CLONIDINE
Κλονιδίνη
### Μηχανισμός δράσης Η κλονιδίνη δρα αρχικά στο **Κεντρικό Νευρικό σύστημα**, αναστέλλει το συμπαθητικό και ελαττώνει τις περιφερικές αντιστάσεις, τις αντιστάσεις των νεφρικών αρτηριών, τον καρδιακό ρυθμό και την πίεση του αίματος.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: στοματική
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 0,075 mg έως 0,150 mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Ύστερα από περίοδο 2-4 εβδομάδων η δόση μπορεί να αυξηθεί, εάν είναι ανάγκη, έως ότου επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σε ανεπαρκώς ρυθμιζόμενη αρτηριακή πίεση ίσως είναι αναγκαίο να αυξηθεί η απλή δόση σε 0,3 mg. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί έως 3 φορές την ημέρα (0,9 mg).
-
ΕνήλικεςΔόση0,075 mg έως 0,150 mg δύο φορές ημερησίως
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΗ δοσολογία πρέπει να ρυθμιστεί σύμφωνα με την ατομική ανταπόκριση και το βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας. Απαιτείται προσεκτική ιατρική παρακολούθηση. Δεν είναι αναγκαία η χορήγηση επιπρόσθετης ποσότητας κλονιδίνης κατά τη συνήθη συνεδρίαση αιμοδιύλησης.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΔεν συνιστάται σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο δραστικό συστατικό ή στα άλλα συστατικά του φαρμάκου
-
Σοβαρές διαταραχές του καρδιακού ρυθμού
-
Σπάνιες κληρονομικές καταστάσεις ασυμβατότητας με έκδοχο
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενικές προφυλάξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπιες και μέτριες διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, διαταραχές της εγκεφαλικής ή περιφερικής κυκλοφορίας, κατάθλιψη, πολυνευροπάθεια και δυσκοιλιότηταΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΦαιοχρωμοκύτωμαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπέρταση προκαλούμενη από φαιοχρωμοκύτωμαΔεν αναμένεται θεραπευτικό αποτέλεσμα
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΑπαιτείται ιδιαίτερα προσεκτική ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία)
-
Καρδιακή ανεπάρκεια ή σοβαρή στεφανιαία νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή σοβαρή στεφανιαία νόσοΗ θεραπεία πρέπει να παρακολουθείται ιδιαίτερα προσεκτικά
-
Διακοπή θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΝα μην σταματήσουν τη θεραπεία χωρίς να συμβουλευθούν το γιατρό τους. Η διακοπή πρέπει να γίνεται σταδιακά σε διάστημα 2-4 ημερών.
-
Αύξηση αρτηριακής πίεσης μετά διακοπήΜπορεί να αναστραφεί με ενδοφλέβια φαιντολαμίνη ή τολαζολίνη
-
Συνδυαστική θεραπεία με αναστολείς β-υποδοχέωνπροσοχήΠρέπει πρώτα να διακοπεί σταδιακά η χορήγηση των αναστολέων των β-υποδοχέων και μετά η κλονιδίνη.
-
Μειωμένη έκκριση δακρύωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που φορούν φακούς επαφήςΝα προειδοποιούνται για μειωμένη έκκριση δακρύων
-
Χρήση σε παιδιά και εφήβουςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΔεν μπορεί να προταθεί για χρήση
-
Συνδυασμός με μεθυλοφαινιδάτηαντένδειξηΠληθυσμόςΠαιδιά με ADHSΑντενδείκνυται λόγω σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου
-
Έκδοχα (Λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνιες κληρονομικές καταστάσεις δυσανεξίας στη λακτόζη (π.χ. γαλακτοζαιμία)Δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (διουρητικά, αγγειοδιασταλτικά, αναστολείς των β-αδρενεργικών υποδοχέων, ανταγωνιστές ασβεστίου, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης)προσοχήΕνίσχυση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης
-
αναστολείς των α1-αδρενεργικών υποδοχέωναντένδειξηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχροναΣύστασηΝα μη χορηγείται ταυτόχρονα
-
ουσίες που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση ή προκαλούν κατακράτηση νατρίου και νερού (π.χ. μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα)προσοχήΜείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος της κλονιδίνης
-
αναστολείς των α2-αδρενεργικών υποδοχέων (φαιντολαμίνη, τολαζολίνη)προσοχήΠαρεμπόδιση του αποτελέσματος της δράσης της κλονιδίνης (δοσοεξαρτώμενη)
-
ουσίες με αρνητική χρονοτρόπο ή δρομότροπο δράση (αναστολείς των β-αδρενεργικών υποδοχέων, δακτυλίτιδα)προσοχήΜπορούν να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν τον βραδυκαρδιακό ρυθμό
-
αναστολείς των β-αδρενεργικών υποδοχέωνπροσοχήΘα προκαλέσουν ή θα ενισχύσουν περιφερικές αγγειακές διαταραχές
-
τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ή νευροληπτικά με ιδιότητες των αναστολέων των α-αδρενεργικών υποδοχέωνπροσοχήΗ αντιυπερτασική δράση της κλονιδίνης μπορεί να μειώσει ή να καταργήσει την ορθοστατική διαταραχή
-
κεντρικώς δρώντα κατασταλτικά ή οινόπνευμαπροσοχήΤο αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί από την κλονιδίνη
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γυναικομαστία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Κατάθλιψη
- Διαταραχή ύπνου
- Παραληρητικού τύπου αντίληψη
- Ψευδαίσθηση
- Εφιάλτες
- Συγχυτική κατάσταση
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Ζάλη
- Καταστολή
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Μειωμένη έκκριση δακρύων
- Διαταραχή προσαρμογής
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Βραδυαρρυθμία
- Ορθοστατική υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Άλγος σιελογόνων αδένων
- Έμετος
- Ψευδοαπόφραξη παχέος εντέρου
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΆλγος σιελογόνων αδένωνΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαραληρητικού τύπου αντίληψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜειωμένη έκκριση δακρύωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΨευδοαπόφραξη παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΒραδυαρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή προσαρμογήςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΥπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση του Κλονιδίνη σε έγκυες γυναίκες. Κατά τη διάρκεια της κύησης το Κλονιδίνη, όπως όλα τα φάρμακα, μπορεί να χορηγείται μόνο όταν κριθεί απολύτως απαραίτητο από τον γιατρό. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της μητέρας και του παιδιού. Η κλονιδίνη διαπερνά τον αιματοπλακουντιακό φραγμό και μπορεί να μειώσει τον καρδιακό ρυθμό του εμβρύου. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα επιδράσεως του φαρμάκου στο έμβρυο μετά από μακροχρόνια χορήγηση στη μητέρα κατά την εμβρυική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της κύησης πρέπει να προτιμούνται οι από του στόματος μορφές της κλονιδίνης. Η ενδοφλέβια χορήγηση της κλονιδίνης πρέπει να αποφεύγεται. Οι μη κλινικές μελέτες δεν έδειξαν άμεσα ή έμμεσα βλαπτικές επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλεισθεί, μετά τον τοκετό, η εμφάνιση παροδικής αύξησης της αρτηριακής πίεσης στο νεογέννητο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ κλονιδίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για την επίδραση στα νεογνά. Ως εκ τούτου, η χρήση του Κλονιδίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για την επίδραση της κλονιδίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Οι μη κλινικές μελέτες με την κλονιδίνη δεν έδειξαν άμεσα ή έμμεσα βλαπτικές επιδράσεις σε σχέση με το δείκτη γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- μύση
- λήθαργος
- βραδυκαρδία
- υπόταση
- υποθερμία
- υπνηλία
- κώμα
- αναπνευστική καταστολή συμπεριλαμβανομένης της άπνοιας
- παράδοξη υπέρταση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η κλονιδίνη δρα αρχικά στο Κεντρικό Νευρικό σύστημα, αναστέλλει το συμπαθητικό και ελαττώνει τις περιφερικές αντιστάσεις, τις αντιστάσεις των νεφρικών αρτηριών, τον καρδιακό ρυθμό και την πίεση του αίματος. Αμετάβλητη παραμένει η νεφρική ροή του αίματος και ο ρυθμός σπειραματικής διηθήσεως. Τα αντανακλαστικά στάσεως (σώματος) είναι άθικτα και συνεπώς τα ορθοστατικά συμπτώματα είναι ήπια και σπάνια. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας η καρδιακή παροχή τείνει να ρυθμιστεί ενώ οι περιφερικές αντιστάσεις παραμένουν χαμηλές. Επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού παρατηρείται στους περισσότερους ασθενείς που παίρνουν κλονιδίνη αλλά δεν εμφανίζονται αιμοδυναμικές διαταραχές κατά τη διάρκεια της άσκησης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αποτελεσματικότητα της κλονιδίνης στη θεραπεία της υπέρτασης έχει ερευνηθεί σε πέντε κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας επιβεβαιώνουν τις ιδιότητες της κλονιδίνης στη μείωση της συστολικής και διαστολικής πίεσης του αίματος. Ωστόσο, λόγω περιορισμένων δεδομένων και μεθοδολογικών αδυναμιών, δεν μπορεί να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα για τη χρήση της κλονιδίνης σε παιδιά με υπέρταση. Η αποτελεσματικότητα της κλονιδίνης έχει επίσης μελετηθεί σε μικρό αριθμό κλινικών μελετών σε παιδιατρικούς ασθενείς με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, σύνδρομο Tourette και δυσαρθρία. Η αποτελεσματικότητα της κλονιδίνης σε αυτές τις καταστάσεις δεν έχει αποδειχθεί. Διεξήχθησαν επίσης, δύο μικρής έκτασης παιδιατρικές μελέτες για την ημικρανία, καμία εκ των οποίων δεν επέδειξε αποτελεσματικότητα. Στις παιδιατρικές κλινικές μελέτες, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν: υπνηλία, ξηροστομία, κεφαλαλγία, ζάλη και αϋπνία. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούσαν να έχουν σοβαρή επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα των παιδιατρικών ασθενών. Συνολικά, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κλονιδίνης σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία).
Απορρόφηση και κατανομή
Η φαρμακοκινητική της κλονιδίνης είναι δοσοεξαρτώμενη στο εύρος των 75-300 mcg. Η κλονιδίνη, το ενεργό συστατικό του Κλονιδίνη, απορροφάται καλώς και υφίσταται μικρού βαθμού μεταβολισμό πρώτης διόδου (first pass effect). Μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος επιτυγχάνονται 1-3 ώρες μετά από χορήγηση μέσω της στοματικής οδού. Η σύνδεσή με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ανέρχεται σε 30-40%. Η κλονιδίνη κατανέμεται ταχέως και εκτεταμένως στους ιστούς και διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό καθώς και τον αιματοπλακουντιακό φραγμό. Η κλονιδίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ωστόσο, υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για την επίδραση της στα νεογνά.
Μεταβολισμός και απέκκριση
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής έχει βρεθεί ότι κυμαίνεται από 5 έως 25,5 ώρες. Μπορεί να παραταθεί σε ασθενείς με σοβαρή βλάβη της νεφρικής λειτουργίας, έως 41 ώρες. Περίπου 70% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται διά των ούρων κυρίως σε μορφή μη μεταβολισμένου φαρμάκου (40-60% της δόσης). Ο κύριος μεταβολίτης π-υδροξυκλονιδίνη είναι φαρμακολογικά αδρανής. Περίπου 20% του ολικού ποσού αποβάλλεται με τα κόπρανα. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της κλονιδίνης δεν επηρεάζονται από την τροφή ή από τη φυλή του ασθενούς. Αντιυπερτασικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται όταν οι συγκεντρώσεις του πλάσματος είναι μεταξύ 0,2 και 2,0 ng/ml σε ασθενείς με κανονική νεφρική λειτουργία. Η υποτασική επίδραση εξασθενεί ή μειώνεται με συγκεντρώσεις πλάσματος πάνω από 2,0 ng/ml.
Μηχανισμός δράσης Η κλονιδίνη δρα αρχικά στο Κεντρικό Νευρικό σύστημα, αναστέλλει το συμπαθητικό και ελαττώνει τις περιφερικές αντιστάσεις, τις αντιστάσεις των νεφρικών αρτηριών, τον καρδιακό ρυθμό και την πίεση του αίματος. Αμετάβλητη παραμένει η…
Απορρόφηση και κατανομή Η φαρμακοκινητική της κλονιδίνης είναι δοσοεξαρτώμενη στο εύρος των 75-300 mcg. Η κλονιδίνη, το ενεργό συστατικό του Κλονιδίνη, απορροφάται καλώς και υφίσταται μικρού βαθμού μεταβολισμό πρώτης διόδου (first pass effect). Μέγιστες…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Η κλονιδίνη είναι ένας α-αδρενεργικός παράγοντας που δρα ειδικά στους α2-υποδοχείς. Οι α2-υποδοχείς ρυθμίζουν μια σειρά σηματοδοτικών οδών που διαμεσολαβούνται από πολλαπλές πρωτεΐνες G (Gi), Gαi1, Gαi2 και Gαi3. Η διέγερση των α2-υποδοχέων προκαλεί αποτελέσματα όπως αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης, διέγερση της φωσφολιπάσης D, διέγερση των μιτογόνο-ενεργοποιούμενων πρωτεϊνικών κινασών (MAPK), διέγερση των ρευμάτων Κ+ και αναστολή των ρευμάτων Ca2+. Έχουν αναγνωριστεί τρεις υποτύποι α2-υποδοχέων που συνδέονται με G-πρωτεΐνη: α2A, α2B και α2C. Κάθε υποτύπος έχει ένα μοναδικό μοτίβο κατανομής στους ιστούς στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στα περιφερικά ιστούς.
- Ο α2A-υποδοχέας είναι ευρέως κατανεμημένος στο κεντρικό νευρικό σύστημα. βρίσκεται στο locus coeruleus, στους πυρήνες του εγκεφαλικού στελέχους, στον εγκεφαλικό φλοιό, στο διάφραγμα, στον υποθάλαμο και στον ιππόκαμπο. Οι α2A-υποδοχείς εκφράζονται επίσης στα νεφρά, στον σπλήνα, στον θύμο αδένα, στους πνεύμονες και στους σιελογόνους αδένες.
- Ο α2C-υποδοχέας εκφράζεται κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου του ραβδωτού σώματος, του οσφρητικού φυματίου, του ιππόκαμπου και του εγκεφαλικού φλοιού. Χαμηλά επίπεδα του υποτύπου α2C βρίσκονται επίσης στα νεφρά.
- Ο α2B-υποδοχέας εντοπίζεται κυρίως στην περιφέρεια (νεφρά, ήπαρ, πνεύμονες και καρδιά) με χαμηλά επίπεδα έκφρασης στους θαλαμικούς πυρήνες του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Οι α2A- και α2C-υποδοχείς βρίσκονται προ-συναπτικά και αναστέλλουν την απελευθέρωση νοραδρεναλίνης από τα συμπαθητικά νεύρα. Η διέγερση αυτών των υποδοχέων μειώνει τον συμπαθητικό τόνο, οδηγώντας σε μειώσεις της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού. Η καταστολή και η αναλγησία διαμεσολαβούνται από κεντρικά εντοπισμένους α2A-υποδοχείς, ενώ οι περιφερικοί α2B-υποδοχείς διαμεσολαβούν τη σύσπαση των αγγειακών λείων μυών. Οι α2A-υποδοχείς διαμεσολαβούν επίσης βασικά στοιχεία του αναλγητικού αποτελέσματος του οξειδίου του αζώτου στον νωτιαίο μυελό.
Η κλονιδίνη διεγείρει και τους τρεις υποτύπους α2-υποδοχέων με παρόμοια ισχύ. Οι δράσεις της στο νευρικό σύστημα μειώνουν την αρτηριακή πίεση σε ασθενείς με υπέρταση και μειώνουν την υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού σε ασθενείς που υποβάλλονται σε στέρηση οπιοειδών. Η κλονιδίνη είναι επίσης ένα ισχυρό κατασταλτικό και αναλγητικό και μπορεί να αποτρέψει τον μετεγχειρητικό τρόμο στην εντατική και μετεγχειρητική φροντίδα. Η χρήση της στη διαφορική διάγνωση του φαιοχρωμοκυττώματος οφείλεται στο γεγονός ότι η υπέρταση σε ασθενείς με φαιοχρωμοκυττώματο είναι ανθεκτική στην αντιυπερτασική θεραπεία με κλονιδίνη.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κλονιδίνη λειτουργεί μέσω αγωνισμού στους άλφα-2 αδρενοϋποδοχείς, οι οποίοι έχουν επιδράσεις όπως η μείωση της αρτηριακής πίεσης, η καταστολή και η υπερπόλωση των νεύρων. Έχει μεγάλη διάρκεια δράσης, καθώς χορηγείται δύο φορές την ημέρα και το θεραπευτικό παράθυρο κυμαίνεται μεταξύ 0.1mg και 2.4mg ημερησίως.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η κλονιδίνη είναι πρωτίστως ένας αγωνιστής των άλφα-2 αδρενοϋποδοχέων που προκαλεί κεντρικές υποτασικές και αντι-αρρυθμικές επιδράσεις. Ο άλφα-2 αδρενοϋποδοχέας συνδέεται με τις G-πρωτεΐνες Go και Gi. Η Gi αναστέλλει την αδενυλική κυκλάση και ενεργοποιεί το άνοιγμα ενός καναλιού καλίου που προκαλεί υπερπόλωση. Η σύνδεση της κλονιδίνης στον άλφα-2 αδρενοϋποδοχέα προκαλεί δομικές αλλαγές στην άλφα υπομονάδα της G-πρωτεΐνης, μειώνοντας την συγγένειά της για GDP. Το μαγνήσιο καταλύει την αντικατάσταση της GDP με GTP. Η άλφα υπομονάδα διαχωρίζεται από τις άλλες υπομονάδες και συνδέεται με έναν εκτελεστή. Η διέγερση των άλφα-2 αδρενοϋποδοχέων στον locus coeruleus μπορεί να ευθύνεται για τις υπνωτικές επιδράσεις της κλονιδίνης, καθώς αυτή η περιοχή του εγκεφάλου βοηθά στη ρύθμιση της εγρήγορσης. Η κλονιδίνη μπορεί επίσης να μειώσει τη μετάδοση σημάτων πόνου στη σπονδυλική στήλη. Τέλος, η κλονιδίνη μπορεί να επηρεάσει τους ρυθμιστές της αρτηριακής πίεσης στις περιοχές ventromedial και rostral-ventrolateral του προμήκη μυελού.
Η ενδοφλέβια έγχυση κλονιδίνης προκαλεί οξεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης, προφανώς λόγω ενεργοποίησης των μετασυναπτικών άλφα-2 υποδοχέων στον αγγειακό λείο μυ. Η συγγένεια της κλονιδίνης για αυτούς τους υποδοχείς είναι υψηλή, αν και το φάρμακο είναι μερικός αγωνιστής με σχετικά χαμηλή αποτελεσματικότητα σε αυτές τις θέσεις. Η υπέρταση που ακολουθεί την παρεντερική χορήγηση κλονιδίνης γενικά δεν παρατηρείται όταν το φάρμακο χορηγείται από το στόμα. Ωστόσο, ακόμη και μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η παροδική αγγειοσύσπαση ακολουθείται από μια πιο παρατεταμένη υποτασική απόκριση που προκύπτει από μειωμένη κεντρική εκροή νευρικών ώσεων στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα. … Η επίδραση φαίνεται να οφείλεται στην ενεργοποίηση των άλφα-2 υποδοχέων στην περιοχή του κάτω εγκεφαλικού στελέχους. Αυτή η κεντρική δράση έχει αποδειχθεί με την έγχυση μικρών ποσοτήτων του φαρμάκου στις σπονδυλικές αρτηρίες ή με την άμεση έγχυσή του στη cisterna magna.
Η κλονιδίνη μειώνει τις εκκενώσεις στις συμπαθητικές προγαγγλιακές ίνες στο σπλαχνικό νεύρο, καθώς και στις μεταγαγγλιακές ίνες των καρδιακών νεύρων. Αυτές οι επιδράσεις εμποδίζονται από άλφα-2 εκλεκτικούς ανταγωνιστές … Η κλονιδίνη διεγείρει επίσης την παρασυμπαθητική εκροή, και αυτό μπορεί να συμβάλει στην επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού ως συνέπεια αυξημένου τόνου του πνευμονογαστρικού νεύρου, καθώς και μειωμένης συμπαθητικής ώσης.
ΔΙΕΡΕΥΝΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΑΔΡΕΝΑΛΟ-ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΕ ΣΥΓΓΕΝΙΚΑ ΥΠΕΡΤΑΤΙΚΑ ΑΡΟΥΡΑΙΑ. ΠΕΝΤΕ ΕΩΣ 10 ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ IV ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ (3-100 MG/KG), ΠΑΡΑΤΗΡΗΘΗΚΕ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΣΟ ΤΗΣ ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΚΩΝ ΝΕΥΡΩΝ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΩΝ ΡΥΘΜΩΝ ΕΚΚΡΙΣΗΣ ΚΑΤΕΧΟΛΑΜΙΝΩΝ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΚΩΝ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΡΔΙΑΚΟΥ ΡΥΘΜΟΥ. ΠΡΟΦΑΝΩΣ, ΤΟΣΟ Ο ΜΥΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΩΝ ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΣΠΟΝΔΥΛΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΥΠΕΥΘUNES ΘΕΣΕΙΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ-ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ. Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΕΡΙΣΧΥΕΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ.
Η κλονιδίνη φαίνεται να διεγείρει τους άλφα-2 αδρενεργικούς υποδοχείς στο ΚΝΣ (κυρίως στον προμήκη μυελό), προκαλώντας αναστολή, αλλά όχι αποκλεισμό, των συμπαθητικών αγγειοκινητικών κέντρων. Οι καρδιαγγειακές αντανακλαστικές αποκρίσεις παραμένουν άθικτες, και οι φυσιολογικοί ομοιοστατικοί μηχανισμοί και αιμοδυναμικές αποκρίσεις στην άσκηση διατηρούνται. Οι κεντρικές επιδράσεις του φαρμάκου οδηγούν σε μειωμένη περιφερική δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, μειωμένη περιφερική και νεφραγγειακή αντίσταση, μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, και βραδυκαρδία. Η περιφερική φλεβική πίεση παραμένει αμετάβλητη. Έχει υποτεθεί ότι η υποτασική απόκριση στην κλονιδίνη μπορεί να οφείλεται σε μειωμένη παραγωγή αγγειοτενσίνης ΙΙ λόγω αναστολής της απελευθέρωσης ρενίνης ή λόγω μειωμένης διέγερσης των αγγειοκινητικών κέντρων του προμήκη μυελού που ανταποκρίνονται στην κυκλοφορούσα αγγειοτενσίνη ΙΙ· ωστόσο, η ακριβής σχέση μεταξύ της δράσης του φαρμάκου στην μείωση της δραστηριότητας ρενίνης και της απέκκρισης αλδοστερόνης και κατεχολαμινών και της υποτασικής επίδρασης του φαρμάκου δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η κλονιδίνη φτάνει στη μέγιστη συγκέντρωση σε 60-90 λεπτά μετά από από του στόματος χορήγηση. Η φυλή και η κατάσταση νηστείας δεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της κλονιδίνης. Ένα δισκίο κλονιδίνης 100µg από το στόμα φτάνει σε Cmax 400.72pg/mL με AUC 5606.78h*pg/mL και βιοδιαθεσιμότητα 55-87%.
Περίπου το 50% μιας δόσης κλονιδίνης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο και το 20% αποβάλλεται στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της κλονιδίνης έχει αναφερθεί ως 1.7-2.5L/kg, 2.9L/kg, ή 2.1±0.4L/kg ανάλογα με την πηγή.
Η κάθαρση της κλονιδίνης είναι 1.9-4.3mL/min/kg.
Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η κλονιδίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς του σώματος· οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς είναι υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Ο μέσος όγκος κατανομής της κλονιδίνης αναφέρεται ότι είναι 2.1 L/kg. Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου βρίσκονται στα νεφρά, το ήπαρ, τον σπλήνα και την γαστρεντερική οδό. Υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου εμφανίζονται επίσης στους δακρυϊκούς και παρωτιδικούς αδένες. Η κλονιδίνη συγκεντρώνεται στον χοριοειδή χιτώνα του ματιού και κατανέμεται επίσης στην καρδιά, τους πνεύμονες, τους όρχεις, τα επινεφρίδια, το λίπος και τους μύες. Η χαμηλότερη συγκέντρωση παρατηρείται στον εγκέφαλο. Η κλονιδίνη κατανέμεται στο ΕΝΥ. Μετά από επισκληρίδιο έγχυση, η κλονιδίνη κατανέμεται ταχέως και εκτενώς στο ΕΝΥ και διεισδύει εύκολα στο πλάσμα μέσω των επισκληριδίων φλεβών. In vitro, η κλονιδίνη συνδέεται περίπου 20-40% με πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη. Η κλονιδίνη διαπερνά τον πλακούντα¹ και κατανέμεται στο γάλα. Σε μια θηλάζουσα γυναίκα που έλαβε περίπου 0.04 mg κλονιδίνης υδροχλωρικής από το στόμα δύο φορές την ημέρα και 25 mg διυδραλαζίνης από το στόμα τρεις φορές την ημέρα, οι συγκεντρώσεις κλονιδίνης ήταν 0.33 ng/mL σε δείγμα πλάσματος που λήφθηκε 1 ώρα μετά από δόση και 0.6 ng/mL σε δείγμα γάλακτος που λήφθηκε 2.5 ώρες μετά από δόση· το φάρμακο δεν ανιχνεύθηκε στο πλάσμα του βρέφους 1 ώρα μετά τον θηλασμό.
…ΣΕ ΥΓΙΕΙΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ… ΜΕΤΑ ΑΠΟ IV ΕΓΧΥΣΗ 300 UG ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΣΕ 10 ΛΕΠΤΑ, ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ ΜΕΙΩΘΗΚΑΝ ΔΙΕΚΠΟΝΙΚΑ ΜΕ ΤΑΧΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΓΕΣ ΤΙΜΕΣ ΗΜΙΖΩΗΣ 11 ΛΕΠΤΑ ΚΑΙ 8.5 ΩΡΕΣ, ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ.
ΕΡΕΥΝΗΘΗΚΕ Η ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΣΕ ΥΓΙΕΙΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ 3 ΦΟΡΕΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙ ΠΡΙΝ. ΠΕΡΙΠΟΥ 62% ΜΙΑΣ ΔΟΘΕΙΣΑΣ ΔΟΣΗΣ ΑΠΕΚΚΡΙΘΗΚΕ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΗΘΗΚΕ, ΤΟΝ ΤΥΠΟ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ, Ή ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ. ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ Η ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ ΕΠΗΡΕΑΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΕΡΟΗΠΑΤΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΕΝΑ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ, ΑΝΟΙΚΤΟ 1 Ή 2 ΤΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ. ΟΙ ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΔΡΑΣΕΩΝ ΗΤΑΝ ΑΣΥΓΧΡΟΝΕΣ.
ΕΜΕΛΕΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΣΕ 21 ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΙΔΙΟΠΑΘΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ 2 ΜΠΟΛΟΥΣ IV ΕΝΕΣΕΩΝ (0.78-3.36 MCG/KG) ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΟΝΗ ΠΟΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΔΟΣΗ (1.7-2.3 MCG/KG) ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ· ΕΜΕΛΕΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ (1.1 Ή 1.9 MCG/KG ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ) ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΝΟΣ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΟΣΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 6-12 ΜΗΝΕΣ ΜΟΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗ. ΜΕ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΕΣ IV ΔΟΣΕΙΣ, ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΡΥΘΜΟΥ ΜΕΙΩΘΗΚΑΝ ΚΑΙ Η ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΑΡΣΗ ΜΕΙΩΘΗΚΕ ΚΑΤΑ 74% (9.94-2.61 ML/MIN/KG) ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΝΤΑΣ ΔΟΣΕΩΣ-ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΗ ΚΙΝΗΤΙΚΗ. Ο ΟΓΚΟΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΜΕ ΤΗ ΔΟΣΗ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΓΚΟ ΤΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΑΥΞΗΘΗΚΕ ΣΤΙΣ ΥΨΗΛΟΤΕΡΕΣ ΔΟΣΕΙΣ. Η ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΥΜΦΩΝΟΥΣΕ ΜΕ ΤΗΝ IV ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΙΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ. Η ΒΙΟΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΗΤΑΝ 90%. ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΔΟΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ, ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΡΥΘΜΟΥ ΑΠΟΒΟΛΗΣ ΜΕΙΩΘΗΚΑΝ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΗ ΔΟΣΗ. Η ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΑΡΣΗ ΑΥΞΗΘΗΚΕ (7.18 ML/MIN/KG) ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΜΟΝΗ ΔΟΣΗ (4.17 ML/MIN/KG). Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΚΛΗΘΗΚΕ ΠΙΘΑΝΩΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΟΥ 65%. ΔΙΑΠΙΣΤΩΘΗΚΕ ΟΤΙ ΟΙ ΦΑΡΜΑΚΟΔΥΝΑΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΕΞΗΓΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΟΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΔΟΣΕΩΝ.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την CLONIDINE (8 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η κλονιδίνη συνδέεται 20-40% με πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της κλονιδίνης είναι ελάχιστα κατανοητός. Η κύρια αντίδραση στο μεταβολισμό της κλονιδίνης είναι η 4-υδροξυλίωση της κλονιδίνης από CYP2D6, CYP1A2, CYP3A4, CYP1A1, και CYP3A5. Η κλονιδίνη μεταβολίζεται <50% στο ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες.
Η κλονιδίνη υδροχλωρική μεταβολίζεται στο ήπαρ. Στους ανθρώπους, έχουν ανιχνευθεί 4 μεταβολίτες, αλλά μόνο ένας, η ανενεργή p-υδροξυλοκλονιδίνη, έχει ταυτοποιηθεί.
…Επτάδεις cDNA-εκφρασμένα ένζυμα P450, εκτός από συνδυασμένα μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος, αξιολογήθηκαν για δραστηριότητα 4-υδροξυλίωσης της κλονιδίνης in vitro. Πέντε ένζυμα P450 - CYP2D6, 1A2, 3A4, 1A1, και 3A5 - καταλύουν την μετρήσιμη παραγωγή 4-υδροξυλοκλονιδίνης. Μελέτες επιλεκτικής αναστολής σε μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος επιβεβαίωσαν ότι αυτές οι ισομορφές συνευθύνονται για την 4-υδροξυλίωση της κλονιδίνης in vitro, και η CYP2D6 ευθυνόταν για περίπου τα δύο τρίτα της δραστηριότητας. Ο κύριος ρόλος της CYP2D6 στο μεταβολισμό της κλονιδίνης μπορεί να εξηγήσει την αύξηση της μη-νεφρικής της κάθαρσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η ΚΛΟΝΙΔΙΝΗ ΕΜΦΑΝΙΖΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΙΔΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΑΘΜΟ ΒΙΟΤΡΕΠΟΠΟΙΗΣΗΣ. Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ (14)C-ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΣΤΟΝ ΣΚΥΛΟ ΕΧΕΙ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙ ΚΑΙ ΕΞΙ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟΜΟΝΩΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ. ΑΝΕΥΘΕΤΗ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗ ΚΑΙ Η P-ΥΔΡΟΞΥΛΙΩΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ ΤΗΣ ΕΝΕΤΡΕΦΘΗΚΑΝ. ΕΠΙΣΗΣ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΔΙΚΛΩΡΟΦΑΙΝΥΛΓΟΥΑΝΙΔΙΝΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙ ΩΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΗΣ ΣΕ ΣΚΥΛΟΥΣ. ΤΡΕΙΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΑΠΟΜΟΝΩΘΗΚΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΥΡΑ ΣΚΥΛΩΝ. ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΟΔΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΔΡΟΞΥΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΥΛΙΚΟΥ ΔΑΚΤΥΛΙΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΙΜΙΔΑΖΟΛΙΔΙΝΙΚΟΥ ΔΑΚΤΥΛΙΟΥ. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΔΕΙΞΑΝ ΟΤΙ Ο ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΟΜΟΙΟΣ ΣΕ ΑΡΟΥΡΑΙΟ, ΣΚΥΛΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΑΛΛΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΕΚΚΡΙΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕ ΤΟΝ ΠΙΟ ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΟ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ.
Ηπατικό. Μεταβολίζεται μέσω δευτερευόντων οδών. Ο κύριος μεταβολίτης, η p-υδροξυλοκλονιδίνη, υπάρχει σε συγκεντρώσεις μικρότερες του 10% εκείνων της αμετάβλητης κλονιδίνης στα ούρα. Έχουν ανιχνευθεί τέσσερις μεταβολίτες, αλλά μόνο η p-υδροξυλοκλονιδίνη έχει ταυτοποιηθεί.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μετά από επισκληρίδιο χορήγηση είναι 30 λεπτά, αλλά αλλιώς μπορεί να κυμαίνεται από 6-23 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου κυμαίνεται από 6 έως 24 ώρες, με μέσο όρο περίπου 12 ώρες.
Η ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΘΗΚΕ ΣΕ ΥΓΙΕΙΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ 3 ΦΟΡΕΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΑΝΑΦΕΡΘΕΙ ΠΡΙΝ. Η ΠΛΗΡΗΣ ΒΙΟΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΛΟΝΙΔΙΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙΖΩΗΣ ΑΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ (20 ΕΩΣ 25.5 ΩΡΕΣ) ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΣΤΑΘΕΡΟΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΔΟΣΕΙΣ.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της κλονιδίνης είναι 6-20 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία έχει αναφερθεί ότι κυμαίνεται από 18-41 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου μπορεί να εξαρτάται από τη δόση, αυξανόμενος με την αύξηση της δόσης.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ουσίες ικανές να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται διουρητικά (ιδιαίτερα Θειαζιδικά Διουρητικά), β-αναστολείς αδρενεργικών υποδοχέων, α-αναστολείς αδρενεργικών υποδοχέων, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, αποκλειστές γαγγλίων και αγγειοδιασταλτικοί παράγοντες.
- Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα πιο κοινά από αυτά είναι οι α-αδρενεργικοί ανταγωνιστές και τα φάρμακα που μειώνουν την νορεπινεφρίνη ή μειώνουν την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από αδρενεργικές μετασυναπτικές τερματικές περιοχές (βλέπε Αδρενεργικούς Παράγοντες). Φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για τη μείωση της συμπαθητικής δραστηριότητας (π.χ., κεντρικά δρώντες α-2 αδρενεργικοί αγωνιστές, βλέπε α-2 Αδρενεργικούς Αγωνιστές) περιλαμβάνονται εδώ.
- Ουσίες που συνδέονται και ενεργοποιούν τους Αλφα-2 Αδρενοϋποδοχείς.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
MN3L5RMN02
CLONIDINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλφα-2 Αδρενεργικοί Αγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Κεντρικός Αλφα-2 Αδρενεργικός Αγωνιστής
Η κλονιδίνη είναι ένας Κεντρικός Αλφα-2 Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της κλονιδίνης είναι ως Αλφα-2 Αδρενεργικός Αγωνιστής.
CLONIDINE
Αλφα-2 Αδρενεργικοί Αγωνιστές [MoA]; Κεντρικός Αλφα-2 Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]
CLONIDINE TRANSDERMAL SYSTEM
Αλφα-2 Αδρενεργικοί Αγωνιστές [MoA]; Κεντρικός Αλφα-2 Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Κεντρικά δρώντα αντιυπερτασικά
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Ουσίες ικανές να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται διουρητικά (ιδιαίτερα Θειαζιδικά Διουρητικά), β-αναστολείς αδρενεργικών υποδοχέων, α-αναστολείς αδρενεργικών υποδοχέων, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, αποκλειστές γαγγλίων και αγγειοδιασταλτικοί παράγοντες.
- Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα πιο κοινά από αυτά είναι οι α-αδρενεργικοί ανταγωνιστές και τα φάρμακα που μειώνουν την νορεπινεφρίνη ή μειώνουν την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από αδρενεργικές μετασυναπτικές τερματικές περιοχές (βλέπε Αδρενεργικούς Παράγοντες). Φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για τη μείωση της συμπαθητικής δραστηριότητας (π.χ., κεντρικά δρώντες α-2 αδρενεργικοί αγωνιστές, βλέπε α-2 Αδρενεργικούς Αγωνιστές) περιλαμβάνονται εδώ.
- Ουσίες που συνδέονται και ενεργοποιούν τους Αλφα-2 Αδρενοϋποδοχείς.