά την εμφύτευση του GLIADEL δεν μπορούν να προσδιοριστούν ποσοτικά. Σε κονίκλους στους οποίους είχαν τοποθετηθεί εμφυτεύματα που περιείχαν 3,85% carmustine, δεν ανιχνεύθηκε carmustine στο αίμα ή το εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Μετά την ενδοφλέβια έγχυση carmustine δόσεων που κυμαίνονταν από 30 έως 170 mg/m², ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής, η κάθαρση και ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 22 λεπτά, 56 ml/min/kg και 3,25 L/kg, αντίστοιχα. Το 60% περίπου ενδοφλέβιας δόσης 200 mg/m², C-carmustine απεκκρίνεται στα ούρα σε 96 ώρες και το 6% αποβάλλεται ως CO2 με την αναπνοή.
Τα εμφυτεύματα GLIADEL βιοδιασπώνται στον ανθρώπινο εγκέφαλο αφού τοποθετηθούν στην κοιλότητα που σχηματίζεται με τη χειρουργική εκτομή του όγκου. Ο ρυθμός της βιοαποικοδόμησης ποικίλλει από ασθενή σε ασθενή.
Κατά τη διάρκεια της βιοαποικοδόμησης, μπορεί να παρατηρηθεί κάποιο υπόλειμμα εμφυτεύματος σε εικόνες σάρωσης του εγκεφάλου ή κατά την επανάληψη της επέμβασης ακόμη και αν έχει πραγματοποιηθεί σημαντική διάσπαση όλων των συστατικών.
ΕΟΦ · 8.1
Aλκυλιούντες παράγοντες
expand_more
Aλκυλιούντες παράγοντες
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Περιγραφή (Description στα Ελληνικά):
- Ένας αλκυλιτικός αντικαρκινικός παράγοντας ο οποίος δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη φάση του κυτταρικού κύκλου.
- Χρησιμοποιείται στη θεραπεία όγκων εγκεφάλου και διαφόρων άλλων κακοήθων νεοπλασιών.
- (Από το Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 30η έκδοση, σελ. 462)
- Αυτή η ουσία μπορεί εύλογα να θεωρηθεί καρκινογόνος σύμφωνα με την Τέταρτη Ετήσια Έκθεση Καρκινογόνων (NTP 85-002, 1985).
- (Από το Merck Index, 11η έκδοση)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Κλινική ένδειξη:
- Για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και λεμφωμάτων μη Hodgkin.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Φαρμακολογία:
- Η καρμουστίνη αποτελεί μία από τις νιτροσουρικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται ως παρηγορητική θεραπεία είτε ως μονοθεραπεία είτε σε καθιερωμένη συνδυαστική θεραπεία με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και λεμφωμάτων μη Hodgkin.
- Παρά το ευρύτατο κοινώς αποδεκτό ότι ο καρμουστίνης αλκυλιώνει το DNA και το RNA, δεν εμφανίζει διασταυρούμενη αντίσταση με άλλους αλκυλιωτές.
- Όπως με άλλες νιτροσουρικές ενώσεις, μπορεί επίσης να εμποδίζει ορισμένες βασικές ενζυμικές διεργασίες μέσω καρμπαμυλίωσης αμινοξέων στις πρωτεΐνες.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Μηχανισμός δράσης:
- Ο καρμουστίνη προκαλεί διασταυρούμενους δεσμούς στο DNA και το RNA, οδηγώντας στην αναστολή της σύνθεσης DNA, παραγωγής RNA και μετάφρασης RNA (σύνθεση πρωτεϊνών).
- Επίσης συνδέεται με τη γλουταθειόνη ρυθμοαναγωγάση και την τροποποιεί (καρβαμυλιώνει). Αυτό οδηγεί σε κυτταρικό θάνατο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Απορρόφηση:
- 5 έως 28% βιοδιαθεσιμότητα.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Ημιζωή: 15–30 λεπτά
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Δέσμευση σε πρωτεΐνες: 80%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης: Περίπου 60–70% της συνολικής δόσης αποβάλλεται μέσω των ούρων εντός 96 ωρών και περίπου 10% ως εκπνοόμενος CO2.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα / Τοξικότητα όταν χορηγείται από του στόματος:
- Οι από του στόματος LD50 σε αρουραίο και ποντίκι είναι 20 mg/kg και 45 mg/kg, αντίστοιχα.
- Παρενέργειες περιλαμβάνουν λευκοπενία, θρομβοπενία, ναυτία.
- Οι τοξικές επιδράσεις περιλαμβάνουν πνευμονική ίνωση (20-0%) και τοξικότητα του μυελού των οστών.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καρμουστίνη είναι μια νιτροζουρία που ενδείκνυται ως παρηγορητική θεραπεία, ως μονοθεραπεία ή σε καθιερωμένη συνδυαστική θεραπεία με άλλους εγκεκριμένους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, για τη θεραπεία όγκων εγκεφάλου, πολλαπλού μυελώματος, νόσου Hodgkin και μη-Hodgkin λεμφωμάτων. Παρόλο που συμφωνείται γενικά ότι η καρμουστίνη αλκυλιώνει το DNA και το RNA, δεν παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή με άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες. Όπως και άλλες νιτροζουρίες, μπορεί επίσης να αναστείλει διάφορες βασικές ενζυμικές διεργασίες μέσω καρβαμοϋλίωσης αμινοξέων σε πρωτεΐνες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η καρμουστίνη προκαλεί διασυνδέσεις στο DNA και το RNA, οδηγώντας στην αναστολή της σύνθεσης DNA, της παραγωγής RNA και της μετάφρασης RNA (σύνθεση πρωτεϊνών). Η καρμουστίνη συνδέεται επίσης και τροποποιεί (καρβαμοϋλιώνει) τη γλουταθειόνη αναγωγάση. Αυτό οδηγεί σε κυτταρικό θάνατο.
Η τεμοζολομίδη (TMZ) και η καρμουστίνη (BCNU), αντικαρκινικά φάρμακα που συνήθως χρησιμοποιούνται στη θεραπεία γλοιωμάτων, είναι παράγοντες μεθυλίωσης του DNA που παράγουν O6-μεθυλGuanine. Έχει αποδειχθεί ότι η 06-μεθυλGuanine ενεργοποιεί την επιδιόρθωση αναντιστοιχίας DNA και με τη σειρά της προκαλεί απόπτωση και γήρανση, αντίστοιχα, σε διάστημα 4 και 6 ημερών. Η τεμοζολομίδη και η καρμουστίνη έχουν πρωιμότερη επίδραση στην πυρηνική οργάνωση και τη δομή της χρωματίνης. Συγκεκριμένα, η τεμοζολομίδη και η καρμουστίνη προκαλούν συσσωμάτωση των περιοχών ετεροχρωματίνης που είναι περικεντρομερικές και αυξάνουν την ποσότητα των ετεροχρωματινικών πρωτεϊνών MeCP2 και HP1alpha που συνδέονται με τη χρωματίνη. Αυτά τα φάρμακα μειώνουν επίσης τα συνολικά επίπεδα ακετυλίωσης της ιστόνης Η3 και αυξάνουν τα επίπεδα της ιστόνης Η3 τριμεθυλιωμένης στη λυσίνη 9 (H3-triMeK9). Αυτά τα γεγονότα προηγούνται της κατάστασης γήρανσης…
Η αποτελεσματικότητα της τεμοζολομίδης και της καρμουστίνης στη θεραπεία γλοιωμάτων μπορεί να υποδηλώνει ένα πρώτο γεγονός που χαρακτηρίζεται από αλλαγές στην οργάνωση της ετεροχρωματίνης και τη σίγασή της, η οποία στη συνέχεια ακολουθείται από απόπτωση και γήρανση.
Παρόλο που πιστεύεται ότι η καρμουστίνη δρα μέσω αλκυλίωσης του DNA και του RNA, ο μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί και άλλες επιδράσεις, όπως η καρβαμοϋλίωση και η τροποποίηση των κυτταρικών πρωτεϊνών, μπορεί να εμπλέκονται. Το συνολικό αποτέλεσμα θεωρείται ότι είναι η αναστολή τόσο της σύνθεσης DNA όσο και της σύνθεσης RNA.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Βιοδιαθεσιμότητα: 5% έως 28%
- Κατανομή: Ο μέσος όρος του όγκου κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας μετά από ενδοφλέβια έγχυση καρμουστίνης ήταν 3,25 L/kg. Λόγω της υψηλής λιποδιαλυτότητάς τους, η καρμουστίνη ή/και οι μεταβολίτες της διαπερνούν εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Σημαντικές συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ παρατηρούνται σχεδόν αμέσως μετά την ενδοφλέβια χορήγηση καρμουστίνης, και οι συγκεντρώσεις ραδιενέργειας στο ΕΝΥ έχουν αναφερθεί ότι κυμαίνονται από 15-70% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Οι μεταβολίτες της καρμουστίνης κατανέμονται στο γάλα, αλλά σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις από το μητρικό πλάσμα.
- Απορρόφηση (Εμφυτεύματα): Η απορρόφηση του συμπολυμερούς που περιέχεται στα εμφυτεύματα καρμουστίνης δεν έχει αξιολογηθεί σε ανθρώπους. Οι συγκεντρώσεις καρμουστίνης στο πλάσμα μετά από ενδοκρανιακή εμφύτευση των εμφυτευμάτων δεν έχουν προσδιοριστεί σε ανθρώπους, αλλά σε κουνέλια που υποβλήθηκαν σε χειρουργική εμφύτευση εμφυτευμάτων που περιείχαν 3,85% καρμουστίνη, δεν παρατηρήθηκαν ανιχνεύσιμα επίπεδα καρμουστίνης στο πλάσμα.
Όταν το εμφύτευμα καρμουστίνης εκτίθεται στο υδατικό περιβάλλον της κοιλότητας εκτομής, συμβαίνει υδρόλυση των δεσμών ανυδρίτη στο συμπολυμερές, οδηγώντας στην απελευθέρωση καρμουστίνης και δύο μονομερών: καρβοξυφαινοξυπροπάνιο και σεβασικό οξύ. Η καρμουστίνη που περιέχεται στο εμφύτευμα διαχέεται στον περιβάλλοντα εγκεφαλικό ιστό. Ο μεταβολισμός και η απέκκριση του συμπολυμερούς που περιέχεται στα εμφυτεύματα καρμουστίνης δεν έχουν αξιολογηθεί σε ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι πάνω από το 70% του συμπολυμερούς αποδομείται εντός 3 εβδομάδων μετά την εμφύτευση εμφυτευμάτων καρμουστίνης στον εγκεφαλικό ιστό. Μετά την υδρόλυση του συμπολυμερούς, το καρβοξυφαινοξυπροπάνιο αποβάλλεται νεφρικά, ενώ το σεβασικό οξύ (ένα ενδογενές λιπαρό οξύ) μεταβολίζεται στο ήπαρ και εκπνέεται ως διοξείδιο του άνθρακα. Σε ανθρώπους, υπολείμματα εμφυτευμάτων έχουν παρατηρηθεί σε απεικονιστικές σαρώσεις εγκεφάλου ή έχουν εντοπιστεί κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων χειρουργικών επεμβάσεων έως και 8 μήνες μετά την ενδοκρανιακή εμφύτευση. Υπολείμματα εμφυτευμάτων που ανακτήθηκαν από 2 ασθενείς περίπου 2-3 μήνες μετά την εμφύτευση αναλύθηκαν και βρέθηκαν να αποτελούνται κυρίως από νερό και μονομερικά συστατικά με ελάχιστη ανιχνεύσιμη ποσότητα καρμουστίνης.
Η εξαφάνιση της 1,3-δις(2-χλωροαιθυλο)-1-νιτροζουρίας (BCNU) από το πλάσμα, ήπαρ, νεφρά, πνεύμονα, εγκέφαλο, σπλήνα, καρκινικό ιστό και επιδιδυμικό λιπώδη ιστό αρουραίων με καρκίνωμα Walker 256/B και υγιών ζώων μετρήθηκε με διαφορική παλμική πολωγραφία μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου. Μόνο η BCNU, όχι τα προϊόντα αποσύνθεσής της, ανιχνεύθηκε με την πολωγραφική μέθοδο. Τα επίπεδα BCNU στο ήπαρ των ζώων με όγκο ήταν σημαντικά χαμηλότερα (περίπου 10 φορές) από αυτά των υγιών αρουραίων. Ένα διεκθετικό προσαρμογή χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της κινητικής της BCNU στο πλάσμα, τα νεφρά, τους πνεύμονες και τον εγκέφαλο, αλλά δεν βρέθηκε καμία διαφορά μεταξύ υγιών αρουραίων και αρουραίων με όγκο Walker.
Η BCNU εξαφανίστηκε ταχύτερα από τον λιπώδη ιστό των ζώων με όγκο από ό,τι στα φυσιολογικά.
Περίπου 40 λεπτά μετά την ένεση, η BCNU δεν είναι πλέον αποτελεσματικός αντικαρκινικός παράγοντας, και λίγα λεπτά μετά τη χορήγηση, αμελητέες ποσότητες αμετάβλητης BCNU μπορούν να ανιχνευθούν στο πλάσμα. Μετά την ενδοπεριτοναϊκή ή υποδόρια ένεση ή τη χορήγηση από το στόμα, η BCNU κατανεμήθηκε γρήγορα στους περισσότερους ιστούς, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Η απέκκριση γινόταν κυρίως μέσω των νεφρών. Ήταν ταχύτερη σε ποντίκια (80% της δόσης που απεκκρίθηκε σε 24 ώρες) και λιγότερο ταχεία σε πιθήκους και σκύλους.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνέργεια Πρωτεϊνών
80%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός και ταχύς με ενεργούς μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες μπορεί να παραμένουν στο πλάσμα για αρκετές ημέρες.
Ο in vitro μεταβολισμός του αντικαρκινικού παράγοντα 1,3-δις(2-χλωροαιθυλο)-1-νιτροζουρίας (BCNU) μελετήθηκε σε μικροσωμιακά εκχυλίσματα ήπατος αρσενικών αρουραίων Fischer 344. Το προηγουμένως αναγνωρισμένο προϊόν, 1,3-δις(2-χλωροαιθυλο)ουρία (BCU), έχει αποδειχθεί ότι είναι ο κύριος μεταβολίτης. Η ανάλυση σταθερών ισοτόπων και η φασματομετρική ανάλυση των απομονωμένων μεταβολιτών υποδεικνύουν ότι η BCU σχηματίζεται αποκλειστικά από την μεταβολική απονιτρωσίωση της BCNU. Ο ρυθμός χημικής αποσύνθεσης της BCNU σε μικροσωμιακά εκχυλίσματα ήπατος αρουραίων ελλείψει NADPH και ο ρυθμός μεταβολικής εξαφάνισης σε εκχυλίσματα με προσθήκη NADPH μετρήθηκαν και συγκρίθηκαν με τον μετρούμενο ρυθμό μεταβολικής παραγωγής BCU υπό τις ίδιες συνθήκες. Ο ρυθμός του NADPH-εξαρτώμενου μεταβολισμού της BCNU και της παραγωγής BCU είναι ίσος εντός των ορίων του πειραματικού σφάλματος. Η BCNU βρέθηκε να αναστέλλει τον μεταβολισμό της 1-(2-χλωροαιθυλο)-3-κυκλοεξυλο-1-νιτροζουρίας (CCNU) στο υπερκείμενο 9000 g του ήπατος αρουραίων.
Ηπατικός και ταχύς με ενεργούς μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες μπορεί να παραμένουν στο πλάσμα για αρκετές ημέρες. Οδός Απέκκρισης: Περίπου 60% έως 70% μιας συνολικής δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 96 ωρών και περίπου 10% ως εκπνεόμενο CO2.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
15-30 λεπτά
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να διασυνδέσουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών ιδιοτήτων τους είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές αμινομάδων μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα δρά για να σκοτώσει καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
U68WG3173Y
ΚΑΡΜΟΥΣΤΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δράση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Η καρμουστίνη είναι ένα αλκυλιωτικό φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της καρμουστίνης είναι ως αλκυλιωτική δράση.
ΚΑΡΜΟΥΣΤΙΝΗ
Αλκυλιωτικό Φάρμακο [EPC]; Αλκυλιωτική Δράση [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιωτικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και επομένως ανίκανα να διασυνδέσουν κυτταρικά μακρομόρια. Μεταξύ των κοινών ιδιοτήτων τους είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική αποτελεσματικότητα και η παρουσία στις χημικές τους δομές αμινομάδων μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους κάθε ένα από αυτά τα φάρμακα δρά για να σκοτώσει καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)