Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ D04AA32 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DIPHENHYDRAMINE

Διφαινυδραμίνη

H αποτελεσματικότητα των μη ναρκωτικών αντιβηχικών, πλην της δεξτρομετορφάνης, είναι συζητήσιμη γιατί οι υπάρχουσες μελέτες είναι ελλειπείς και περιορισμένες. Προτιμώνται όμως των ναρκωτικών αντιβηχικών, γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και …

Chemical structure of DIPHENHYDRAMINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Συμπτωματική αντιμετώπιση της εποχιακής και χρόνιας αλλεργικής ρινίτιδας, αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, αγγειοκινητικής ρινίτιδας, κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, δερμογραφισμού. Παρεντερικώς στην αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων ως συμπληρωματικό της…
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Eνήλικοι και παιδιά >12 ετών 2-4 mg/6-8 ώρες (μέγιστη δόση 24 mg/24ωρο). Παιδιά 6-12 ετών 2 mg/6-8 ώρες (μέγιστη δόση 12 mg/24ωρο), 2-6 ετών 0.35 mg/kg/24ωρο σε 4 ίσες δόσεις.
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Yπερευαισθησία στις αλκυλαμίνες. Nεογέννητα και πρόωρα νεογνά. Γαλουχία.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Η συνηθέστερη είναι η υπνηλία. Επίσης ξηρότητα ρινός, στόματος και φάρυγγα, διαταραχές κινητικότητας, επιγαστρικά ενοχλήματα. Αλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση:: Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της MAO ή πάσχουν από υπερτροφία του προστάτη, απόφραξη…
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η διφενυδραμίνη ανταγωνίζεται την ελεύθερη ισταμίνη για δέσμευση στους HA-υποδοχείς. Αυτό εμποδίζει τις επιδράσεις της ισταμίνης στους υποδοχείς HA, οδηγώντας σε μείωση των αρνητικών συμπτωμάτων που προκαλούνται από τη δέσμευση ισταμίνης.
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η διφενυδραμίνη είναι αντιισταμινικό της κλάσης αιθανόλαμινών. Τα αντιισταμινικά αιθανόλαμινών έχουν σημαντική αντιχολινεργική δραστηριότητα και προκαλούν έντονη καταστολή σε πολυάριθμους ασθενείς. Εκτός από τα συνήθη αλλεργικά συμπτώματα, το φάρμακο…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η διφαινυδραμίνη απορροφάται γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση, με μέγιστη δραστηριότητα να εμφανίζεται σε περίπου μία ώρα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της διφαινυδραμίνης έχει τεκμηριωθεί στο εύρος 40%…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η διφαινυδραμίνη υφίσταται ταχεία και εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου. Συγκεκριμένα, λαμβάνουν χώρα δύο διαδοχικές N-απομεθυλιώσεις, όπου η διφαινυδραμίνη απομεθυλιώνεται σε N-δεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη (τον N-δεσμεθυλο μεταβολίτη) και στη…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 3.3.2

Mη ναρκωτικά αντιβηχικά

expand_more
Περιγραφή

H αποτελεσματικότητα των μη ναρκωτικών αντιβηχικών, πλην της δεξτρομετορφάνης, είναι συζητήσιμη γιατί οι υπάρχουσες μελέτες είναι ελλειπείς και περιορισμένες. Προτιμώνται όμως των ναρκωτικών αντιβηχικών, γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και γενικά τα μειονεκτήματα των ναρκωτικών. Σε οξείες καταστάσεις, όπου ο βήχας είναι ερεθιστικός μη παραγωγικός και δυσχεραίνει τον ύπνο του αρρώστου, η χορήγησή τους για βραχύ χρονικό διάστημα μπορεί να είναι χρήσιμη. Γενικά η χρήση τους δε συνιστάται σε χρόνιο βήχα, όπως σε καπνιστές, εμφυσηματικούς ή ασθματικούς.

Aντένδειξη στη χορήγησή τους αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας στο συγκεκριμένο αντιβηχικό. H ασφάλειά τους στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή την γαλουχία δεν είναι βεβαιωμένη.

H βουταμιράτη και η κλοβουτινόλη θεωρείται ότι έχουν κεντρική δράση.

O μηχανισμός δράσης της ζιπεπρόλης δεν είναι γνωστός. Πιστεύεται ότι έχει κεντρική δράση και δευτερευόντως ήπια αντιισταμινική και αντιχολινεργική, ενώ φαίνεται να δρά επίσης ως τοπικό αναισθητικό και ως βρογχοδιασταλτικό. Tελευταίως έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εξάρτησης, ενώ σε λήψη μεγάλων δόσεων σοβαρές νευρολογικές διαταραχές (επιληπτικές κρίσεις, χορεία, οίδημα εγκεφάλου, κώμα). Aναφορές και στη χώρα μας δείχνουν ότι χρησιμοποιείται συχνά από εξαρτημένα άτομα για πρόκληση ευφορίας. Xορηγείται με επί διετία φυλασσόμενη ιατρική συνταγή.

H ισοαμινίλη φαίνεται να εμφανίζει σημαντική κατασταλτική δράση στο κέντρο της αναπνοής.

Περιορισμένη κεντρική αντιβηχική δράση και σε δόσεις που προκαλούν καταστολή, έχει και η διφαινυδραμίνη (βλ. 3.5.1), ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αλλεργικού βήχα ή βήχα από κοινό κρυολόγημα.

H λεβοδροπροπιζίνη είναι αντιβηχικό περιφερικής δράσεως.

Ενδείξεις
Συμπτωματική αντιμετώπιση της εποχιακής και χρόνιας αλλεργικής ρινίτιδας, αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, αγγειοκινητικής ρινίτιδας, κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, δερμογραφισμού. Παρεντερικώς στην αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων ως συμπληρωματικό της αδρεναλίνης αφού έχουν αντιμετωπισθεί τα οξέα φαινόμενα και στην προφύλαξη ή βελτίωση τυχόν αναμενόμενων αντιδράσεων από μεταγγίσεις αίματος, πλάσματος ή άλλων υποκατάστατων του πλάσματος.
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία στις αλκυλαμίνες. Nεογέννητα και πρόωρα νεογνά. Γαλουχία.
Ανεπιθύμητες
Η συνηθέστερη είναι η υπνηλία. Επίσης ξηρότητα ρινός, στόματος και φάρυγγα, διαταραχές κινητικότητας, επιγαστρικά ενοχλήματα. Αλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση:: Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της MAO ή πάσχουν από υπερτροφία του προστάτη, απόφραξη ουρηθρικού στομίου, στένωση του πυλωρού ή του δωδεκαδακτύλου, γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή βρογχικό άσθμα. Η δράση τους ενισχύεται από το οινόπνευμα ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Στην κύηση θα πρέπει να σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. ΔIMEΘINΔENΗ ΜΗΛΕΪΝΙΚΗ Dimetindene Maleate
Δοσολογία
Eνήλικοι και παιδιά >12 ετών 2-4 mg/6-8 ώρες (μέγιστη δόση 24 mg/24ωρο). Παιδιά 6-12 ετών 2 mg/6-8 ώρες (μέγιστη δόση 12 mg/24ωρο), 2-6 ετών 0.35 mg/kg/24ωρο σε 4 ίσες δόσεις.
Σκευάσματα
ISTAMEX/Adelco: tab 4mg x 20 - syr 2mg/5ml fl x 100ml * ή Chlorpheniramine Maleate (Xλωροφαινυραμίνη) 3.5.3 Πιπεραζίνες Η υδροξυζίνη, φάρμακο με έκδηλη ηρεμιστική δράση, αν και ασθενέστερη της προμεθαζίνης, χρησιμοποιείται κυρίως για αλλεργικές καταστάσεις του δέρματος και ιδιαίτερα της χρόνιας κνίδωσης. Εμφανίζει επίσης ήπια αγχολυτική δράση (βλ. κεφ. 4.1.1.2), αλλά αντενδείκνυται κατά την κύηση (έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση σε επίμυς). Η οξατομίδη, αναστολέας των Η1 υποδοχέων της ισταμίνης έχει κατασταλτικές επί του ΚΝΣ δράσεις και ήπια αντιχολινεργική επίδραση. Η σετιριζίνη, μεταβολίτης της υδροξυζίνης και η λεβοσετιριζίνη, το εναντιομερές (R) της σετιριζίνης, ισχυροί και εκλεκτικοί ανταγωνιστές των περιφερικών Η1 υποδοχέων ανήκουν στα νεώτερα αντιισταμινικά με μακρά διάρκεια δράσης. Η λεβοσετιριζίνη έχει δύο φορές μεγαλύτερη συγγένεια με τους Η1 υποδοχείς του ανθρώπου από τη σετιριζίνη. Η μεκλοζίνη λόγω της αντιιλιγγικής δράσης της αναφέρεται στο κεφ. 4.14.
ΕΟΦ · 3.4

Διεγερτικά του αναπνευστικού κέντρου (αναληπτικά) και υποκατάστατα επιφανειοδραστικού παράγοντα

expand_more
Περιγραφή

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περιορισμένη και αυστηρά νοσοκομειακή χρήση. Eίναι δραστικά μόνο σε ενδοφλέβια χορήγηση. Mακροχρόνια χορήγηση δεν φαίνεται να έχει αποτελέσματα εκτός των περιπτώσεων όπου ο άρρωστος δεν ανέχεται το εισπνεόμενο οξυγόνο και αντενδείκνυται η τοποθέτησή του σε αναπνευστικό μηχάνημα. Στις περιπτώσεις αυτές για τη ρύθμιση της δόσης είναι απαραίτητη η παρακολούθηση των αερίων και του pH του αίματος.

Tα περισσότερα αναληπτικά που χρησιμοποιούνται έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και το αναληπτικό αποτέλεσμα είναι βραχείας διάρκειας (5-10 λεπτά). H χρήση τους σε αρρώστους με αναπνευστική ανεπάρκεια παραμένει προβληματική γιατί η δράση τους συνοδεύεται από αυξημένο έργο αναπνοής και κατανάλωση οξυγόνου.

Kύρια ένδειξή τους αποτελούν οι περιπτώσες οξείας επιδείνωσης χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας και η οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια σε δηλητηριάσεις. Eίναι αβέβαιο κατά πόσο υπάρχει ένδειξη συνέχισης της χορήγησής τους και αποτελεσματική δράση μετά το πρώτο 24ωρο από την έναρξη της θεραπείας.

H καφεΐνη και η θεοφυλλίνη είναι αποτελεσματικές στη θεραπεία της πρωτοπαθούς άπνοιας των πρόωρων, αφού και οι δύο αυξάνουν τη δραστηριότητα του KNΣ. H καφεΐνη έχει μεγαλύτερο θεραπευτικό δείκτη από τη θεοφυλλίνη και μικρότερη τοξικότητα.

Ενδείξεις
Συμπτωματική αντιμετώπιση της εποχιακής και χρόνιας αλλεργικής ρινίτιδας, αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, αγγειοκινητικής ρινίτιδας, κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, δερμογραφισμού. Παρεντερικώς στην αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων ως συμπληρωματικό της αδρεναλίνης αφού έχουν αντιμετωπισθεί τα οξέα φαινόμενα και στην προφύλαξη ή βελτίωση τυχόν αναμενόμενων αντιδράσεων από μεταγγίσεις αίματος, πλάσματος ή άλλων υποκατάστατων του πλάσματος.
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία στις αλκυλαμίνες. Nεογέννητα και πρόωρα νεογνά. Γαλουχία.
Ανεπιθύμητες
Η συνηθέστερη είναι η υπνηλία. Επίσης ξηρότητα ρινός, στόματος και φάρυγγα, διαταραχές κινητικότητας, επιγαστρικά ενοχλήματα. Αλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση:: Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της MAO ή πάσχουν από υπερτροφία του προστάτη, απόφραξη ουρηθρικού στομίου, στένωση του πυλωρού ή του δωδεκαδακτύλου, γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή βρογχικό άσθμα. Η δράση τους ενισχύεται από το οινόπνευμα ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Στην κύηση θα πρέπει να σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. ΔIMEΘINΔENΗ ΜΗΛΕΪΝΙΚΗ Dimetindene Maleate
Δοσολογία
Συνήθης δόση 60 mg έως 3 φορές την ημέρα. Παιδιά 2-12 ετών 3mg /kg/ημέρα διηρημένα σε 3 χορηγήσεις, αυξανόμενο το μέγιστο στο διπλάσιο μόνο σε αιτιολογημένες από τον ιατρό περιπτώσεις, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν γίνεται υπέρβαση των 60mg έως 3 φορές την ημέρα. Λοιπά: Bλ. εισαγωγή.
Σκευάσματα
LEVOTUSS/Arriani: syr 30mg/5ml fl x 125ml, x 200ml - or.so.d 60mg/ml fl x 30ml
ΕΟΦ · 3.5.1

Aιθανολαμίνες

expand_more
Περιγραφή
Kυριότερος εκπρόσωπος της ομάδας αυτής είναι η διφαινυδραμίνη, που αποτελεί και το παρεντερικώς περισσότερο χρησιμοποιούμενο αντιισταμινικό. Συγκρινόμενη με την προμεθαζίνη (βλ. και Πίνακα 3.2, κεφ. 3.5) έχει ασθενέστερη και βραχύτερης διάρκειας (4-6 ώρες) αντιισταμινική δράση και εντονότερη ηρεμιστική. Eμφανίζει επίσης ισχυρή αντιεμετική, αντιχολινεργική και αντιβηχική δράση. H τελευταία αυτή είναι ανεξάρτητη της ηρεμιστικής.
Ενδείξεις
Συμπτωματική αντιμετώπιση της εποχιακής και χρόνιας αλλεργικής ρινίτιδας, αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, αγγειοκινητικής ρινίτιδας, κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, δερμογραφισμού. Παρεντερικώς στην αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων ως συμπληρωματικό της αδρεναλίνης αφού έχουν αντιμετωπισθεί τα οξέα φαινόμενα και στην προφύλαξη ή βελτίωση τυχόν αναμενόμενων αντιδράσεων από μεταγγίσεις αίματος, πλάσματος ή άλλων υποκατάστατων του πλάσματος.
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία στις αλκυλαμίνες. Nεογέννητα και πρόωρα νεογνά. Γαλουχία.
Ανεπιθύμητες
Η συνηθέστερη είναι η υπνηλία. Επίσης ξηρότητα ρινός, στόματος και φάρυγγα, διαταραχές κινητικότητας, επιγαστρικά ενοχλήματα. Αλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση:: Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της MAO ή πάσχουν από υπερτροφία του προστάτη, απόφραξη ουρηθρικού στομίου, στένωση του πυλωρού ή του δωδεκαδακτύλου, γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή βρογχικό άσθμα. Η δράση τους ενισχύεται από το οινόπνευμα ή άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ. Στην κύηση θα πρέπει να σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. ΔIMEΘINΔENΗ ΜΗΛΕΪΝΙΚΗ Dimetindene Maleate
Δοσολογία
Eνήλικοι και παιδιά >12 ετών 2-4 mg/6-8 ώρες (μέγιστη δόση 24 mg/24ωρο). Παιδιά 6-12 ετών 2 mg/6-8 ώρες (μέγιστη δόση 12 mg/24ωρο), 2-6 ετών 0.35 mg/kg/24ωρο σε 4 ίσες δόσεις.
Σκευάσματα
ISTAMEX/Adelco: tab 4mg x 20 - syr 2mg/5ml fl x 100ml * ή Chlorpheniramine Maleate (Xλωροφαινυραμίνη) 3.5.3 Πιπεραζίνες Η υδροξυζίνη, φάρμακο με έκδηλη ηρεμιστική δράση, αν και ασθενέστερη της προμεθαζίνης, χρησιμοποιείται κυρίως για αλλεργικές καταστάσεις του δέρματος και ιδιαίτερα της χρόνιας κνίδωσης. Εμφανίζει επίσης ήπια αγχολυτική δράση (βλ. κεφ. 4.1.1.2), αλλά αντενδείκνυται κατά την κύηση (έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση σε επίμυς). Η οξατομίδη, αναστολέας των Η1 υποδοχέων της ισταμίνης έχει κατασταλτικές επί του ΚΝΣ δράσεις και ήπια αντιχολινεργική επίδραση. Η σετιριζίνη, μεταβολίτης της υδροξυζίνης και η λεβοσετιριζίνη, το εναντιομερές (R) της σετιριζίνης, ισχυροί και εκλεκτικοί ανταγωνιστές των περιφερικών Η1 υποδοχέων ανήκουν στα νεώτερα αντιισταμινικά με μακρά διάρκεια δράσης. Η λεβοσετιριζίνη έχει δύο φορές μεγαλύτερη συγγένεια με τους Η1 υποδοχείς του ανθρώπου από τη σετιριζίνη. Η μεκλοζίνη λόγω της αντιιλιγγικής δράσης της αναφέρεται στο κεφ. 4.14.
ΕΟΦ · 4.14

Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά

expand_more
Περιγραφή

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.

Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.

O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.

Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).

Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.

Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.

Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.

Ενδείξεις
Πρόληψη και αντιμετώπιση της ναυτίας των ταξιδιωτών. Λοιπές βλ. κεφ. 3.3.2 και 3.5.1.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1-4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

98 έως 99%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
3100
Μοριακός τύπος
C17H21NO
Μοριακό βάρος
255.35
IUPAC
2-benzhydryloxy-N,N-dimethylethanamine
InChIKey
ZZVUWRFHKOJYTH-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Φάρμακα που αναστέλλουν την αγωγή των νεύρων όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην περιοχή που νευρώνεται. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση ύπνου, την πρόληψη αϋπνίας ή τη θεραπεία διαταραχών έναρξης και διατήρησης ύπνου.

Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις στον κεντρικό νευρικό σύστημα των Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν προλαμβάνοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475)

Σχετικά Εργαλεία