CONJUGATED ESTROGENS
Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση λοιμωδών νοσημάτων (π.χ. ευλογιά). Επειδή τα εμβόλια χορηγούνται σε …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 14.1
Eνεργητική ανοσοποίηση - Εμβόλια
expand_more
Eνεργητική ανοσοποίηση - Εμβόλια
Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση λοιμωδών νοσημάτων (π.χ. ευλογιά). Επειδή τα εμβόλια χορηγούνται σε υγιή άτομα, κυρίως σε βρέφη και παιδιά, πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους:
α) το εμβόλιο να μην προκαλεί νόσο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
β) να εξασφαλίζει μακροχρόνια ανοσία, αν είναι δυνατό, για όλη τη ζωή
γ) ο εμβολιαζόμενος να μη μεταδίδει νόσο σε επίνοσα άτομα και
δ) να είναι δυνατή η μέτρηση της αντισωματικής απάντησης.
Η σύνθεση των εμβολίων περιλαμβάνει:
-
Τα αντιγόνα που μπορεί να είναι α) ζώντες εξασθενημένοι ιοί ή βακτήρια (πολιομυελίτιδας-Sabin, ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, BCG), β) αδρανοποιηθέντες ιοί ή βακτήρια (γρίππης, κοκκύτη, τύφου), γ) αδρανοποιημένες εξωτοξίνες μικροοργανισμών (τοξοειδές διφθερίτιδας και τετάνου), τμήμα ιού ή μικροβίου (γρίππης, πνευμονιόκοκκου, μηνιγγιτιδόκοκκου, αιμόφιλου της ινφλουέντζας) και δ) να είναι πρωτεϊνικής φύσεως (παρασκευή με την τεχνική του ανασυνδυασμένου DNA, όπως το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β).
-
Ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή απεσταγμένο νερό ή ακόμα και θρεπτικό υλικό των ιστικών καλλιεργειών, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε πρωτεΐνες ή άλλα προϊόντα του καλλιεργητικού υλικού (λεύκωμα ωού, αντιγόνα ιστικών καλλιεργειών κλπ.).
-
Συντηρητικά, σταθεροποιητικούς παράγοντες και ίχνη χημικών ουσιών που αποτελούν απαραίτητη προσθήκη για την παρεμπόδιση ανάπτυξης μικροβίων ή για τη σταθεροποίηση του αντιγόνου (αντιβιοτικά, φορμαλδεΰδη, γλυκίνη, υδραργυρικά άλατα κλπ.). Aν το εμβολιαζόμενο άτομο είναι αλλεργικό στις ουσίες αυτές τότε μπορούν να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
-
Eπιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες (αργίλιο) έτσι ώστε το αντιγόνο να κατακρατείται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα στο σημείο της ένεσης και να παρατείνεται η διέγερση για πρόκληση αντισωμάτων. Τα εμβόλια που περιέχουν επιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες θα πρέπει να ενίονται βαθιά στη μυϊκή μάζα γιατί η υποδόρια χορήγησή τους μπορεί να προκαλέσει έντονα τοπικά ερεθιστικά φαινόμενα (μέχρι και ιστική νέκρωση).
Για τη διατήρηση και τον τρόπο χορήγησης των εμβολίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οδηγίες της παρασκευάστριας εταιρείας. Κατά κανόνα τα εμβόλια διατηρούνται σε χαμηλή θερμοκρασία, συνήθως +2° έως +8°C, εκτός από ελάχιστα σκευάσματα που απαιτούν χαμηλότερη θερμοκρασία.
Όταν χρησιμοποιούνται εμβόλια από νεκρούς ιούς η ανοσολογική ανταπόκριση και η διάρκεια της ανοσίας υπολείπονται σε σχέση με αυτές που προκαλούνται από ζώντες εξασθενημένους ιούς. Επίσης η ανοσία που αποκτάται μετά από φυσική λοίμωξη είναι πιό ικανοποιητική σε διάρκεια και ένταση από αυτή που προκαλείται μετά από τον εμβολιασμό.
Τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως μέτριο ή υψηλό πυρετό, πόνο, ερυθρότητα και οίδημα στο σημείο του εμβολιασμού, καταβολή, εξάνθημα, κνησμό, κεφαλαλγία και σπανίως γενικευμένη αλλεργική αντίδραση. Η πρόκληση νόσου από εμβόλια είναι σπάνια ή ως ατύχημα μετά από χορήγηση ατελώς εξασθενημένων ή αδρανοποιημένων εμβολίων ή μετά από χορήγηση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, όπως BCG ή Sabin κυρίως σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Γι’ αυτό τα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς ή μικρόβια πρέπει να αποφεύγονται στα άτομα με συγγενή ή επίκτητη διαταραχή του ανοσολογικού συστήματος.
Ο εμβολιασμός πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διαδρομή οξέων εμπυρέτων νοσημάτων, σε άτομα που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και κατά την εγκυμοσύνη. Η αναβολή του εμβολιασμού κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί γενική τακτική, όπως και για κάθε άλλο φάρμακο, το οποίο δεν πρέπει να χορηγείται αν δεν υπάρχει απόλυτη ένδειξη. Επειδή όμως κανένα εμβόλιο δεν έχει ενοχοποιηθεί ότι προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στο έμβρυο, δεν συνιστάται έκτρωση, αν κατά λάθος εμβολιασθεί μία έγκυος με οποιοδήποτε εμβόλιο.
Το Χρονοδιάγραμμα εμβολιασμών για τα βρέφη και τα παιδιά φαίνεται στους Πίνακες 14.1, 14.2 και 14.3, ενώ για τους ενήλικες στον Πίνακα 14.4. Η ταυτόχρονη χορήγηση εμβολίων δεν επηρεάζει την αντισωματική απάντηση και δεν αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες, γι’ αυτό και συνιστάται. Τα μεσοδιαστήματα εμβολιασμών πρέπει να τηρούνται για να έχουμε ικανοποιητική ανοσολογική απάντηση. Συνήθως, μεταξύ αδρανοποιημένων ή νεκρών εμβολίων απαιτείται μεσοδιάστημα ενός μηνός και μεταξύ ζώντων εξασθενημένων δύο μηνών. Εάν τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των εμβολιασμών είναι μεγαλύτερα από τα αναγραφόμενα στους Πίνακες, τονίζεται ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται δόσεις αλλά να συνεχίζεται ο εμβολιασμός για τη συμπλήρωση του αριθμού των δόσεων.
t14.1.jpg:
t14.2.jpg:
t14.3.jpg:
t14.4.jpg:
ΔIEΘNEIΣ ΣYMBOΛIΣMOI EMBOΛIΩN KAI OΔOI XOPHΓHΣHΣ TOYΣ
BCG: (BACILLE CALMETTE-GUERIN): Eμβόλιο κατά της φυματίωσης Περιέχει εξασθενημένα βακτηρίδια μυκοβακτηριδίου φυματίωσης βοείου τύπου. Χορηγείται ενδοδερμικά στην κατάφυση του δελτοειδούς μυός.
DT: (DIPHTHERIA-TETANUS): Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
DTaP: (DIPHTHERIA-TETANUS-ACELLULAR PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και ακυτταρικό κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και αδρανοποιημένη κοκκυτική τοξίνη, νηματοειδή αιμοσυγκολλητίνη, διάφορα αιμοσυγκολλητινογόνα και περτακτίνη, ουσία της εξωτερικής κυτταρικής μεμβράνης του αιμόφιλου κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
DTP: (DIPHTHERIA-TETANUS-PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και νεκρούς αιμόφιλους κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
Hep.A: (HAV) (HEPATITIS A): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας A. Περιέχει νεκρό ιό ηπατίτιδας A του στελέχους HΜ175 που έχει αδρανοποιηθεί με φορμαλδεΰδη. Χορηγείται ενδομυϊκά.
Hep.B: (HBV) (HEPATITIS B): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας B. Περιέχει ανασυνδυασμένο αντιγόνο επιφανείας ιού ηπατίτιδας Β (πρωτεΐνη S). Χορηγείται ενδομυϊκά.
Hib: (HAEMOPHILUS INFLUENZAE b): Eμβόλιο αιμοφίλου τύπου b. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά.
IPV: (INACTIVATED POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SALK, περιέχει αδρανοποιημένους ιούς πολιομυελίτιδας, ορότυπους 1, 2 και 3. Χορηγείται ενδομυϊκά.
MCCV: (MENINGOCOCCUS C CONJUGATE VACCINE) Eμβόλιο μηνιγγιτιδοκόκκου οροομάδας C. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά.
MMR: (MEASLES, MUMPS, RUBELLA): Eμβόλιο κατά της ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς Περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς. Χορηγείται ενδομυϊκά ή υποδόρια.
OPV: (ORAL POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SABIN, περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς πολιομυελίτιδας ορότυπους 1, 2 και 3. Χορήγηση: από το στόμα.
RIG: (RABIES IMMUNE GLOBULIN): Ανθρώπινος αντιλυσσικός ορός. Χορηγείται ενδομυϊκώς, ταυτόχρονα με το εμβόλιο, σε άλλο σημείο του σώματος.
RVA: (RABIES VACCINE ABSORBED): Εμβόλιο κατά της λύσσας. Τo RNA του ιού έχει ειδικά καλλιεργηθεί σε διπλοειδή κύτταρα ανθρώπου. Χορηγείται ενδομυϊκά.
T: (TETANUS): Εμβόλιο τετάνου. Περιέχει ανατοξίνη τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
Td: Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου τύπου ενηλίκου. Περιέχει ελαττωμένη ποσότητα διφθεριτικής ανατοξίνης (2 iu σε 0.5 ml) και κανονική δόση τετανικής ανατοξίνης. Χορήγηση: ενδομυϊκά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σύνδεση των οιστρογόνων με τον οιστρογονικό υποδοχέα προκαλεί την ενεργοποίηση πυρηνικών υποδοχέων για να συνδεθούν με στοιχεία απόκρισης οιστρογόνων σε συγκεκριμένα γονίδια-στόχους. Αυτή η μηχανιστική αλληλουχία οδηγεί σε ακετυλίωση ιστονών, αλλοίωση της διαμόρφωσης της χρωματίνης και έναρξη της μεταγραφής συγκεκριμένων φαρμάκων. Σε προκλινικές μελέτες, τα συζευγμένα οιστρογόνα είναι γνωστό ότι έχουν παρόμοια οιστρογονική ισχύ με την οιστρόνη και τα συστατικά equilin των συζευγμένων οιστρογόνων έχουν παρόμοια ισχύ στο ήπαρ σε σύγκριση με το βιοταυτόσημο οιστραδιόλη. Έχει επίσης ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί ότι τα συζευγμένα οιστρογόνα παρουσιάζουν ένα προφίλ εκλεκτικού ρυθμιστή οιστρογονικών υποδοχέων, το οποίο τους επιτρέπει να έχουν ένα μεγάλο ευεργετικό αποτέλεσμα στο οστό και το καρδιαγγειακό σύστημα. Κλινικά, η χορήγηση συζευγμένων οιστρογόνων είναι γνωστό ότι προάγει την αγγειοκινητική σταθερότητα, διατηρεί τη γεννητική και ουροποιητική λειτουργία, και την φυσιολογική ανάπτυξη και εξέλιξη των θηλυκών ορμονών. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι αποτρέπει την επιταχυνόμενη απώλεια οστικής μάζας, αναστέλλοντας την οστική απορρόφηση και αποκαθιστώντας την ισορροπία της οστικής απορρόφησης. Στον ορμονικό τομέα, έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει την ωχρινοτρόπο ορμόνη και μειώνει τη συγκέντρωση τεστοστερόνης στον ορό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα συζευγμένα οιστρογόνα, όπως και τα φυσιολογικά φυσιολογικά οιστρογόνα, δρουν συνδεόμενα αγωνιστικά με τους οιστρογονικούς υποδοχείς άλφα και βήτα. Οι οιστρογονικοί υποδοχείς ποικίλλουν σε ποσότητα και αναλογία ανάλογα με τους ιστούς και, επομένως, η δράση αυτών των συζευγμένων οιστρογόνων είναι πολύ μεταβλητή. Η δράση που προκαλείται από τα συζευγμένα οιστρογόνα οφείλεται στην αύξηση της σύνθεσης DNA, RNA και διαφόρων πρωτεϊνών στους ιστούς απόκρισης, οι οποίοι με τη σειρά τους θα μειώσουν την απελευθέρωση της ορμόνης που απελευθερώνει τη γοναδοτροπίνη, της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης και της ωχρινοτρόπου ορμόνης. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός δράσης δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο με όρους συνολικής οιστρογονικής δράσης, καθώς το φαρμακοκινητικό προφίλ, η ιστική ειδικότητα και ο ιστικός μεταβολισμός διαφέρουν για κάθε συστατικό του προϊόντος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Τα συζευγμένα οιστρογόνα απορροφώνται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα και η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση των συζευγμένων οιστρογόνων φτάνει μετά από 7 ώρες, ανάλογα με το συστατικό της οιστρόνης. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση των συζευγμένων οιστρογόνων μετά από πολλαπλές δόσεις 0,45 mg αναφέρεται ότι είναι 2,6 ng/ml με AUC σε σταθερή κατάσταση 35 ng.h/ml. Τα μη συζευγμένα οιστρογόνα είναι γνωστό ότι απομακρύνονται από την κυκλοφορία με ταχύτερο ρυθμό από τις εστέρες τους μορφές.
Τα συζευγμένα οιστρογόνα απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Σε αυτήν την νεφρική απέκκριση, είναι δυνατόν να βρεθούν 17 β-οιστραδιόλη, οιστρόνη, οιστριόλη, καθώς και οι γλυκουρονιδικές και θειικές συζεύξεις των οιστρογόνων.
Η φυσιολογική κατανομή των οιστρογόνων στο σώμα είναι πολύ παρόμοια με αυτή που παρατηρείται στα ενδογενή οιστρογόνα και, επομένως, κατανέμονται ευρέως. Τα συζευγμένα οιστρογόνα βρίσκονται κυρίως στα όργανα-στόχους των ορμονών του φύλου.
Ο αναφερόμενος φυσιολογικός ρυθμός κάθαρσης για τα οιστρογόνα είναι περίπου 615 L/m².
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Τα συζευγμένα οιστρογόνα συνδέονται με πρωτεΐνες του πλάσματος και αυτή η συνδεδεμένη κατάσταση μπορεί να αντιπροσωπεύει περίπου 50-80% της χορηγούμενης δόσης. Κυκλοφορεί στο αίμα κυρίως συνδεδεμένο με την σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (sex hormone-binding globulin) και την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Τα συζευγμένα οιστρογόνα μεταβολίζονται μέσω διαφόρων οδών. Μία από τις μεταβολικές οδούς των συζευγμένων οιστρογόνων καθοδηγείται από τη δράση του κυτοχρωμικού ισοενζύμου CYP3A4. Από την άλλη πλευρά, τα συζευγμένα οιστρογόνα μπορούν επίσης να επεξεργαστούν μέσω μιας δυναμικής ισορροπίας μεταβολικής αλληλομετατροπής και θειικής συζεύξεως. Ορισμένες από τις κύριες μεταβολικές αντιδράσεις των συζευγμένων οιστρογόνων καθοδηγούνται από τη μετατροπή της 17β-οιστραδιόλης σε οιστρόνη και την περαιτέρω μεταβολή σε οιστριόλη. Ένα μέρος των χορηγούμενων συζευγμένων οιστρογόνων θα παραμείνει στο αίμα ως θειικές συζεύξεις, οι οποίες χρησιμεύουν ως δεξαμενή σε κυκλοφορία για τη δημιουργία νέων οιστρογόνων. Στο ενδομήτριο, η ισηκοσίνη μεταβολίζεται σε 2-υδροξυ- και 4-υδροξυ-ισηκοσίνη, καθώς και σε 2-υδροξυ- και 4-υδροξυ-οιστραδιόλη. Αυτή η διαδικασία υδροξυλίωσης είναι πολύ εκτεταμένη σε διάφορα από τα συστατικά των συζευγμένων οιστρογόνων και, επομένως, οι κύριοι μεταβολίτες στα ούρα είναι γνωστό ότι είναι η 17-κετοστεροειδής-16-άλφα-υδροξυ-οιστρόνη, η 16-άλφα-υδροξυ-17-βήτα-διυδρο-ισηκοσίνη και η 16-άλφα-υδροξυ-17-βήτα-διυδρο-ισηκενίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο διάμεσος χρόνος ημίσειας ζωής των συζευγμένων οιστρογόνων αναφέρεται ότι είναι 17 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ενώσεις που αλληλεπιδρούν με τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ σε ιστούς-στόχους για να επιφέρουν αποτελέσματα παρόμοια με αυτά της ΟΙΣΤΡΑΔΙΟΛΗΣ. Τα οιστρογόνα διεγείρουν τα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα και την ανάπτυξη των δευτερογενών θηλυκών ΦΥΛΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ. Οι οιστρογονικές χημικές ουσίες περιλαμβάνουν φυσικές, συνθετικές, στεροειδείς ή μη στεροειδείς ενώσεις.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
IU5QR144QX
ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ, ΣΥΖΕΥΓΜΕΝΑ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Οιστρογόνο
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Χημική Δομή [CS] - Οιστρογόνα, Συζευγμένα (USP)
Τα συζευγμένα οιστρογόνα είναι ένα οιστρογόνο. Ο μηχανισμός δράσης των συζευγμένων οιστρογόνων είναι ως Αγωνιστής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
ΣΥΖΕΥΓΜΕΝΑ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ
Οιστρογόνα, Συζευγμένα (USP) [CS]; Οιστρογόνο [EPC]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]
ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΑ, ΣΥΖΕΥΓΜΕΝΑ
Οιστρογόνο [EPC]; Οιστρογόνα, Συζευγμένα (USP) [CS]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ενώσεις που αλληλεπιδρούν με τους ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ σε ιστούς-στόχους για να επιφέρουν αποτελέσματα παρόμοια με αυτά της ΟΙΣΤΡΑΔΙΟΛΗΣ. Τα οιστρογόνα διεγείρουν τα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα και την ανάπτυξη των δευτερογενών θηλυκών ΦΥΛΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ. Οι οιστρογονικές χημικές ουσίες περιλαμβάνουν φυσικές, συνθετικές, στεροειδείς ή μη στεροειδείς ενώσεις.