DIPHENHYDRAMINE
Διφαινυδραμίνη
H αποτελεσματικότητα των μη ναρκωτικών αντιβηχικών, πλην της δεξτρομετορφάνης, είναι συζητήσιμη γιατί οι υπάρχουσες μελέτες είναι ελλειπείς και περιορισμένες. Προτιμώνται όμως των ναρκωτικών αντιβηχικών, γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
block
ΕΟΦ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 3.3.2
Mη ναρκωτικά αντιβηχικά
expand_more
Mη ναρκωτικά αντιβηχικά
H αποτελεσματικότητα των μη ναρκωτικών αντιβηχικών, πλην της δεξτρομετορφάνης, είναι συζητήσιμη γιατί οι υπάρχουσες μελέτες είναι ελλειπείς και περιορισμένες. Προτιμώνται όμως των ναρκωτικών αντιβηχικών, γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και γενικά τα μειονεκτήματα των ναρκωτικών. Σε οξείες καταστάσεις, όπου ο βήχας είναι ερεθιστικός μη παραγωγικός και δυσχεραίνει τον ύπνο του αρρώστου, η χορήγησή τους για βραχύ χρονικό διάστημα μπορεί να είναι χρήσιμη. Γενικά η χρήση τους δε συνιστάται σε χρόνιο βήχα, όπως σε καπνιστές, εμφυσηματικούς ή ασθματικούς.
Aντένδειξη στη χορήγησή τους αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας στο συγκεκριμένο αντιβηχικό. H ασφάλειά τους στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή την γαλουχία δεν είναι βεβαιωμένη.
H βουταμιράτη και η κλοβουτινόλη θεωρείται ότι έχουν κεντρική δράση.
O μηχανισμός δράσης της ζιπεπρόλης δεν είναι γνωστός. Πιστεύεται ότι έχει κεντρική δράση και δευτερευόντως ήπια αντιισταμινική και αντιχολινεργική, ενώ φαίνεται να δρά επίσης ως τοπικό αναισθητικό και ως βρογχοδιασταλτικό. Tελευταίως έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εξάρτησης, ενώ σε λήψη μεγάλων δόσεων σοβαρές νευρολογικές διαταραχές (επιληπτικές κρίσεις, χορεία, οίδημα εγκεφάλου, κώμα). Aναφορές και στη χώρα μας δείχνουν ότι χρησιμοποιείται συχνά από εξαρτημένα άτομα για πρόκληση ευφορίας. Xορηγείται με επί διετία φυλασσόμενη ιατρική συνταγή.
H ισοαμινίλη φαίνεται να εμφανίζει σημαντική κατασταλτική δράση στο κέντρο της αναπνοής.
Περιορισμένη κεντρική αντιβηχική δράση και σε δόσεις που προκαλούν καταστολή, έχει και η διφαινυδραμίνη (βλ. 3.5.1), ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αλλεργικού βήχα ή βήχα από κοινό κρυολόγημα.
H λεβοδροπροπιζίνη είναι αντιβηχικό περιφερικής δράσεως.
ΕΟΦ · 3.4
Διεγερτικά του αναπνευστικού κέντρου (αναληπτικά) και υποκατάστατα επιφανειοδραστικού παράγοντα
expand_more
Διεγερτικά του αναπνευστικού κέντρου (αναληπτικά) και υποκατάστατα επιφανειοδραστικού παράγοντα
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περιορισμένη και αυστηρά νοσοκομειακή χρήση. Eίναι δραστικά μόνο σε ενδοφλέβια χορήγηση. Mακροχρόνια χορήγηση δεν φαίνεται να έχει αποτελέσματα εκτός των περιπτώσεων όπου ο άρρωστος δεν ανέχεται το εισπνεόμενο οξυγόνο και αντενδείκνυται η τοποθέτησή του σε αναπνευστικό μηχάνημα. Στις περιπτώσεις αυτές για τη ρύθμιση της δόσης είναι απαραίτητη η παρακολούθηση των αερίων και του pH του αίματος.
Tα περισσότερα αναληπτικά που χρησιμοποιούνται έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και το αναληπτικό αποτέλεσμα είναι βραχείας διάρκειας (5-10 λεπτά). H χρήση τους σε αρρώστους με αναπνευστική ανεπάρκεια παραμένει προβληματική γιατί η δράση τους συνοδεύεται από αυξημένο έργο αναπνοής και κατανάλωση οξυγόνου.
Kύρια ένδειξή τους αποτελούν οι περιπτώσες οξείας επιδείνωσης χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας και η οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια σε δηλητηριάσεις. Eίναι αβέβαιο κατά πόσο υπάρχει ένδειξη συνέχισης της χορήγησής τους και αποτελεσματική δράση μετά το πρώτο 24ωρο από την έναρξη της θεραπείας.
H καφεΐνη και η θεοφυλλίνη είναι αποτελεσματικές στη θεραπεία της πρωτοπαθούς άπνοιας των πρόωρων, αφού και οι δύο αυξάνουν τη δραστηριότητα του KNΣ. H καφεΐνη έχει μεγαλύτερο θεραπευτικό δείκτη από τη θεοφυλλίνη και μικρότερη τοξικότητα.
ΕΟΦ · 3.5.1
Aιθανολαμίνες
expand_more
Aιθανολαμίνες
ΕΟΦ · 4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
expand_more
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.
Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.
O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.
Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).
Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.
Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.
Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η διφαινυδραμίνη έχει αντι-ισταμινικές (υποδοχέας Η1), αντι-εμετικές, αντι-ιλιγγώδεις, καθώς και κατασταλτικές και υπναγωγικές ιδιότητες. Η αντι-ισταμινική δράση επιτυγχάνεται με την αναστολή των σπασμογόνων και οιδηματωδών επιδράσεων της ισταμίνης, μέσω ανταγωνισμού με την ισταμίνη για τις θέσεις των υποδοχέων Η1 στα κύτταρα-στόχους, προλαμβάνοντας αλλά μη αντιστρέφοντας τις αποκρίσεις που μεσολαβούνται αποκλειστικά από την ισταμίνη. Τέτοιες θέσεις υποδοχέων μπορεί να ανευρεθούν στο έντερο, τη μήτρα, τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, τους βρογχικούς μυς και αλλού. Η αντι-εμετική δράση οφείλεται στην αναστολή της χημειοερεθιστικής ζώνης του προμήκους μυελού. Η αντι-ιλιγγώδης δράση οφείλεται σε μια κεντρική αντι-μουσκαρινική επίδραση στον αιθουσαίο μηχανισμό και στο κέντρο εμέτου, καθώς και στη χημειοερεθιστική ζώνη του μέσου εγκεφάλου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διφαινυδραμίνη δρα κυρίως μέσω ανταγωνισμού των υποδοχέων Η1 (Ισταμίνης 1). Οι υποδοχείς Η1 βρίσκονται στους αναπνευστικούς λείους μύες, στα αγγειακά ενδοθηλιακά κύτταρα, στο γαστρεντερικό σωλήνα (ΓΕΣ), στον καρδιακό ιστό, στα ανοσοκύτταρα, στη μήτρα και στους νευρώνες του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). Όταν ο υποδοχέας Η1 διεγείρεται σε αυτούς τους ιστούς, προκαλεί ποικίλες δράσεις, όπως αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα, πρόκληση αγγειοδιαστολής που οδηγεί σε ερυθρότητα, μειωμένο χρόνο αγωγής στον κολποκοιλιακό (AV) κόμβο, διέγερση των αισθητικών νεύρων των αεραγωγών που προκαλεί βήχα, συστολή λείων μυών των βρόγχων και του ΓΕΣ, και ηωσινοφιλική χημειοταξία που προάγει την αλλεργική ανοσολογική απόκριση. Τελικά, η διφαινυδραμίνη λειτουργεί ως αντίστροφος αγωνιστής στους υποδοχείς Η1, και στη συνέχεια αντιστρέφει τις επιδράσεις της ισταμίνης στα τριχοειδή αγγεία, μειώνοντας τα συμπτώματα των αλλεργικών αντιδράσεων. Επιπλέον, καθώς η διφαινυδραμίνη είναι αντιισταμινικό πρώτης γενιάς, διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και ασκεί αντίστροφη αγωνιστική δράση στους υποδοχείς Η1 του ΚΝΣ, οδηγώντας σε υπνηλία και καταστέλλοντας το κέντρο του βήχα στον προμήκη μυελό. Επιπλέον, οι υποδοχείς Η1 είναι παρόμοιοι με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς. Συνεπώς, η διφαινυδραμίνη δρα και ως αντι-μουσκαρινικό. Αυτό συμβαίνει συμπεριφερόμενη ως ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων ακετυλοχολίνης, με αποτέλεσμα τη χρήση της ως φάρμακο για τη νόσο του Πάρκινσον. Τέλος, η διφαινυδραμίνη έχει επίσης αποδειχθεί ότι δρα ως αναστολέας εσωκυτταρικών διαύλων νατρίου, οδηγώντας σε πιθανές τοπικές αναισθητικές ιδιότητες.
Τα αντιισταμινικά που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των αλλεργιών δρουν ανταγωνιζόμενα την ισταμίνη για τις θέσεις των υποδοχέων Η1 στα κύτταρα-στόχους. Έτσι, προλαμβάνουν, αλλά δεν αντιστρέφουν, τις αποκρίσεις που μεσολαβούνται μόνο από την ισταμίνη. Τα αντιισταμινικά ανταγωνίζονται, σε διάφορους βαθμούς, τις περισσότερες φαρμακολογικές δράσεις της ισταμίνης, συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης και του κνησμού. Επίσης, οι αντιχοληνεργικές δράσεις των περισσότερων αντιισταμινικών παρέχουν ξηραντική επίδραση στην ρινική βλεννογόνο. /Αντιισταμινικά/
Οι Η1 ανταγωνιστές αναστέλλουν τόσο τις αγγειοσυσπαστικές επιδράσεις της ισταμίνης όσο και, σε κάποιο βαθμό, τις ταχύτερες αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις που μεσολαβούνται από την ενεργοποίηση των Η1 υποδοχέων στα ενδοθηλιακά κύτταρα (σύνθεση/απελευθέρωση ΝΟ και άλλων μεσολαβητών). /Ανταγωνιστές Υποδοχέων Η1/
Οι Η1 ανταγωνιστές καταστέλλουν τη δράση της ισταμίνης στις νευρικές απολήξεις, συμπεριλαμβανομένου του συστατικού του “flare” της τριπλής απόκρισης και του κνησμού που προκαλείται από την ενδοδερμική έγχυση. /Ανταγωνιστές Υποδοχέων Η1/
Τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς είναι ευρέως συνταγογραφούμενα φάρμακα που ανακουφίζουν τις αλλεργικές αντιδράσεις και την κνίδωση αναστέλλοντας τον περιφερικό Η(1) υποδοχέα της ισταμίνης. Η υπερδοσολογία αυτών των φαρμάκων συχνά οδηγεί σε σοβαρές νευροτοξικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων σπασμών, επιληπτικών κρίσεων και επιδείνωσης των επιληπτικών συμπτωμάτων. Ο δίαυλος Κ(+) KCNQ/M παίζει ζωτικό ρόλο στον έλεγχο της νευρωνικής διεγερσιμότητας. Εδώ, αποδεικνύουμε ότι η μεπυραμίνη και η διφαινυδραμίνη, δύο δομικά σχετιζόμενα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς, μπορούν να δράσουν ως ισχυροί αναστολείς του διαύλου KCNQ/M. Η εξωκυτταρική εφαρμογή αυτών των φαρμάκων μείωσε γρήγορα και αναστρέψιμα τα ρεύματα KCNQ2/Q3 που εκφράζονταν ετερόλογα σε κύτταρα HEK293. Η αναστολή του ρεύματος ήταν εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση και την τάση. Η εκτιμώμενη IC(50) (12,5 και 48,1 microM, αντίστοιχα) βρίσκεται εντός του εύρους των συγκεντρώσεων του φαρμάκου που ανιχνεύονται σε δηλητηριασμένους ασθενείς (30-300 microM). Και τα δύο φάρμακα μετατόπισαν την καμπύλη I-V του διαύλου KCNQ2/Q3 σε πιο αποπολωμένα δυναμικά και άλλαξαν τις ιδιότητες πύλης του διαύλου παρατείνοντας την ενεργοποίηση και συντομεύοντας την κινητική απενεργοποίησης. Η μεπυραμίνη ανέστειλε επίσης τα επιμέρους ομομερικά ρεύματα KCNQ1-4 και ετερομερικά ρεύματα KCNQ3/Q5. Επιπλέον, η μεπυραμίνη ανέστειλε το ρεύμα KCNQ2/Q3 σε ένα εξωτερικό-εξαγόμενο patch από κύτταρα HEK293 και η ανασταλτική επίδραση δεν παρατηρήθηκε ούτε όταν εφαρμόστηκε ενδοκυτταρικά ούτε επηρεάστηκε από την αναστολή της δραστηριότητας της φωσφολιπάσης C (PLC), υποδεικνύοντας έναν εξωκυτταρικό και άμεσο μηχανισμό αναστολής του διαύλου. Τέλος, σε καλλιεργημένους νευρώνες ανώτερου τραχηλικού γάγγλιου (SCG) αρουραίων, η μεπυραμίνη μείωσε το ρεύμα Κ(+) τύπου Μ με εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση τρόπο και οδήγησε σε σημαντική αποπόλωση του δυναμικού της μεμβράνης. Είναι πιθανό αυτές οι επιδράσεις να εμπλέκονται στις δυσμενείς νευροδιεγερτικές επιδράσεις που παρατηρούνται σε ασθενείς που βιώνουν υπερδοσολογία αντιισταμινικών.
Τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς, όπως η διφαινυδραμίνη, είναι αρκετά ισχυροί μουσκαρινικοί ανταγωνιστές εκτός από το ότι είναι Η1 επιλεκτικά αντιισταμινικά. Η αντι-μουσκαρινική δράση συχνά δεν είναι επιθυμητή, καθώς ευθύνεται εν μέρει για την ξηρότητα των εκκρίσεων στους αεραγωγούς και την κατασταλτική επίδραση. Ως εκ τούτου, εξετάσαμε έναν αριθμό αντιισταμινικών για αντι-μουσκαρινικές επιδράσεις στην ιοντική μεταφορά από κύτταρα βλεννογόνων αδένων που απομονώθηκαν από τους αεραγωγούς χοίρων. Τα ενζυμικά απομονωμένα κύτταρα βλεννογόνων αδένων των αεραγωγών καθαρίστηκαν χρησιμοποιώντας πυκνωτικές διαβαθμίσεις και καλλιεργήθηκαν σε πορώδεις μεμβράνες (Millicell HA) σε διεπιφάνεια αέρα. Τα κύτταρα που καλλιεργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο διατηρούν το φαινότυπο και την πολικότητα. Η μεταφορά ιόντων, ως ρεύμα βραχυκυκλώματος που μετρήθηκε υπό τάση, μετρήθηκε ως απόκριση στην ακετυλοχολίνη (ACh) ή την ισταμίνη που εφαρμόστηκε στην ορροειδή πλευρά των στιβάδων των κυττάρων του αδένα. Δημιουργήθηκαν σχέσεις συγκέντρωσης-απόκρισης για ACh ή ισταμίνη παρουσία και απουσία διαφόρων φαρμάκων. Οι ισχύς έναντι της ενεργοποίησης του μουσκαρινικού υποδοχέα εκτιμήθηκαν χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του λόγου δόσης του Schild. Τρεις γνωστοί μουσκαρινικοί ανταγωνιστές χρησιμοποιήθηκαν για την επικύρωση του συστήματος. Η ατροπίνη είχε pA2 9,4 ± 0,1 (n = 9). Η 4-DAMP και η μεκτοθρίνη είχαν τιμές pA2 8,6 ± 0,1 και 5,6 ± 0,1, αντίστοιχα (n = 12, 11), όλες συνεπείς με την αναστολή ενός υποτύπου Μ3 μουσκαρινικού υποδοχέα. Η κατάταξη ισχύος των αντιισταμινικών έναντι της αναστολής των υποδοχέων Μ3 ήταν δεσλοραταδίνη = διφαινυδραμίνη > υδροξυζίνη (pA2; 6,4, 6,2, 4,8, αντίστοιχα). Οι τιμές pA2 για φεξοφεναδίνη, λοραταδίνη και σετιριζίνη δεν προσδιορίστηκαν, καθώς δεν είχαν επίδραση στην χολινεργική απόκριση στις υψηλότερες συγκεντρώσεις φαρμάκου που δοκιμάστηκαν (10, 10 και 100 μM, αντίστοιχα). Οι τιμές pA2 των αντιισταμινικών έναντι της απόκρισης στην ισταμίνη δεν μπορούσαν να υπολογιστούν, αλλά οι εκτιμήσεις της κατάταξης ισχύος εκτιμήθηκαν ως δεσλοραταδίνη > σετιριζίνη ≈ υδροξυζίνη > φεξοφεναδίνη > λοραταδίνη > διφαινυδραμίνη. Η κατάταξη εκλεκτικότητας για τους υποδοχείς ισταμίνης έναντι των μουσκαρινικών υποδοχέων εκτιμήθηκε ως σετιριζίνη ≈ φεξοφεναδίνη > λοραταδίνη > δεσλοραταδίνη ≥ υδροξυζίνη ≥ διφαινυδραμίνη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η διφαινυδραμίνη απορροφάται γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση, με μέγιστη δραστηριότητα να εμφανίζεται σε περίπου μία ώρα. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της διφαινυδραμίνης έχει τεκμηριωθεί στο εύρος 40% έως 60%, και η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση εμφανίζεται περίπου 2 έως 3 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μεταβολίτες της διφαινυδραμίνης συζεύγνυνται με γλυκίνη και γλουταμίνη και απεκκρίνονται στα ούρα. Μόνο περίπου το 1% μιας εφάπαξ δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Το φάρμακο τελικά αποβάλλεται από τους νεφρούς αργά, κυρίως ως ανενεργοί μεταβολίτες.
Η διφαινυδραμίνη κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του ΚΝΣ. Μετά από από του στόματος δόση 50 mg διφαινυδραμίνης, ο όγκος κατανομής κυμαίνεται από 3,3 έως 6,8 L/kg.
Οι τιμές για την κάθαρση πλάσματος από μια από του στόματος δόση 50 mg διφαινυδραμίνης έχουν τεκμηριωθεί ότι κυμαίνονται από 600-1300 ml/min.
Η κατανομή της διφαινυδραμίνης στους ιστούς και τα υγρά του ανθρώπινου σώματος δεν έχει χαρακτηριστεί πλήρως. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε αρουραίους, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου επιτυγχάνονται στους πνεύμονες, τη σπλήνα και τον εγκέφαλο, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις στην καρδιά, τους μυς και το ήπαρ. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε υγιείς ενήλικες, η διφαινυδραμίνη αναφέρεται ότι έχει έναν φαινομενικό όγκο κατανομής 188-336 L. Ο όγκος κατανομής του φαρμάκου αναφέρεται ότι είναι μεγαλύτερος σε Ασιάτες (περίπου 480 L) παρά σε λευκούς ενήλικες.
Το φάρμακο διαπερνά τον πλακούντα και έχει ανιχνευθεί στο γάλα, αν και ο βαθμός κατανομής στο γάλα δεν έχει ποσοτικοποιηθεί.
Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 100 mg σε υγιείς ενήλικες, περίπου 50-75% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 4 ημερών, σχεδόν πλήρως ως μεταβολίτες και με τη μεγαλύτερη ούρηση εντός των πρώτων 24-48 ωρών. μόνο περίπου το 1% μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Η διφαινυδραμίνη, χορηγούμενη από του στόματος, φθάνει σε μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα σε περίπου 2 ώρες, παραμένει εκεί για άλλες 2 ώρες, και στη συνέχεια μειώνεται εκθετικά με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα περίπου 4-8 ωρών. Το φάρμακο κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του ΚΝΣ. Λίγη, αν υπάρξει, απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. οι περισσότερες εμφανίζονται εκεί ως μεταβολίτες.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΔΙΦΕΝΥΔΡΑΜΙΝΗ (σύνολο 7), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Ηπατική και νεφρική Οδός Απέκκρισης: Λίγη, αν υπάρξει, απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. οι περισσότερες εμφανίζονται ως προϊόντα αποδόμησης μεταβολικού μετασχηματισμού στο ήπαρ, τα οποία απεκκρίνονται σχεδόν πλήρως εντός 24 ωρών. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 1-4 ώρες
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Ορισμένες πληροφορίες συνταγογράφησης αναφέρουν τη σύνδεση της διφαινυδραμίνης με τις πρωτεΐνες ως περίπου 78%, ενώ άλλες έχουν υποδείξει ότι το φάρμακο συνδέεται περίπου 80% έως 85% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η διφαινυδραμίνη υφίσταται ταχεία και εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου. Συγκεκριμένα, λαμβάνουν χώρα δύο διαδοχικές N-απομεθυλιώσεις, όπου η διφαινυδραμίνη απομεθυλιώνεται σε N-δεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη (τον N-δεσμεθυλο μεταβολίτη) και στη συνέχεια αυτός ο μεταβολίτης απομεθυλιώνεται περαιτέρω σε N,N-διδεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη (τον N,N-διδεσμεθυλο μεταβολίτη). Στη συνέχεια, ακετυλο-μεταβολίτες όπως η N-ακετυλο-N-δεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη δημιουργούνται μέσω της αμινομάδας του N,N-διδεσμεθυλο μεταβολίτη. Επιπλέον, ο N,N-διδεσμεθυλο μεταβολίτης υφίσταται επίσης κάποια οξείδωση για τη δημιουργία του μεταβολίτη διφαινυλομεθοξυ-οξικού οξέος. Το υπόλοιπο ποσοστό μιας δόσης χορηγούμενης διφαινυδραμίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο. Οι μεταβολίτες συζεύγνυνται περαιτέρω με γλυκίνη και γλουταμίνη και απεκκρίνονται στα ούρα. Επιπλέον, μελέτες έχουν δείξει ότι μια ποικιλία ισοενζύμων του κυτοχρώματος P450 εμπλέκεται στην N-απομεθυλίωση που χαρακτηρίζει την κύρια μεταβολική οδό της διφαινυδραμίνης, συμπεριλαμβανομένων των CYP2D6, CYP1A2, CYP2C9 και CYP2C19. Συγκεκριμένα, το CYP2D6 παρουσιάζει υψηλότερη συγγένεια καταλυτικής δράσης με το υπόστρωμα της διφαινυδραμίνης από τα άλλα προσδιορισμένα ισοένζυμα. Συνεπώς, οι επαγωγείς ή οι αναστολείς αυτών των CYP ενζύμων μπορεί δυνητικά να επηρεάσουν τη συγκέντρωση στον ορό και την εμφάνιση ή/και τη σοβαρότητα των δυσμενών επιδράσεων που σχετίζονται με την έκθεση στη διφαινυδραμίνη.
Η διφαινυδραμίνη μεταβολίζεται ταχέως και φαινομενικά σχεδόν πλήρως. Μετά από από του στόματος χορήγηση, το φάρμακο υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ. Η διφαινυδραμίνη φαίνεται να μεταβολίζεται κυρίως σε διφαινυλομεθοξυ-οξικό οξύ, το οποίο μπορεί να υποστεί περαιτέρω συζεύξη. Το φάρμακο υφίσταται επίσης αποαλκυλίωση σχηματίζοντας τα N-δεσμεθυλο και N, N-διδεσμεθυλο παράγωγα. Η διφαινυδραμίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Η διφαινυδραμίνη χρησιμοποιείται ευρέως ως αντιισταμινικό χωρίς ιατρική συνταγή. Ωστόσο, τα ειδικά ανθρώπινα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 (P450) που μεσολαβούν στο μεταβολισμό της διφαινυδραμίνης στο εύρος κλινικά σχετικών συγκεντρώσεων (0,14-0,77 μM) παραμένουν ασαφή. Επομένως, προσδιορίστηκαν τα ισοένζυμα P450 που εμπλέκονται στην N-απομεθυλίωση, μια κύρια μεταβολική οδό της διφαινυδραμίνης, με μια μέθοδο υγρής χρωματογραφίας-φασματομετρίας μάζας που αναπτύχθηκε στο εργαστήριό μας. Μεταξύ 14 ανασυνδυασμένων ισοενζύμων P450, το CYP2D6 έδειξε την υψηλότερη δραστηριότητα N-απομεθυλίωσης της διφαινυδραμίνης (0,69 pmol/min/pmol P450) σε 0,5 μM. Το CYP2D6 καταλυσε την N-απομεθυλίωση της διφαινυδραμίνης ως ισοένζυμο P450 υψηλής συγγένειας, του οποίου η τιμή K(m) ήταν 1,12 ± 0,21 μM. Επιπλέον, τα CYP1A2, CYP2C9 και CYP2C19 αναγνωρίστηκαν ως συστατικά χαμηλής συγγένειας. Σε μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος, η εμπλοκή των CYP2D6, CYP1A2, CYP2C9 και CYP2C19 στην N-απομεθυλίωση της διφαινυδραμίνης επιβεβαιώθηκε χρησιμοποιώντας ειδικούς αναστολείς ισοενζύμων P450. Επιπλέον, η συμβολή αυτών των ισοενζύμων P450 που εκτιμήθηκε με τον λόγο σχετικής δραστηριότητας ήταν σε καλή συμφωνία με τα αποτελέσματα των μελετών αναστολής. Αν και έχει αναφερθεί προηγουμένως ανασταλτική επίδραση της διφαινυδραμίνης στη μεταβολική δραστηριότητα του CYP2D6, τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης υποδηλώνουν ότι δεν είναι μόνο ένας ισχυρός αναστολέας αλλά και ένα υπόστρωμα υψηλής συγγένειας του CYP2D6. Επομένως, αξίζει να αναφερθεί ότι η κατασταλτική επίδραση της διφαινυδραμίνης μπορεί να οφείλεται σε συγχορήγηση υποστρωμάτων/αναστολέων CYP2D6. Επιπλέον, μεγάλες διαφορές στις μεταβολικές δραστηριότητες των CYP2D6 και αυτών των CYP1A2, CYP2C9 και CYP2C19 θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις ατομικές διαφορές στην αντι-αλλεργική αποτελεσματικότητα και την κατασταλτική επίδραση της διφαινυδραμίνης.
Δύο στελέχη του νηματώδους μύκητα Cunninghamella elegans (ATCC 9245 και ATCC 36112) αναπτύχθηκαν σε ζωμό δεξτρόζης Sabouraud και ελέγχθηκαν για την ικανότητά τους να μεταβολίζουν την εθανολαμίνη-τύπου αντιισταμινική διφαινυδραμίνη. Με βάση την ποσότητα της μητρικής ουσίας που ανακτήθηκε μετά από 7 ημέρες επώασης, και τα δύο στελέχη C. elegans μεταβολισαν περίπου το 74% της διφαινυδραμίνης, εκ των οποίων το 58% ταυτοποιήθηκε ως εκχυλίσιμοι με μεταβολίτες. Οι εκχυλίσιμοι με μεταβολίτες απομονώθηκαν με αντίστροφη φάση χρωματογραφίας υγρής υψηλής απόδοσης και ταυτοποιήθηκαν αναλύοντας τα φάσματα μάζας και πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού τους. Χρησιμοποιήθηκε φασματομετρία μάζας χημειοδιέγερσης απορρόφησης (DCIMS) με δευτεριωμένη αμμωνία για τη διάκριση πιθανών ισοβαρικών μεταβολιτών διφαινυδραμίνης και για τη διερεύνηση των μηχανισμών σχηματισμού ιόντων υπό συνθήκες DCIMS αμμωνίας. Το C. elegans μετασχημάτισε τη διφαινυδραμίνη μέσω απομεθυλίωσης, οξείδωσης και N-ακετυλίωσης. Οι κύριοι παρατηρούμενοι μεταβολίτες ήταν διφαινυδραμίνη-N-οξείδιο (3%), N-δεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη (30%), N-ακετυλο-διδεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη (13%) και N-ακετυλο-N-δεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη (12%). Αυτές οι ενώσεις είναι γνωστοί ανθρώπινοι μεταβολίτες της διφαινυδραμίνης….
Η διφαινυδραμίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν Γλυκουρονικό Διφαινυδραμίνης-Ν και N-Δεσμεθυλοδιφαινυδραμίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμαίνεται από 2,4-9,3 ώρες σε υγιείς ενήλικες. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται σε κίρρωση του ήπατος.
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές του ανταγωνιστή των Η1-υποδοχέων διφαινυδραμίνη σε 21 άτομα που νήστευαν, χωρισμένα σε τρεις ηλικιακές ομάδες: ηλικιωμένους (μέση ηλικία 69,4 ± 4,3 ετών), νεαρούς ενήλικες (μέση ηλικία 31,5 ± 10,4 ετών) και παιδιά (μέση ηλικία 8,9 ± 1,7 ετών). Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν εφάπαξ δόση σιροπιού διφαινυδραμίνης 1,25 mg/kg. … Οι μέσες τιμές του χρόνου ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα της διφαινυδραμίνης διέφεραν σημαντικά σε ηλικιωμένους ενήλικες, νεαρούς ενήλικες και παιδιά, με τιμές 13,5 ± 4,2 ώρες, 9,2 ± 2,5 ώρες και 5,4 ± 1,8 ώρες αντίστοιχα σε κάθε ηλικιακή ομάδα. …
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της διφαινυδραμίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, αλλά φαίνεται να κυμαίνεται από 2,4-9,3 ώρες σε υγιείς ενήλικες. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής αναφέρεται ότι παρατείνεται σε ενήλικες με κίρρωση ήπατος.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που αναστέλλουν την αγωγή των νεύρων όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην περιοχή που νευρώνεται. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση ύπνου, την πρόληψη αϋπνίας ή τη θεραπεία διαταραχών έναρξης και διατήρησης ύπνου.
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις στον κεντρικό νευρικό σύστημα των Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν προλαμβάνοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
8GTS82S83M
DIPHENHYDRAMINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης Η1
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης-1
Η διφαινυδραμίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης Η1. Ο μηχανισμός δράσης της διφαινυδραμίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης Η1.
DIPHENHYDRAMINE
Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης Η1 [MoA]; Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης-1 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που αναστέλλουν την αγωγή των νεύρων όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην περιοχή που νευρώνεται. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ναυτίας ή εμέτου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση ύπνου, την πρόληψη αϋπνίας ή τη θεραπεία διαταραχών έναρξης και διατήρησης ύπνου.
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης Η1, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις στον κεντρικό νευρικό σύστημα των Η1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση υπνηλίας ή ύπνου ή για τη μείωση ψυχολογικής διέγερσης ή άγχους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν προλαμβάνοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475)