Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01CA01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ETILEFRINE

Εταφεδρίνη

Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος. Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι …

Chemical structure of ETILEFRINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Καταστάσεις ήπιας υπότασης. Αντενδείξεις: Υπερθυρεοειδισμός, κύηση, υπερτροφία προστάτη, γλαύκωμα κλειστής γωνίας, φαιοχρωμοκύτωμα. Ανεπιθύμητες ενέργειες: Κεφαλαλγία, ναυτία, τρόμος, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών. Αλληλεπιδράσεις: Με αναστολείς της ΜΑΟ και…
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
5-10 mg 3 φορές την ημέρα.
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Υπερθυρεοειδισμός, κύηση, υπερτροφία προστάτη, γλαύκωμα κλειστής γωνίας, φαιοχρωμοκύτωμα.
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Να διακόπτεται η χρήση της όταν πρόκειται να χορηγηθούν αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (κυκλοπροπάνιο, κλπ). Να χορηγείται με προσοχή σε υπερήλικες και σε άτομα που πάσχουν από αρτηριοσκλήρυνση, αποφρακτική αρτηριοπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη, μυοκαρδιοπάθεια.
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Με αναστολείς της ΜΑΟ και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αυξημένος κίνδυνος υπέρτασης. Με καρδιακούς γλυκοσίδες αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Κεφαλαλγία, ναυτία, τρόμος, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 2.7

Συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)

expand_more
Περιγραφή

Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος.

Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι αδρενεργικές ουσίες με τη σειρά τους διαχωρίζονται σε κατεχολαμίνες και μη κατεχολαμίνες. Οι κατεχολαμίνες μπορούν να διαιρεθούν στις ενδογενείς, όπως η αδρεναλίνη, η νοραδρεναλίνη, η δοπαμίνη και στις συνθετικές, όπως η ισοπρεναλίνη και η δοβουταμίνη.

Στις μη κατεχολαμίνες ανήκουν διάφορες ουσίες, οι οποίες δρουν στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα είτε απ’ ευθείας επί των αδρενεργικών υποδοχέων είτε έμμεσα προκαλώντας έκλυση νοραδρεναλίνης. Οι ουσίες αυτές είναι η εφεδρίνη, η μεταραμινόλη, η φαινυλεφρίνη, η θειϊκή μεφαιντερμίνη και η υδροχλωρική ετιλεφρίνη.

Όλες οι κατεχολαμίνες ασκούν την ινότροπη δράση τους και τις επιδράσεις τους επί των αγγείων μέσω διέγερσης των αδρενεργικών υποδοχέων. Oι αδρενεργικοί υποδοχείς ταξινομούνται ως α, οι οποίοι και διαχωρίζονται σε α1 και α2 και ως β οι οποίοι διαχωρίζονται ως β1 και β2 καθώς και σε ντοπαμινεργικούς υποδοχείς οι οποίοι επίσης διαχωρίζονται σε DA1 και DA2 (βλ. και 3.1.4, 4.6.1.1).

Οι κατεχολαμίνες ασκούν τις αιμοδυναμικές τους επιδράσεις με άμεση ή έμμεση δράση σ’ αυτούς τους αδρενεργικούς υποδοχείς. Έμμεσα δρώσες κατεχολαμίνες ασκούν τη δράση τους διεγείροντας την απελευθέρωση νευρομεταβιβαστών από τις τελικές συμπαθητικές απολήξεις, ενώ οι απευθείας δρώσες δρουν άμεσα στους αδρενεργικούς υποδοχείς. Μερικές ουσίες (δοπαμίνη και εφεδρίνη) είναι ικανές για άμεση και έμμεση διέγερση, ανάλογα με τη δόση χορήγησης.

Ανεξάρτητα από τον τρόπο δράσης τους, άμεσo ή έμμεσο, όλες οι κατεχολαμίνες ασκούν τη θετική ινότροπη δράση τους κατόπιν διεγέρσεως των β1 υποδοχέων.

Η κλινική αποτελεσματικότητα για οποιαδήποτε αδρενεργική ουσία επηρεάζεται από τη διαθεσιμότητα, δηλαδή την πυκνότητα των υποδοχέων, καθώς και από τη δυνατότητα ανταπόκρισής τους, δηλ. τη συγγένεια της ουσίας προς τους β-υποδοχείς. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου παρατηρείται αύξηση ή ελάττωση του αριθμού των υποδοχέων, καθώς και τροποποίηση της χημικής συγγένειάς τους με τις κατεχολαμίνες. Για να εξασφαλίσει κανείς μέγιστο αιμοδυναμικό αποτέλεσμα πρέπει να λάβει υπόψη τους παρακάτω παράγοντες: τη συγκέντρωση του φαρμάκου, τον αριθμό και τη χημική συγγένεια των αδρενεργικών υποδοχέων και τη διαθεσιμότητα των ιόντων ασβεστίου. Ανάλογα με την ύπαρξη των διαφόρων υποδοχέων σ’ ένα όργανο και τη διέγερση αυτών από τις παραπάνω ουσίες προκύπτουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Οι κύριες φαρμακολογικές τους δράσεις συνοψίζονται στον Πίνακα 2.1.

t2.1.jpg:

Η επινεφρίνη, η ισοπρεναλίνη, η φαινυλεφρίνη και η μεφαιντερμίνη έχουν σχετικά περιορισμένες εφαρμογές στην καθημερινή κλινική πράξη για την αντιμετώπιση των καρδιοαγγειακών παθήσεων. Οι πρώτες τρεις όμως χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε καταστάσεις χαμηλής καρδιακής παροχής, μετά από εγχειρήσεις ανοικτής καρδιάς ή στις στεφανιαίες μονάδες μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επίσης, στις μονάδες εντατικής θεραπείας σε περιπτώσεις κυκλοφορικής καταπληξίας. Η επινεφρίνη επιδρά τόσο στους β όσο και στους α υποδοχείς και αυξάνει τη συσπαστικότητα και την καρδιακή συχνότητα (δράση β1), ενώ στα αγγεία προκαλεί είτε αγγειοδιαστολή (δράση β2) είτε σύσπαση (δράση α).

Η νορεπινεφρίνη χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και η χρήση της μεταραμινόλης έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Σήμερα χρησιμοποιούνται οι νεώτερες ουσίες δοπαμίνη και δοβουταμίνη με εμφανώς σημαντικά πλεονεκτήματα.

Ενδείξεις
Καταστάσεις ήπιας υπότασης. Αντενδείξεις: Υπερθυρεοειδισμός, κύηση, υπερτροφία προστάτη, γλαύκωμα κλειστής γωνίας, φαιοχρωμοκύτωμα. Ανεπιθύμητες ενέργειες: Κεφαλαλγία, ναυτία, τρόμος, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών. Αλληλεπιδράσεις: Με αναστολείς της ΜΑΟ και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αυξημένος κίνδυνος υπέρτασης. Με καρδιακούς γλυκοσίδες αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών.
Αντενδείξεις
Υπερθυρεοειδισμός, κύηση, υπερτροφία προστάτη, γλαύκωμα κλειστής γωνίας, φαιοχρωμοκύτωμα.
Ανεπιθύμητες
Κεφαλαλγία, ναυτία, τρόμος, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών.
Αλληλεπιδράσεις
Με αναστολείς της ΜΑΟ και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αυξημένος κίνδυνος υπέρτασης. Με καρδιακούς γλυκοσίδες αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών.
Προειδοποιήσεις
Να διακόπτεται η χρήση της όταν πρόκειται να χορηγηθούν αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (κυκλοπροπάνιο, κλπ). Να χορηγείται με προσοχή σε υπερήλικες και σε άτομα που πάσχουν από αρτηριοσκλήρυνση, αποφρακτική αρτηριοπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη, μυοκαρδιοπάθεια.
Δοσολογία
5-10 mg 3 φορές την ημέρα.
Σκευάσματα
EFFORTIL/Boehringer Ingelheim: con.r.caps 25mg x 20- or.so.d 7.5mg/g fl x 15g
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

solution
science

Scientific Profile

CID
3306
Μοριακός τύπος
C10H15NO2
Μοριακό βάρος
181.23
IUPAC
3-[2-(ethylamino)-1-hydroxyethyl]phenol
InChIKey
SQVIAVUSQAWMKL-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH

  • Φάρμακα που συνδέονται εκλεκτικά και ενεργοποιούν τους άλφα αδρενεργικούς υποδοχείς.
  • Παράγοντες που έχουν ενισχυτική επίδραση στην καρδιά ή μπορούν να αυξήσουν την καρδιακή παροχή. Μπορεί να είναι ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΓΛΥΚΟΣΙΤΕΣ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΟΜΙΜΗΤΙΚΑ, ή άλλα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται μετά από ΕΜΦΡΑΚΤΟ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ, ΚΑΡΔΙΑΚΕΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ, σε ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΟΚ, ή σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ).
  • Φάρμακα που μιμούνται τα αποτελέσματα της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που διεγείρουν άμεσα τους αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αγγειοσυστολή των αιμοφόρων αγγείων.
  • Ενώσεις που συνδέονται και ενεργοποιούν τους ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΒΗΤΑ-1 ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.

Σχετικά Εργαλεία