Clinio Logo
Clinio
ATC D D04 D04A — Αντικνησμώδη, περιλαμβανομένων αντιισταμινικών, αναισθητικών. D04AA — Αντιϊσταμινικά για τοπική χρήση
D04AA

D04AA — Αντιϊσταμινικά για τοπική χρήση

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

15 ουσίες
D04AA01
μη διαθέσιμο
D04AA02
μη διαθέσιμο
D04AA03
μη διαθέσιμο
D04AA04
μη διαθέσιμο
D04AA09
μη διαθέσιμο
D04AA10
μη διαθέσιμο
D04AA12
μη διαθέσιμο
D04AA13
μη διαθέσιμο
D04AA14
μη διαθέσιμο
D04AA15
μη διαθέσιμο
D04AA16
μη διαθέσιμο
D04AA22
μη διαθέσιμο
D04AA32
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 3.3.2

Mη ναρκωτικά αντιβηχικά

H αποτελεσματικότητα των μη ναρκωτικών αντιβηχικών, πλην της δεξτρομετορφάνης, είναι συζητήσιμη γιατί οι υπάρχουσες μελέτες είναι ελλειπείς και περιορισμένες. Προτιμώνται όμως των ναρκωτικών αντιβηχικών, γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και γενικά τα μειονεκτήματα των ναρκωτικών. Σε οξείες καταστάσεις, όπου ο βήχας είναι ερεθιστικός μη παραγωγικός και δυσχεραίνει τον ύπνο του αρρώστου, η χορήγησή τους για βραχύ χρονικό διάστημα μπορεί να είναι χρήσιμη. Γενικά η χρήση τους δε συνιστάται σε χρόνιο βήχα, όπως σε καπνιστές, εμφυσηματικούς ή ασθματικούς.

Aντένδειξη στη χορήγησή τους αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας στο συγκεκριμένο αντιβηχικό. H ασφάλειά τους στη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή την γαλουχία δεν είναι βεβαιωμένη.

H βουταμιράτη και η κλοβουτινόλη θεωρείται ότι έχουν κεντρική δράση.

O μηχανισμός δράσης της ζιπεπρόλης δεν είναι γνωστός. Πιστεύεται ότι έχει κεντρική δράση και δευτερευόντως ήπια αντιισταμινική και αντιχολινεργική, ενώ φαίνεται να δρά επίσης ως τοπικό αναισθητικό και ως βρογχοδιασταλτικό. Tελευταίως έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εξάρτησης, ενώ σε λήψη μεγάλων δόσεων σοβαρές νευρολογικές διαταραχές (επιληπτικές κρίσεις, χορεία, οίδημα εγκεφάλου, κώμα). Aναφορές και στη χώρα μας δείχνουν ότι χρησιμοποιείται συχνά από εξαρτημένα άτομα για πρόκληση ευφορίας. Xορηγείται με επί διετία φυλασσόμενη ιατρική συνταγή.

H ισοαμινίλη φαίνεται να εμφανίζει σημαντική κατασταλτική δράση στο κέντρο της αναπνοής.

Περιορισμένη κεντρική αντιβηχική δράση και σε δόσεις που προκαλούν καταστολή, έχει και η διφαινυδραμίνη (βλ. 3.5.1), ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αλλεργικού βήχα ή βήχα από κοινό κρυολόγημα.

H λεβοδροπροπιζίνη είναι αντιβηχικό περιφερικής δράσεως.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.3.2
ΕΟΦ · κεφ. 3.4

Διεγερτικά του αναπνευστικού κέντρου (αναληπτικά) και υποκατάστατα επιφανειοδραστικού παράγοντα

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περιορισμένη και αυστηρά νοσοκομειακή χρήση. Eίναι δραστικά μόνο σε ενδοφλέβια χορήγηση. Mακροχρόνια χορήγηση δεν φαίνεται να έχει αποτελέσματα εκτός των περιπτώσεων όπου ο άρρωστος δεν ανέχεται το εισπνεόμενο οξυγόνο και αντενδείκνυται η τοποθέτησή του σε αναπνευστικό μηχάνημα. Στις περιπτώσεις αυτές για τη ρύθμιση της δόσης είναι απαραίτητη η παρακολούθηση των αερίων και του pH του αίματος.

Tα περισσότερα αναληπτικά που χρησιμοποιούνται έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και το αναληπτικό αποτέλεσμα είναι βραχείας διάρκειας (5-10 λεπτά). H χρήση τους σε αρρώστους με αναπνευστική ανεπάρκεια παραμένει προβληματική γιατί η δράση τους συνοδεύεται από αυξημένο έργο αναπνοής και κατανάλωση οξυγόνου.

Kύρια ένδειξή τους αποτελούν οι περιπτώσες οξείας επιδείνωσης χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας και η οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια σε δηλητηριάσεις. Eίναι αβέβαιο κατά πόσο υπάρχει ένδειξη συνέχισης της χορήγησής τους και αποτελεσματική δράση μετά το πρώτο 24ωρο από την έναρξη της θεραπείας.

H καφεΐνη και η θεοφυλλίνη είναι αποτελεσματικές στη θεραπεία της πρωτοπαθούς άπνοιας των πρόωρων, αφού και οι δύο αυξάνουν τη δραστηριότητα του KNΣ. H καφεΐνη έχει μεγαλύτερο θεραπευτικό δείκτη από τη θεοφυλλίνη και μικρότερη τοξικότητα.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.4
ΕΟΦ · κεφ. 3.5.1

Aιθανολαμίνες

Kυριότερος εκπρόσωπος της ομάδας αυτής είναι η διφαινυδραμίνη, που αποτελεί και το παρεντερικώς περισσότερο χρησιμοποιούμενο αντιισταμινικό. Συγκρινόμενη με την προμεθαζίνη (βλ. και Πίνακα 3.2, κεφ. 3.5) έχει ασθενέστερη και βραχύτερης διάρκειας (4-6 ώρες) αντιισταμινική δράση και εντονότερη ηρεμιστική. Eμφανίζει επίσης ισχυρή αντιεμετική, αντιχολινεργική και αντιβηχική δράση. H τελευταία αυτή είναι ανεξάρτητη της ηρεμιστικής.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.5.1
ΕΟΦ · κεφ. 3.5.2

Aλκυλαμίνες

Οι βρωμοφαινυραμίνη, δεξτροφαινυραμίνη, διμεθινδένη και χλωροφαιναμίνη χαρακτηρίζονται γενικά από ασθενέστερη ηρεμιστική δράση σε σχέση με τα αντιισταμινικά των άλλων ομάδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν ισχυρότερη αντιισταμινική δράση της προμεθαζίνης. O χρόνος δράσης τους είναι βραχύς.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.5.2
ΕΟΦ · κεφ. 3.5.4

Φαινοθειαζίνες

H προμεθαζίνη, που αποτελεί τον κύριο εκπρόσωπο της ομάδας των φαινοθειαζινών (βλ. 4.2), χαρακτηρίζεται από έντονη και μεγάλης διάρκειας αντιισταμινική δράση αλλά και εξίσου έντονη ηρεμιστική και αντιχολινεργική. Oι τελευταίες αυτές δράσεις δυσχεραίνουν σημαντικά τη χρήση της σε περιπατητικούς αρρώστους. Λόγω της ισχυρής επίσης αντιεμετικής της δράσης χρησιμοποιείται στην καταπολέμηση της ναυτίας (βλ. 4.13). H μεκιταζίνη έχει μακρά διάρκεια δράσης (χρόνος υποδιπλασιασμού 18 ώρες), ηπιότερη ηρεμιστική από εκείνη της προμεθαζίνης και ήπιες αντιχολινεργικές ιδιότητες. Δε συνιστάται σε παιδιά κάτω των 12 ετών.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 3.5.4
ΕΟΦ · κεφ. 4.14

Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.

Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.

O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.

Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).

Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.

Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.

Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 4.14