CHLORAMPHENICOL
Χλωραμφαινικόλη
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-URSA-FENOL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική οφθαλμική χορήγηση (στον σάκο του επιπεφυκότος)
- Χορήγηση: Κάθε 2 ώρες (ή κάθε ώρα σε σοβαρές περιπτώσεις)
-
Σοβαρές περιπτώσειςΔόσημια λωρίδα αλοιφής, μήκους 0,5-1 cm, κάθε ώρα
-
Γενικός πληθυσμός (μη προσδιορισμένος)Δόσημια λωρίδα αλοιφής, μήκους 0,5-1 cm, κάθε δυο ώρες
block
SPC-URSA-FENOL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην χλωραμφαινικόλη, την θειαμφαινικόλη και την αζιδαμφαινικόλη ή επί υπερευαισθησίας σε κάποιο από τα συστατικά του προϊόντος.
-
Νόσοι του αιμοποιητικού συστήματος (π.χ. επί απλαστικής αναιμίας, παμμυελοπάθειας, αιμολυτικού ίκτερου).
-
Οξεία διαλείπουσα πορφύρα.
-
Βαριά ηπατική βλάβη.
-
Κύηση.
-
Γαλουχία.
warning
SPC-URSA-FENOL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
SPC-URSA-FENOL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Σουλφοναμίδες, ορισμένα αναλγητικά, αντιεπιληπτικά φάρμακαΠαρακολούθησηΑύξηση των τοξικών δράσεων επί του αιμοποιητικού συστήματοςΣύστασηΠαρακολούθηση του αιμοποιητικού συστήματος
sick
SPC-URSA-FENOL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σοβαρές και θανατηφόρες δυσκρασίες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Οπτική νευρίτις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΣοβαρές και θανατηφόρες δυσκρασίεςΑίμα
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΥπερευαισθησία
-
ΣπάνιεςΟπτική νευρίτιςΝευρικό σύστημα
pregnant_woman
SPC-URSA-FENOL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤο URSA-FENOL δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΤο URSA-FENOL δεν θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Μηχανισμός δράσης: Το χλωραμφενικόλη είναι λιποδιαλυτό, επιτρέποντας τη διάχυση μέσω της βακτηριακής μεμβράνης. Στη συνέχεια, δεσμεύεται αναστρέψιμα στην πρωτεΐνη L16 της υπομονάδας 50S των βακτηριακών ριβοσωμάτων, όπου η μεταφορά αμινοξέων σε…
monitor_heart
SPC-URSA-FENOL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-URSA-FENOL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Αντενδείξεις
- υπερευαισθησίας στην χλωραμφαινικόλη, την θειαμφαινικόλη και την αζιδαμφαινικόλη ή επί υπερευαισθησίας σε κάποιο από τα συστατικά του προϊόντος
- νόσων του αιμοποιητικού συστήματος (π.χ. επί απλαστικής αναιμίας, παμμυελοπάθειας, αιμολυτικού ίκτερου)
- οξείας διαλείπουσας πορφύρας
- βαριάς ηπατικής βλάβης
- κύησης
- γαλουχίας.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αίμα, σωματίδια αίματος Παρόλο που η χορηγούμενη στον οφθαλμό ποσότητα χλωραμφαινικόλης είναι πολύ μικρή, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί σοβαρές και θανατηφόρες δυσκρασίες μετά από τοπική οφθαλμική χορήγηση. Η ανεπιθύμητη ενέργεια δυνατόν να παρατηρηθεί αρκετές εβδομάδες ή μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
- Υπερευαισθησία Μετά από τοπική χορήγηση χλωραμφαινικόλης, είναι δυνατή η εμφάνιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην ουσία.
- Νευρικό σύστημα Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να αναπτυχθεί οπτική νευρίτις, αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-URSA-FENOL
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 5.1.13
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
expand_more
Διάφορα άλλα αντιμικροβιακά
O παλαιότερος αντιπρόσωπος της ομάδος, το ναλιδιξικό οξύ, χορηγήθηκε κυρίως στη θεραπεία των λοιμώξεων του κατωτέρου ουροποιητικού συστήματος, η χρήση του όμως περιορίστηκε γρήγορα σαν συνέπεια της πτωχής φαρμακοκινητικής του και της ταχείας ανάπτυξης αντοχής των παθογόνων μικροβίων. Aνάλογα με το ναλιδιξικό οξύ είναι το οξολινικό οξύ, το πιπεμιδικό οξύ και η σινοξασίνη, ουσίες με παρόμοιες ενδείξεις αλλά και μειονεκτήματα σε σχέση με το ναλιδιξικό οξύ.
Όλα τα παλαιότερα αυτά παράγωγα ονομάζονται κινολόνες της α’ γενεάς. Oι κινολόνες της β’ γενεάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, πεφλοξασίνη, νορφλοξασίνη) προήλθαν από τροποποίηση του χημικού δακτυλίου του ναλιδιξικού οξέος και χαρακτηρίζονται από φθορίωση του βασικού δακτυλίου γι’ αυτό και αποκαλούνται φθοριο-κινολόνες. H προσθήκη του φθορίου είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητος έναντι των Gram θετικών, ενώ η προσθήκη ενός δακτυλίου πιπεραζίνης έναντι των Gram αρνητικών μικροοργανισμών.
Kοινά χαρακτηριστικά των νεωτέρων παραγώγων αποτελεί το ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα, η πλεονεκτική φαρμακοκινητική, η έλλειψη πλασμιδιακής αντοχής και η μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
O μηχανισμός δράσεως είναι η αναστολή της υποομάδος A της γυράσης του DNA.
Oι νεώτερες κινολόνες σε εξαιρετικά χαμηλές πυκνότητες αναστέλλουν Gram αρνητικούς και Gram θετικούς αεροβίους μικροοργανισμούς, ενώ η α’ γενεά έχει περιορισμένη δραστικότητα που αφορά μόνο στελέχη Escherichia coli και Klebsiella sp όπως και ολίγα στελέχη Proteus sp.
Oι κινολόνες της β’ γενεάς είναι βακτηριοκτόνες για όλα τα εντεροβακτηριακά, τις ναϊσσέριες και τους σταφυλοκόκκους. Eν τούτοις δεν είναι δραστικές έναντι των σταφυλοκόκκων που είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη ενώ η δραστικότης τους έναντι των στρεπτοκόκκων και των αναεροβίων εν γένει είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Στο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνονται επίσης πολλά στελέχη Acinetobacter sp όπως και Pseudomonas sp. H Rickettsia conorii και η Coxiella burnetii είναι ευαίσθητες στις νεώτερες κινολόνες. Στην οφλοξασίνη είναι επίσης ευαίσθητα πολλά στελέχη Mycobacterium tuberculosis και μερικά εκ των ατύπων μυκοβακτηριδίων όπως και στελέχη χλαμυδίων και Mycoplasma hominis. Mερικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες των κινολών αναφέρονται στον Πίνακα 5.3.
t5.3.jpg:
-
Σχηματισμός κρυστάλλων στα ούρα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αλκαλικό pH ούρων (αν παίρνουν διττανθρακικά), σε ασθενείς με ουρολοίμωξη από πρωτείς ή επί ηυξημένης απεκκρίσεως στα ούρα ιόντων Ca++ και Mg++.
-
Eμφάνιση εξανθήματος που μπορεί να αφορά αλ
Aφορούν:
α) Παράγωγα της ξανθίνης και κατά κύριο λόγο τη θεοφυλλίνη με αποτέλεσμα την αναστολή του μεταβολισμού της (δεν συμβαίνει με οφλοξασίνη). Παρόμοια αλληλοεπίδραση έχει αναφερθεί και με την καφεΐνη εφόσον λαμβάνονται > 220 mg, δόση που ισοδυναμεί
t5.4.jpg:
t5.5.jpg:
ΕΟΦ · 11.1.1
Aντιμικροβιακά
expand_more
Aντιμικροβιακά
Στην τοπική θεραπεία των επιφανεικών λοιμώξεων του οφθαλμού προτιμώνται κυρίως τα αντιβιοτικά που δε χρησιμοποιούνται, ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά από τη συστηματική οδό. Στην επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μικροβιακό αίτιο της λοίμωξης με βάση είτε την γνωστή συχνότητα με την οποία προκαλείται αυτή, είτε με βάση το αποτέλεσμα κατάλληλων καλλιεργειών (στην πράξη όχι πάντα εφικτό), η θέση της λοίμωξης και οι φυσικοχημικές ιδιότητες του αντιμικροβιακού.
Oι οξείες μικροβιακές επιπεφυκίτιδες είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενες. Eντούτοις, η τοπική θεραπεία παρέχει το πλεονέκτημα της συντόμευσης του χρόνου αποκατάστασης και ενίοτε αποφυγής της χρονιότητας. Mολονότι κάθε παθογόνος ή σαπροφυτικός μικροοργανισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα, τα διάφορα στελέχη των σταφυλοκόκκων είναι τα συχνότερα παθογόνα αίτια. Αλλα, επίσης συχνά μικρόβια είναι ο Streptococcus pyogenes, Haemophilus influenzae και Neisseria gonorrhoae. H ψευδομονάδα αποτελεί σπάνιο αίτιο επιπεφυκίτιδας με εξαίρεση άτομα που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή ή τα νεογέννητα. Στα τελευταία, η επιπεφυκίτιδα προκαλείται συχνότερα από Chlamydia trachomatis, S. aureus, S. pneumoniae και N. gonorrhoae.
Σε μικροβιακές ελκωτικές κερατίτιδες οι συχνότερα απομονούμενοι μικροοργανισμοί είναι ο S. aureus και η Pseudomonas aeruginosa (ιδιαίτερα σε άτομα με επιβαρημένη γενική κατάσταση ή φέροντα φακούς επαφής). Πρόκειται συνήθως για σοβαρές λοιμώξεις. Oι μικροβιακές βλεφαρίτιδες προκαλούνται συνήθως από S. aureus και όχι σπάνια είναι δύσκολες στην καταπολέμησή τους.
Tα αντιβιοτικά που συνήθως χρησιμοποιούνται τοπικά στις οφθαλμικές λοιμώξεις είναι η γενταμικίνη, νεομυκίνη, πολυμυξίνη, σουλφακεταμίδη, τοβραμυκίνη, χλωραμφαινικόλη, χλωροτετρακυκλίνη, φουσιδίνη, αμπικιλλίνη και τελευταία μερικές νεώτερες κινολόνες.
H αμπικιλλίνη είναι κλασικό ευρέος φάσματος πενικιλλινούχο αντιβιοτικό, στο οποίο έχει αναπτυχθεί πλήθος ανθεκτικών στελεχών. Kαλό είναι να χορηγείται μόνον κατόπιν καλλιέργειας. Eίναι πολύ αλλεργιογόνο.
Oι αμινογλυκοσίδες (γενταμικίνη και τοβραμυκίνη) είναι αποτελεσματικές σε λοιμώξεις από ευρύ φάσμα gram+ και gram- μικροβίων. Eντούτοις, θα πρέπει να προτιμώνται σε σοβαρές λοιμώξεις από ψευδομονάδα, πρωτέα, κλεμπσιέλλα, κολοβακτηρίδιο και σταφυλόκοκκο. H τοβραμυκίνη έχει ευρύτερο αντιμικροβιακό φάσμα της γενταμικίνης. Δρουν τοξικά στο επιθήλιο του κερατοειδούς (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και σε παρατεταμένη χρήση είναι δυνατή η ανάπτυξη δευτεροπαθών λοιμώξεων. Δυστυχώς ο αριθμός των ανθεκτικών στελεχών σε αυτές αυξάνει συνεχώς.
H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένου και του πρωτέα. Eίναι τοξικότερη των άλλων αμινογλυκοσιδών για τον κερατοειδή και λιγότερο δραστική. Γενικώς προτιμάται γιατί δεν χρησιμοποιείται από την συστηματική οδό.
H πολυμυξίνη είναι μικροβιοκτόνος εναντίον gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένων της P. aeruginosa, E. coli, Klembsiella pneumoniae και Entrerobacter aerogenes, όχι όμως εναντίον gram+ ή πρωτέα.
H σουλφακεταμίδη είναι μικροβιοστατική και αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροοργανισμών, προτιμάται σε ήπιες επιπεφυκίτιδες από H. egyptius, S. pneumoniae και πολλά στελέχη S. aureus. O κλινικά επιτυχής συνδυασμός της με χλωραμφαινικόλη αυξάνει τη δραστικότητα και τοξικότητα ενός εκάστου συστατικού χωριστά. Oι σουλφοναμίδες κατατάσσονται στα πλέον αλλεργιογόνα φάρμακα και έχει σαφώς μειωθεί η χρήση τους.
H χλωραμφαινικόλη, αντιμικροβιακό με ευρύ φάσμα, προτιμάται σε λοιμώξεις από Moraxella ή Haemophilus. Πρόκληση ευαισθητοποίησης είναι σπάνια. Tο φάρμακο διέρχεται του κερατοειδούς με αποτέλεσμα την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στον πρόσθιο θάλαμο. Eίναι επαρκώς ατοξική, αλλά αρκετά μικροβιακά στελέχη έχουν καταστεί ανθεκτικά σε αυτή. H αζιδαμφαινικόλη αποτελεί παραλλαγή του βασικού μορίου της χλωραμφαινικόλης, χωρίς ουσιαστικές διαφορές από πλευράς δραστικότητας, φαρμακοκινητικής και τοξικότητας.
H οξυτετρακυκλίνη και χλωροτετρακυκλίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και προτιμώνται στη μακροχρόνια θεραπεία του τραχώματος καθώς και σε επιφανειακές λοιμώξεις από μεγαλοκυτταροϊούς. Aναλόγου φάσματος και ενδείξεων είναι και η οξυτετρακυκλίνη σε συνδυασμό με πολυμυξίνη διευρυνομένου του φάσματός της.
H οφλοξασίνη και σιπροφλοξασίνη ανήκουν στις νεώτερες φθοριωμένες κινολόνες. Oι νεώτερες κινολόνες έχουν ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται πιθανώς και ορισμένα στελέχη ψευδομονάδος. Προς αποφυγή ανάπτυξης αντοχής των μικροοργανισμών από άσκοπη χρήση, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη συνταγή φυλασσόμενη επί διετία.
Tο φουσιδικό οξύ, με μορφή σταγόνων υψηλού ιξώδους (ημιγέλη), είναι δραστική εναντίον gram+ μικροοργανισμών και κυρίως σταφυλοκόκκων. Eμφανίζει ικανοποιητική διακερατοειδική διαπερατότητα μετά τοπική εφαρμογή. Δεν εμφανίζει σημαντική οφθαλμοτοξικότητα και αλλεργιογόνο δράση.
Σε ορισμένες βαριές περιπτώσεις κερατίτιδας, επιπεφυκίτιδας ή ενδοφθαλμίτιδας που δεν υπάρχει ανταπόκριση στα παραπάνω φάρμακα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ειδικά παρασκευαζόμενες μορφές για τοπική οφθαλμική χρήση, κεφαλοσπορίνες και διάφορα άλλα παρεντερικά χορηγούμενα αντιβιοτικά.
Nεώτερα μακρολίδια χορηγούνται συστηματικά για τη θεραπεία των χλαμυδιακών επιπεφυκίτιδων/βλεφαρίτιδων.
Aντένδειξη στη χορήγηση όλων των παραπάνω αναφερθέντων φαρμάκων αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας.
Οι από του στόματος μορφές των κεφαλοσπορινών γ’ γενεάς καθώς και οι νεώτερες κινολόνες που χορηγούνται από το στόμα ή για τοπική οφθαλμική χρήση ή τοπική ωτική χρήση διατίθενται με Ειδική συνταγή φυλασσόμενη επί διετία (σύμφωνα με σχετική Εγκύκλιο του ΕΟΦ).
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Περιγραφή: Ένα αντιβιοτικό ευρέως φάσματος που αρχικά απομονώθηκε από καλλιέργειες του Streptomyces venequelae το 1947 και πλέον παράγεται συνθετικά. Έχει σχετικά απλή δομή και υπήρξε το πρώτο αντιβιοτικό ευρέος φάσματος που ανακαλύφθηκε. Δρα εμποδίζοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών των βακτηρίων και είναι κυρίως βακτηριοστατικό. (Από Martindale, The Extra Pharmacopoeia, 29η έκδ., σελ. 106)
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Ενδείξεις: χρησιμοποιείται στη θεραπεία της χολέρας, καθώς καταστρέφει τα vibrios και μειώνει τη διάρροια. Είναι αποτελεσματικό έναντι vibrios τα οποία είναι ανθεκτικά στην τετρακυκλίνη. Επίσης χρησιμοποιείται σε σταγόνες ματιών ή αλοιφή για τη θεραπεία βακτηριακής επιπεφυκίτιδας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Φαρμακολογία: Το χλωραμφενικόλη είναι αντιβιοτικό ευρέος φάσματος που προέρχεται από το βακτήριο Streptomyces venezuelae και πλέον παράγεται συνθετικά. Είναι αποτελεσματικό εναντίον ευρέος φάσματος μικροοργανισμών, αλλά λόγω σοβαρών παρενεργειών (π.χ. βλάβη στον μυελό των οστών, συμπεριλαμβανομένης της απλαστικής αναιμίας) στους ανθρώπους, συνήθως χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία σοβαρών και απειλητικών λοιμώξεων (π.χ. πυρετός Typhoid). Το χλωραμφενικόλη είναι βακτηριοστατικό αλλά μπορεί να είναι βακτηριοκτόνο σε υψηλές συγκεντρώσεις ή όταν χρησιμοποιείται εναντίον πολύ ευαίσθητων οργανισμών. Διακόπτει την ανάπτυξη των βακτηρίων δένοντας το βακτηριακό ριβοσωμάτιο (υπομονάδα 50S) και εμποδίζοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών μέσω αναστολής της δραστηριότητας της πεπτιδυλυτρανσφεράσης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Μηχανισμός δράσης: Το χλωραμφενικόλη είναι λιποδιαλυτό, επιτρέποντας τη διάχυση μέσω της βακτηριακής μεμβράνης. Στη συνέχεια, δεσμεύεται αναστρέψιμα στην πρωτεΐνη L16 της υπομονάδας 50S των βακτηριακών ριβοσωμάτων, όπου η μεταφορά αμινοξέων σε αυξανόμενες αλυσίδες πεπτιδίων αποτρέπει (πιθανώς μέσω καταστολής της δραστηριότητας της πεπτιδυλυτρανσφεράσης), εμποδίζοντας έτσι τον σχηματισμό πεπτιδικών δεσμών και τη σύνθεση πρωτεϊνών.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Απορρόφηση: Απορροφάται γρήγορα και πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση (βιοδιαθεσιμότητα 80%). Καλή απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή χορήγηση (βιοδιαθεσιμότητα 70%). Επίσης υπάρχει ενδοφθαλμική και ορισμένη συστηματική απορρόφηση μετά από τοπική εφαρμογή στο μάτι.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- Ημιζωή: Σε ενήλικες με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία είναι 1,5–3,5 ώρες. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ημίσεια ζωή 3–4 ώρες. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ημίσεια ζωή 4,6–11,6 ώρες. Σε παιδιά 1 μήνα–16 ετών 3–6,5 ώρες. Σε βρέφη 1–2 ημερών η ημιζωή είναι 24 ώρες ή περισσότερο και παρουσιάζει μεγάλη μεταβλητότητα, ιδιαίτερα σε πρόωρα νεογνά.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος: 50–60% στους ενήλικες και 32% στα πρόωρα νεογνά.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα: Από του στόματος, ποντίκια: LD50 = 1500 mg/kg; από του στόματος, αρουραίοι: LD50 = 2500 mg/kg. Οι τοξικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων θανάτων, έχουν παρατηρηθεί σε πρόωρα νεογνά και νεογνά. Τα ευρήματα έχουν αναφερθεί ως γκρίζο σύνδρομο. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν (με τη σειρά εμφάνισης) κοιλιακή διάταση με ή χωρίς έμετο, προοδευτική ωχρή κυάνωση, αγγειοκινητική κατάρρευση συχνά με ακανόνιστη αναπνοή, και θάνατος εντός λίγων ωρών από την έναρξη αυτών των συμπτωμάτων.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η χλωραμφενικόλη είναι λιπόφιλη, επιτρέποντάς της να διαχέεται μέσω της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης. Στη συνέχεια, δεσμεύεται αναστρέψιμα στην πρωτεΐνη L16 της υπομονάδας 50S των βακτηριακών ριβοσωμάτων, όπου εμποδίζεται η μεταφορά αμινοξέων σε αναπτυσσόμενες πεπτιδικές αλυσίδες (πιθανώς με καταστολή της δραστηριότητας της πεπτιδυλ τρανσφεράσης), αναστέλλοντας έτσι το σχηματισμό πεπτιδικών δεσμών και την επακόλουθη σύνθεση πρωτεϊνών.
Η χλωραμφενικόλη αναστέλλει τη σύνθεση πρωτεϊνών στα βακτήρια, και σε μικρότερο βαθμό, στα ευκαρυωτικά κύτταρα. Το φάρμακο διεισδύει εύκολα στα βακτηριακά κύτταρα, πιθανώς μέσω διευκολυνόμενης διάχυσης. Η χλωραμφενικόλη δρα κυρίως δεσμευόμενη αναστρέψιμα στην υπομονάδα 50S του ριβοσώματος (κοντά στη θέση δέσμευσης των μακρολιδικών αντιβιοτικών και της κλινδαμυκίνης, την οποία η χλωραμφενικόλη αναστέλλει ανταγωνιστικά). Παρόλο που η δέσμευση του tRNA στη θέση αναγνώρισης κωδικίου στην υπομονάδα 30S του ριβοσώματος δεν επηρεάζεται, το φάρμακο προφανώς εμποδίζει τη δέσμευση του άκρου που περιέχει αμινοξύ του αμινοακυλο-tRNA στην θέση αποδοχής στην υπομονάδα 50S του ριβοσώματος. Η αλληλεπίδραση μεταξύ της πεπτιδυλ τρανσφεράσης και του υποστρώματος αμινοξέος δεν μπορεί να συμβεί, και ο σχηματισμός πεπτιδικών δεσμών αναστέλλεται.
Η χλωραμφενικόλη… μπορεί να αναστείλει τη μιτοχονδριακή σύνθεση πρωτεϊνών στα θηλαστικά κύτταρα, ίσως επειδή τα μιτοχονδριακά ριβοσώματα μοιάζουν περισσότερο με τα βακτηριακά ριβοσώματα (και τα δύο είναι 70S) παρά με τα κυτταροπλασματικά ριβοσώματα 80S των θηλαστικών κυττάρων. Η πεπτιδυλ τρανσφεράση των μιτοχονδριακών ριβοσωμάτων, αλλά όχι των κυτταροπλασματικών ριβοσωμάτων, αναστέλλεται από τη χλωραμφενικόλη. Τα ερυθροποιητικά κύτταρα των θηλαστικών είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στο φάρμακο.
/Η χλωραμφενικόλη/ αναστέλλει τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών παρεμβαίνοντας στη μεταφορά ενεργοποιημένων αμινοξέων από το διαλυτό RNA στα ριβοσώματα. In vitro, η χλωραμφενικόλη ασκεί κυρίως βακτηριοστατικό αποτέλεσμα σε ένα ευρύ φάσμα gram-αρνητικών και gram-θετικών βακτηρίων.
/Η χλωραμφενικόλη/ δρα με αναστολή της σύνθεσης πρωτεϊνών παρεμβαίνοντας στη μεταφορά ενεργοποιημένων αμινοξέων από το διαλυτό RNA στα ριβοσώματα.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για τη Χλωραμφενικόλη (σύνολο 9), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορροφάται ταχέως και πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση (βιοδιαθεσιμότητα 80%). Απορροφάται καλά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση (βιοδιαθεσιμότητα 70%). Εμφανίζεται επίσης ενδοφθάλμια και κάποια συστηματική απορρόφηση μετά από τοπική εφαρμογή στο μάτι.
Η ηπατική μεταβολή σε ανενεργό γλυκουρονίδιο είναι η κύρια οδός απέκκρισης. Αυτός ο μεταβολίτης και η ίδια η χλωραμφενικόλη απεκκρίνονται στα ούρα μετά από διήθηση και έκκριση.
Η χλωραμφενικόλη που χορηγείται από του στόματος απορροφάται ταχέως από το εντερικό σύστημα. Σε ελεγχόμενες μελέτες σε ενήλικες εθελοντές που έλαβαν τη συνιστώμενη δόση των 50 mg/kg/ημέρα, χορηγήθηκε δόση 1 g κάθε 6 ώρες για 8 δόσεις. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο μικροβιολογικής ανάλυσης, το μέσο μέγιστο επίπεδο ορού ήταν 11,2 μg/mL μία ώρα μετά την πρώτη δόση. Μια αθροιστική επίδραση έδωσε μια μέγιστη αύξηση στα 18,4 μg/mL μετά την πέμπτη δόση του 1 g. Τα μέσα επίπεδα ορού κυμαίνονταν από 8 έως 14 μg/mL κατά την περίοδο των 48 ωρών. Η συνολική απέκκριση χλωραμφενικόλης στα ούρα σε αυτές τις μελέτες κυμάνθηκε από 68% έως 99% σε τριήμερη περίοδο. Από 8% έως 12% του απεκκρινόμενου αντιβιοτικού είναι σε μορφή ελεύθερης χλωραμφενικόλης· το υπόλοιπο αποτελείται από μικροβιολογικά ανενεργούς μεταβολίτες, κυρίως το συζυγές με γλυκουρονικό οξύ. Δεδομένου ότι το γλυκουρονίδιο απεκκρίνεται ταχέως, το μεγαλύτερο μέρος της χλωραμφενικόλης που ανιχνεύεται στο αίμα είναι στην μικροβιολογικά ενεργή ελεύθερη μορφή. Παρά τη μικρή αναλογία του αμετάβλητου φαρμάκου που απεκκρίνεται στα ούρα, η συγκέντρωση της ελεύθερης χλωραμφενικόλης είναι σχετικά υψηλή, φθάνοντας τα μερικές εκατοντάδες μg/mL σε ασθενείς που λαμβάνουν διαιρεμένες δόσεις 50 mg/kg/ημέρα. Μικρές ποσότητες ενεργού φαρμάκου ανευρίσκονται στη χολή και στα κόπρανα. Η χλωραμφενικόλη διαχέεται ταχέως, αλλά η κατανομή της δεν είναι ομοιόμορφη. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις ανευρίσκονται στο ήπαρ και τους νεφρούς, και οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις ανευρίσκονται στον εγκέφαλο και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η χλωραμφενικόλη εισέρχεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ακόμη και απουσία φλεγμονής των μηνίγγων, εμφανιζόμενη σε συγκεντρώσεις περίπου στο μισό των συγκεντρώσεων που ανευρίσκονται στο αίμα. Μετρήσιμα επίπεδα ανιχνεύονται επίσης σε υπεζωκοτικό και ασκιτικό υγρό, σάλιο, γάλα, και στους υδατοειδείς και υαλώδεις χοροειδείς χιτώνες. Η μεταφορά μέσω του πλακουντιακού φραγμού συμβαίνει με κάπως χαμηλότερη συγκέντρωση στο αίμα του ομφαλίου λώρου των νεογνών από ό,τι στο μητρικό αίμα.
Η χλωραμφενικόλη επιτυγχάνει μέγιστα επίπεδα ορού πολύ ταχέως μετά από από του στόματος, ενδοφλέβια και ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση. Η ενδομυϊκή ένεση χλωραμφενικόλης, εκτός από ορισμένες διαλυτές μορφές, οδηγεί σε κάπως καθυστερημένη απορρόφηση και χαμηλότερα επίπεδα ορού από ό,τι όταν χορηγείται από του στόματος, ενδοφλέβια ή ενδοπεριτοναϊκά. Η χλωραμφενικόλη διαχέεται εύκολα σε όλους τους ιστούς του σώματος, αλλά σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις ανευρίσκονται στο ήπαρ και τους νεφρούς σκύλων, υποδεικνύοντας ότι αυτά τα όργανα είναι η κύρια οδός απενεργοποίησης και απέκκρισης των μεταβολιτών. Οι πνεύμονες, η σπλήνα, η καρδιά και οι σκελετικοί μύες περιέχουν συγκεντρώσεις παρόμοιες με αυτές του αίματος. Η χλωραμφενικόλη φτάνει σε σημαντική συγκέντρωση στους υδατοειδείς και υαλώδεις χοροειδείς χιτώνες του οφθαλμού από το αίμα. Μια σημαντική διαφορά από άλλα αντιβιοτικά είναι η έντονη ικανότητά της να διαχέεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Εντός τριών έως τεσσάρων ωρών μετά τη χορήγηση, η συγκέντρωση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό έχει φτάσει, κατά μέσο όρο, το 50% της συγκέντρωσης στον ορό. Εάν οι μήνιγγες είναι φλεγμαίνουσες, το ποσοστό μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερο. Η χλωραμφενικόλη διαχέεται εύκολα στο γάλα, το υπεζωκοτικό και ασκιτικό υγρό και διαπερνά τον πλακούντα, επιτυγχάνοντας συγκεντρώσεις περίπου 75% εκείνων του μητρικού αίματος.
Περίπου το 55% μιας μοναδικής ημερήσιας δόσης μπορεί να ανακτηθεί από τα ούρα ενός θεραπευμένου σκύλου. Ένα μικρό κλάσμα αυτού είναι σε μορφή αμετάβλητης χλωραμφενικόλης.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρης) για τη Χλωραμφενικόλη (σύνολο 21), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ηπατική, με το 90% να συζεύγνυται σε ανενεργό γλυκουρονίδιο.
Η χλωραμφενικόλη μεταβολίζεται σχετικά γρήγορα, κυρίως στο ήπαρ, με συζεύξη με γλυκουρονικό οξύ.
Αποδίδει d-θρεο-2-αμινο-1-(π-νιτροφαινυλ)-1,3-προπανοδιόλη και χλωραμφενικόλη-β-d-γλυκουρονίδιο σε ανθρώπους. Σε αρουραίους. /από πίνακα/
… /υπόκειται/ άμεση συζεύξη. Ο σχηματισμός γλυκουρονιδίου αποδείχθηκε ότι συμβαίνει στην πρωτοταγή αντί της δευτεροταγούς αλκοολικής ομάδας… η κύρια αντίδραση απενεργοποίησης και αποτοξίνωσης του φαρμάκου στον άνθρωπο, και οποιοσδήποτε παράγοντας μειώνει τη σημασία της… οδηγεί σε σημαντικά αυξημένη τοξικότητα. … Στους νεογνούς… η βιλιρουβίνη… δρα ως ανταγωνιστικός ενδογενής αποδέκτης.
Η χλωραμφενικόλη 3-γλυκουρονίδιο ήταν ο κύριος μεταβολίτης της χλωραμφενικόλης που παρήχθη από απομονωμένα ηπατοκύτταρα αρουραίων, αν και σχηματίστηκε και ένας δευτερεύων μεταβολίτης.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μεταβολισμό/Μεταβολίτες (Πλήρης) για τη Χλωραμφενικόλη (σύνολο 10), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ενήλικες με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία είναι 1,5 - 3,5 ώρες. Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 3 - 4 ώρες. Σε ασθενείς με σοβαρά διαταραγμένη ηπατική λειτουργία ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 4,6 - 11,6 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε παιδιά 1 μήνα έως 16 ετών είναι 3 - 6,5 ώρες, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής σε βρέφη 1-2 ημερών είναι 24 ώρες ή μεγαλύτερος και είναι εξαιρετικά μεταβλητός, ειδικά σε πρόωρα βρέφη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της χλωραμφενικόλης σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία είναι 1,5-4,1 ώρες. … Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 24 ώρες ή μεγαλύτερος σε βρέφη 1-2 ημερών ηλικίας και περίπου 10 ώρες σε βρέφη 10-16 ημερών ηλικίας. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της χλωραμφενικόλης παρατείνεται σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη ηπατική λειτουργία. Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής της χλωραμφενικόλης δεν παρατείνεται σημαντικά, αν και οι χρόνοι ημίσειας ζωής των ανενεργών συζευγμένων παραγώγων μπορεί να παραταθούν.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, την παρεμπόδιση της θέσης Α των ριβοσωμάτων, τη λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης των ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
66974FR9Q1
ΧΛΩΡΑΜΦΕΝΙΚΟΛΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβακτηριακό της κατηγορίας Αμπενικολώνης
Αμπενικολόνες [EXT]
Η χλωραμφενικόλη είναι ένα αντιβακτηριακό της κατηγορίας Αμπενικολώνης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, την παρεμπόδιση της θέσης Α των ριβοσωμάτων, τη λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την πρόληψη της προσκόλλησης των ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.