Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N02CD05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

EPTINEZUMAB

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναλγητικά, ανταγωνιστές του σχετιζόμενου με το γονίδιο της καλσιτονίνης πεπτιδίου (CGRP), κωδικός ATC: N02CD05.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • G43 Ημικρανία
search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
κάθε 12 εβδομάδες
Δόση έναρξης:
100 mg
Τιτλοποίηση:
Η ανάγκη για κλιμάκωση της δόσης θα πρέπει να αξιολογείται εντός 12 εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας. Όταν γίνεται αλλαγή της δοσολογίας, η πρώτη δόση του νέου σχήματος θα πρέπει να χορηγείται την επόμενη προγραμματισμένη ημέρα χορήγησης δόσης.
  • Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιά ηλικίας 6 έως 18 ετών
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση για την προφύλαξη από ημικρανία.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
  • Ασθενείς με καρδιαγγειακές, νευρολογικές ή ψυχιατρικές νόσους
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου (υπέρταση, ισχαιμική καρδιακή νόσο), παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου (διαβήτη, νόσους του κυκλοφορικού, υπερλιπιδαιμία), ιστορικό νευρολογικών νόσων, ψυχιατρικές παθήσεις που δεν ήταν υπό έλεγχο ή/και που δεν αντιμετωπίζονταν θεραπευτικά
    Αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια σε αυτούς τους ασθενείς. Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας.
  • Σοβαρή υπερευαισθησία
    Σοβαρή
    Εάν προκύψει μια σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας, η χορήγηση του eptinezumab θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία. Εάν η αντίδραση υπερευαισθησίας δεν είναι σοβαρή, η περαιτέρω συνέχιση της θεραπείας με eptinezumab εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του θεράποντα ιατρού.
  • Έκδοχα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στην φρουκτόζη (HFI)
    Δεν πρέπει να χορηγείται εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Πρέπει να λαμβάνεται αναλυτικό ιστορικό αναφορικά με τα συμπτώματα της HFI πριν τη χορήγηση.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Η επτινεζουμάμπη δεν μεταβολίζεται από ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Κατά συνέπεια, θεωρείται απίθανο να προκύψουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ της επτινεζουμάμπης και συγχορηγούμενων φαρμάκων που αποτελούν υποστρώματα, επαγωγείς ή αναστολείς των ενζύμων του κυτοχρώματος P450.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
Ανοσοποιητικό
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Τραυματισμοί
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Γενικές
  • Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
    Τραυματισμοί
    Συχνές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του eptinezumab κατά τη διάρκεια της κύησης.
    Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της επτινεζουμάμπης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα με την επτινεζουμάμπη δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ανθρώπινη IgG είναι γνωστό ότι διαπερνά τον πλακούντιο φραγμό και, κατά συνέπεια, η επτινεζουμάμπη μπορεί να μεταφερθεί από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο.
  • Θηλασμός
    Μετά από αυτό το διάστημα, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη η χρήση της επτινεζουμάμπης κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο εάν αυτή κρίνεται κλινικά απαραίτητη.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την παρουσία της επτινεζουμάμπης στο ανθρώπινο γάλα, τις επιδράσεις στο θηλάζον βρέφος ή τις επιδράσεις στη γαλακτοφορία. Η ανθρώπινη IgG είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ημερών μετά τον τοκετό, ενώ μειώνεται σε χαμηλές συγκεντρώσεις λίγο μετά. Συνεπώς, ο κίνδυνος στο θηλάζον βρέφος κατά τη διάρκεια αυτής της σύντομης περιόδου δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Η επίδραση της επτινεζουμάμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει αξιολογηθεί. Μελέτες σε ζώα με την επτινεζουμάμπη δεν κατέδειξαν επίδραση στη γυναικεία ή την ανδρική γονιμότητα.
    Η επίδραση της επτινεζουμάμπης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει αξιολογηθεί. Μελέτες σε ζώα με την επτινεζουμάμπη δεν κατέδειξαν επίδραση στη γυναικεία ή την ανδρική γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
ο ασθενής θα πρέπει να αντιμετωπίζεται συμπτωματολογικά, ενώ θα πρέπει να εφαρμόζονται υποστηρικτικά μέτρα ανάλογα με τις ανάγκες.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Το eptinezumab δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Σορβιτόλη (E420)
L-ιστιδίνη
Μονοϋδρική υδροχλωρική L-ιστιδίνη
Πολυσορβικό 80
Ύδωρ για ενέσιμα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναλγητικά, ανταγωνιστές του σχετιζόμενου με το γονίδιο της καλσιτονίνης πεπτιδίου (CGRP), κωδικός ATC: N02CD05.

Μηχανισμός δράσης

Η επτινεζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο ανθρωποποιημένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) το οποίο δεσμεύεται σε α- και β-μορφές του συνδέτη του ανθρώπινου σχετιζόμενου με το γονίδιο της καλσιτονίνης πεπτιδίου (CGRP) με χαμηλή συγγένεια σε επίπεδο picomolar (4 και 3 pM Kd, αντίστοιχα). Η επτινεζουμάμπη αποτρέπει την ενεργοποίηση των υποδοχέων CGRP και, κατά συνέπεια, την κατιούσα αλυσιδωτή αντίδραση φυσιολογικών συμβάντων που συνδέονται με την έναρξη κρίσεων ημικρανίας.

Η επτινεζουμάμπη αναστέλλει την α και β-τύπου μεσολαβούμενη από το CGRP νευρογενή φλεγμονή και αγγειοδιαστολή.

Η επτινεζουμάμπη είναι εξαιρετικά εκλεκτική (> 100.000 πλάσια έναντι των σχετικών νευροπεπτιδίων αμυλίνη, καλσιτονίνη, αδρενομεδουλίνη και ιντερμεδίνη).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η χρήση του eptinezumab (επτινεζουμάμπη) ως προφυλακτική θεραπεία για την ημικρανία αξιολογήθηκε σε δύο προεγκριτικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο: Τη μελέτη PROMISE 1 η οποία διεξήχθη σε ασθενείς με επεισοδιακή ημικρανία (n = 888) και τη μελέτη PROMISE 2 σε ασθενείς με χρόνια ημικρανία (n = 1.072). Οι ασθενείς που εντάχθηκαν σε αυτές τις μελέτες είχαν ιστορικό ημικρανίας (με ή χωρίς αύρα) με διάρκεια τουλάχιστον 12 μήνες, σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια της Διεθνούς ταξινόμησης των διαταραχών κεφαλαλγίας (ICHD-II ή III).

PROMISE 1: επεισοδιακή ημικρανία Η PROMISE 1 ήταν μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη παράλληλων ομάδων για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του eptinezumab για την προφυλακτική θεραπεία της επεισοδιακής ημικρανίας σε ενήλικες. Τυχαιοποιήθηκαν 665 ασθενείς για τη λήψη εικονικού φαρμάκου (N = 222), επτινεζουμάμπης 100 mg (N = 221) ή επτινεζουμάμπης 300 mg (N = 222) κάθε 12 εβδομάδες για 48 εβδομάδες (4 εγχύσεις). Ως επεισοδιακή ημικρανία ορίστηκαν ≥ 4 και ≤ 14 ημέρες κεφαλαλγίας από τις οποίες τουλάχιστον οι 4 έπρεπε να είναι ημέρες ημικρανίας σε κάθε περίοδο 28 ημερών κατά τους 3 μήνες πριν από τη διαλογή με επιβεβαίωση κατά τη διάρκεια της περιόδου έναρξης. Στους ασθενείς επιτρεπόταν να λαμβάνουν συγχορηγούμενα φάρμακα για οξεία αντιμετώπιση της ημικρανίας ή της κεφαλαλγίας, μεταξύ των οποίων φάρμακα ειδικά για ημικρανία (δηλ. τριπτάνες, παράγωγα εργοταμίνης) κατά τη διάρκεια της μελέτης. Η τακτική χρήση (πάνω από 7 ημέρες τον μήνα) άλλων θεραπειών για την πρόληψη της ημικρανίας δεν επιτρεπόταν.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μεταβολή από την έναρξη στον μέσο αριθμό ημερών ημικρανίας ανά μήνα (MMD) κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12. Τα κύρια δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν ποσοστά ανταποκριθέντων ασθενών με ημικρανία ≥ 50% και ≥ 75% που ορίστηκαν ως το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν τουλάχιστον την καθορισμένη ποσοστιαία μείωση ημερών ημικρανίας κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12, ποσοστό ανταποκριθέντων ασθενών με ημικρανία ≥ 75% κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-4, καθώς και το ποσοστό των ασθενών με ημικρανία την ημέρα μετά την πρώτη δόση (ημέρα 1).

Η ηλικία των ασθενών ήταν κατά μέσο όρο τα 40 έτη (εύρος: 18 έως 71 ετών), το 84% ήταν γυναίκες και το 84% ήταν λευκοί. Κατά την έναρξη, ο μέσος αριθμός ημερών ημικρανίας ανά μήνα ήταν 8,6 και το ποσοστό των ασθενών με ημικρανία μια δεδομένη ημέρα ήταν 31%. Και οι δύο αυτοί αριθμοί ήταν παρόμοιοι στις ομάδες θεραπείας.

Παρατηρήθηκε μείωση στον μέσο αριθμό ημερών ημικρανίας ανά μήνα έναντι του εικονικού φαρμάκου και για τις δύο δόσεις από την πρώτη ημέρα μετά τη χορήγηση.

PROMISE 2: χρόνια ημικρανία Η PROMISE 2 ήταν μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη παράλληλων ομάδων για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του eptinezumab για την προφυλακτική θεραπεία της χρόνιας ημικρανίας σε ενήλικες. Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 1.072 ασθενείς οι οποίοι λάμβαναν εικονικό φάρμακο (N = 366), επτινεζουμάμπη 100 mg (N = 356) ή επτινεζουμάμπη 300 mg (N = 350) κάθε 12 εβδομάδες για διάστημα 24 εβδομάδων (2 εγχύσεις). Ως χρόνια ημικρανία ορίστηκαν οι ≥ 15 έως ≤ 26 ημέρες κεφαλαλγίας από τις οποίες ≥ 8 αξιολογήθηκαν ως ημέρες ημικρανίας κατά τους 3 μήνες πριν από τη διαλογή με επιβεβαίωση κατά τη διάρκεια της περιόδου διαλογής των 28 ημερών. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, στους ασθενείς επιτρεπόταν να λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή για οξεία ή προφυλακτική αντιμετώπιση της ημικρανίας ή της κεφαλαλγίας σε καθιερωμένο σταθερό σχήμα (εκτός από onabotulinumtoxinA).

Στον πληθυσμό της μελέτης συμπεριλήφθηκαν συνολικά 431 ασθενείς (40%) με διπλή διάγνωση χρόνιας ημικρανίας και κεφαλαλγίας από κατάχρηση φαρμάκων (συσχετιζόμενη με υπερβολική χρήση τριπτανών, εργοταμίνης ή συνδυαστικών αναλγητικών > 10 ημέρες/μήνα, ή ακεταμινοφαίνης, ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ≥ 15 ημέρες/μήνα) που επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου διαλογής.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μεταβολή από την έναρξη στο μέσο αριθμό MMD κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12. Τα κύρια δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν ποσοστά ανταποκριθέντων ασθενών με ημικρανία ≥ 50% και ≥ 75% τα οποία ορίστηκαν ως το ποσοστό των ασθενών που πέτυχε τη συγκεκριμένη ποσοστιαία μείωση στον αριθμό ημερών ημικρανίας κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12, ποσοστό ανταποκριθέντων ασθενών με ημικρανία ≥ 75% κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-4, ποσοστό ασθενών με ημικρανία την ημέρα μετά τη δόση, μείωση της συχνότητας της ημικρανίας από την έναρξη έως την εβδομάδα 4, μεταβολή από την έναρξη στη συνολική βαθμολογία στη Δοκιμασία αντίκτυπου κεφαλαλγίας (HIT-6) την εβδομάδα 12 (μόνο για τη δόση των 300 mg), καθώς και μεταβολή από την έναρξη στις ημέρες λήψης φαρμάκων για οξεία αντιμετώπιση ημικρανίας ανά μήνα ως μέσο όρο κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12 (μόνο για τη δόση των 300 mg).

Η ηλικία των ασθενών ήταν κατά μέσο όρο τα 41 έτη (εύρος: 18 έως 65 ετών), το 88% ήταν γυναίκες και το 91% ήταν λευκοί. Το σαράντα ένα τοις εκατό των ασθενών λάμβανε ταυτόχρονα προφυλακτική φαρμακευτική αγωγή για την ημικρανία. Κατά την έναρξη, ο μέσος αριθμός ημερών ημικρανίας ανά μήνα ήταν 16,1 και το ποσοστό των ασθενών με ημικρανία μια δεδομένη ημέρα ήταν 57,6%. Και οι δύο αυτοί αριθμοί ήταν παρόμοιοι στις ομάδες θεραπείας.

Παρατηρήθηκε μείωση στον μέσο αριθμό ημερών ημικρανίας ανά μήνα έναντι του εικονικού φαρμάκου και για τις δύο δόσεις από την πρώτη ημέρα μετά τη χορήγηση.

Ασθενείς που διαγνώστηκαν με κεφαλαλγία από υπερβολική χρήση φαρμάκων Στους 431 (40%) ασθενείς που διαγνώστηκαν με κεφαλαλγία από υπερβολική χρήση φαρμάκων (MOH) στη μελέτη PROMISE 2, η μέση μεταβολή από την έναρξη στις MMD (εβδομάδες 1-12) ήταν για το eptinezumab 100 mg -8,4 ημέρες, για το eptinezumab 300 mg -8,6 ημέρες και για το εικονικό φάρμακο -5,4 ημέρες (μέση διαφορά με το εικονικό φάρμακο -3,0 ημέρες και -3,2 ημέρες για τις δόσεις των 100 mg και 300 mg, αντίστοιχα).

DELIVER: Αποτυχίες προηγούμενων προληπτικών θεραπειών για την ημικρανία Το eptinezumab αξιολογήθηκε σε μια μελέτη αποτελεσματικότητας και ασφάλειας (DELIVER) η οποία περιλάμβανε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο θεραπείας 24 εβδομάδων και μία μακροχρόνια παρατεταμένη περίοδο 48 εβδομάδων, σε ασθενείς με επεισοδιακή (n = 484) και χρόνια (n = 405) ημικρανία με τεκμηριωμένη αποτυχία σε δύο έως τέσσερεις προηγούμενες προληπτικές θεραπείες για την ημικρανία.

Η μελέτη έδειξε ότι, η θεραπεία του eptinezumab οδήγησε σε μια μέση μείωση του αριθμού ημερών ημικρανίας ανά μήνα (MMD) κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12: -4,8 στην ομάδα του eptinezumab 100 mg και -5,3 στην ομάδα του eptinezumab 300 mg σε σύγκριση με -2,1 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, το οποίο αντιστοιχεί σε μια διαφορά -2,7 ημερών (95% CI: -3,4 έως -2,0) και -3,2 ημερών (95% CI: -3,9 έως -2,5), αντιστοίχως, σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι, επιτεύχθηκε μείωση ≥ 50% στον αριθμό των ημερών ημικρανίας ανά μήνα (MMD) κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12 για το 42% της ομάδας του eptinezumab 100 mg και για το 50% στην ομάδα του eptinezumab 300 mg, σε σύγκριση με το 13% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Μείωση ≥ 75% στον αριθμό των ημερών ημικρανίας ανά μήνα (MMD) κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 1-12 επιτεύχθηκε στο 16% της ομάδας του eptinezumab 100 mg και στο 19% της ομάδας του eptinezumab 300 mg, σε σύγκριση με το 2% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα στην ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο περίοδο θεραπείας διατηρήθηκε για έως 72 εβδομάδες θεραπείας του eptinezumab κατά την παρατεταμένη περίοδο.

Τα δεδομένα ασφάλειας ήταν σύμφωνα με το προφίλ ασφάλειας του eptinezumab όπως περιγράφεται στην (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

RELIEF: Έναρξη προληπτικής θεραπείας κατά τη διάρκεια μιας κρίσεως ημικρανίας Το eptinezumab αξιολογήθηκε σε μια μελέτη αποτελεσματικότητας και ασφάλειας (RELIEF) σε ασθενείς με 4 έως 15 ημέρες ημικρανίας ανά μήνα (n = 480). Οι ασθενείς έλαβαν eptinezumab ή εικονικό φάρμακο εντός 1-6 ωρών μετά την έναρξη μιας μέτριας έως σοβαρής κρίσεως ημικρανίας.

Η μελέτη υποστηρίζει ότι εάν γίνει έναρξη της θεραπείας με το eptinezumab κατά τη διάρκεια μιας μέτριας έως σοβαρής κρίσεως ημικρανίας, αποδεικνύεται στατιστικά σημαντική συντόμευση του χρόνου έως την απαλλαγή από τον πόνο της κεφαλαλγίας (p < 0,001, διάμεσος χρόνος 4 ώρες έναντι 9 ωρών) και υποχώρηση των συμπτωμάτων για το πλέον ενοχλητικό σύμπτωμα (p < 0,001, διάμεσος χρόνος 2 ώρες έναντι 3 ωρών) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς επιλέξιμους για την προληπτική θεραπεία της ημικρανίας. Οι περισσότεροι ασθενείς με ημικρανία που είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με το eptinezumab επίσης παρουσίασαν απαλλαγή από τον πόνο της κεφαλαλγίας (24% έναντι 12%) και απουσία των πλέον ενοχλητικών συμπτωμάτων (56% έναντι 36%) στις 2 ώρες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p < 0,001), και εντός των πρώτων 24 ωρών μετά την έγχυση, λιγότεροι ασθενείς είχαν ανάγκη άμεσης φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης μετά τη θεραπεία με το eptinezumab έναντι του εικονικού φαρμάκου (p < 0,001).

Τα δεδομένα ασφάλειας ήταν σύμφωνα με το προφίλ ασφάλειας του eptinezumab όπως περιγράφεται στην (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

PREVAIL: μακροπρόθεσμη μελέτη Το eptinezumab 300 mg χορηγούνταν κάθε 12 εβδομάδες με IV έγχυση για έως και 96 εβδομάδες σε 128 ασθενείς με χρόνια ημικρανία. Ο πρωτεύων στόχος ήταν να αξιολογηθεί η μακροπρόθεσμη ασφάλεια μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις του eptinezumab. Οι δευτερεύοντες στόχοι περιλάμβαναν χαρακτηρισμό των προφίλ ΦΚ και ανοσογονικότητας του eptinezumab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και αξιολόγηση της θεραπευτικής επίδρασης του eptinezumab σε διάφορες αναφερόμενες από τους ασθενείς εκβάσεις σε σχέση με την ημικρανία και την ποιότητα της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της Δοκιμασίας αντίκτυπου κεφαλαλγίας (HIT-6). Η ηλικία των ασθενών ήταν κατά μέσο όρο τα 41,5 έτη (εύρος: 18 έως 65 ετών), το 85% ήταν γυναίκες, το 95% ήταν λευκοί και το 36% λάμβανε συγχορηγούμενη προληπτική φαρμακευτική αγωγή για την ημικρανία. Ο μέσος αριθμός των ημερών ημικρανίας ανά περίοδο 28 ημερών κατά τη διάρκεια των 3 μηνών που προηγούνταν της διαλογής ήταν 14,1 ημέρες.

Συνολικά, 100 ασθενείς (78,1%) ολοκλήρωσαν τη μελέτη (εβδομάδα 104). Οι ασθενείς στην έναρξη της μελέτης παρουσίαζαν σοβαρό αντίκτυπο, με μέση συνολική βαθμολογία 65 στη HIT-6. Η μέση μεταβολή από την έναρξη έως την εβδομάδα 104 ήταν -9,7 (p < 0,0001). Το προφίλ ασφάλειας συμφωνούσε με τα προφίλ ασφάλειας που είχαν παρατηρηθεί στις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, και παρατηρήθηκε διατήρηση της επίδρασης στις σχετικές με τους ασθενείς εκβάσεις για έως και 96 εβδομάδες.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το eptinezumab σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην προληπτική θεραπεία της ημικρανίας (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Καθώς το eptinezumab χορηγείται ενδοφλεβίως, είναι 100% βιοδιαθέσιμο. Η επτινεζουμάμπη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική και η έκθεση αυξάνεται αναλογικά με δόσεις από 10 έως 1000 mg. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά την πρώτη δόση κατά τη διάρκεια ενός δοσολογικού σχήματος άπαξ κάθε 12 εβδομάδες. Ο διάμεσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) είναι 30 λεπτά (τέλος της έγχυσης) και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής αποβολής είναι 27 ημέρες. Οι μέσες αναλογίες συγκέντρωσης με βάση τις τιμές Cmax και AUC0-tau είναι 1,08 και 1,15, αντίστοιχα.

Απορρόφηση

Το eptinezumab χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση η οποία παρακάμπτει την εξωαγγειακή απορρόφηση και είναι 100% βιοδιαθέσιμη. Ο διάμεσος χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση σημειώθηκε στο τέλος της έγχυσης (30 λεπτά).

Κατανομή

Ο κεντρικός όγκος κατανομής (Vc) για την επτινεζουμάμπη ήταν περίπου 3,7 λίτρα.

Βιομετασχηματισμός

Η επτινεζουμάμπη αναμένεται να αποδομείται από πρωτεολυτικά ένζυμα σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα.

Αποβολή

Η εμφανής κάθαρση της επτινεζουμάμπης ήταν 0,15 L/ημέρα και ο χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής αποβολής ήταν περίπου 27 ημέρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Μια ανάλυση της πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής, η οποία περιλάμβανε 2.123 ασθενείς, διερεύνησε την επίδραση της ηλικίας, του φύλου, της εθνικότητας και του σωματικού βάρους στη φαρμακοκινητική της επτινεζουμάμπης. Σε σχέση με έναν ασθενή 70 kg, η έκθεση σε σταθερή κατάσταση της επτινεζουμάμπης σε έναν ασθενή 190 kg ήταν έως και 52% χαμηλότερη, ενώ αναμενόταν να είναι έως και 50% υψηλότερη σε έναν ασθενή 39 kg. Ωστόσο, από την αξιολόγηση της σχέσης έκθεσης-ανταπόκρισης, δεν υπήρξε επίδραση του σωματικού βάρους στην κλινική αποτελεσματικότητα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση το σωματικό βάρος. Η φαρμακοκινητική της επτινεζουμάμπης δεν επηρεάστηκε από την ηλικία (18-71), το φύλο ή τη φυλή με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία

Δεν διεξήχθησαν ειδικές μελέτες για την ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία με στόχο την αξιολόγηση των επιδράσεων της ηπατικής και νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της επτινεζουμάμπης. Η ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής των ενοποιημένων δεδομένων από κλινικές μελέτες για το eptinezumab δεν αποκάλυψε διαφορές σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία οι οποίες θα επέβαλαν την προσαρμογή της δόσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς με σοβαρής μορφής νεφρική δυσλειτουργία.

Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναλγητικά, ανταγωνιστές του σχετιζόμενου με το γονίδιο της καλσιτονίνης πεπτιδίου (CGRP), κωδικός ATC: N02CD05. ### Μηχανισμός δράσης Η επτινεζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο ανθρωποποιημένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1)…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναλγητικά, ανταγωνιστές του σχετιζόμενου με το γονίδιο της καλσιτονίνης πεπτιδίου (CGRP), κωδικός ATC: N02CD05. ### Μηχανισμός δράσης Η επτινεζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο ανθρωποποιημένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1)…
Φαρμακοκινητική
Καθώς το eptinezumab χορηγείται ενδοφλεβίως, είναι 100% βιοδιαθέσιμο. Η επτινεζουμάμπη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική και η έκθεση αυξάνεται αναλογικά με δόσεις από 10 έως 1000 mg. Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται μετά την πρώτη δόση κατά τη…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 135 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science