Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M01AB08 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ETODOLAC

Για οξεία και μακροπρόθεσμη διαχείριση των σημείων και συμπτωμάτων της οστεοαρθρίτιδας και της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καθώς και για τη διαχείριση του πόνου.

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
300 mg κάθε 6-8 ώρες αναλόγως των αναγκών. Μέγιστη ημερήσια δόση 1200 mg ή 20mg/kg. Σε χρόνιες καταστάσεις 600 mg την ημέρα.
block

Αντενδείξεις

ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Βλ. Ασεκλοφενάκη.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Iστορικό ενοχλημάτων ανώτερου γαστρεντερικού, συμπεριλαμβανομένου του ανενεργού πεπτικού έλκους, νεφρική, ηπατική ανεπάρκεια, κύηση, γαλουχία.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Eνίσχυση της δράσης άλλων ΜΣΑΦ σε ταυτόχρονη χορήγηση. Αύξηση της στάθμης διξογίνης, λιθίου, μεθοτρεξάτης και κυκλοσπορίνης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Nαυτία, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός, επιγαστρικός πόνος, οπισθοστερνικός καύσος, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, έμετος, στοματίτιδα, ανορεξία, κεφαλαλγία, ζάλη, καρηβαρία, αϋπνία, νευρικότητα, άγχος, κατάθλιψη, εξάνθημα, κνησμός, ακράτεια ούρων, οίδημα,…
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, τα αντιφλεγμονώδη εφέ του etodolac προέρχονται από την αναστολή του ενζύμου κυκλοοξυγενάσης (COX). Αυτό μειώνει τη σύνθεση περιφερειακών προσταγλανδινών που μεσολαβούν στη φλεγμονή. Το etodolac συνδέεται με το ανώτερο τμήμα της…
Φαρμακοδυναμική
Το Etodolac είναι αντιφλεγμονώδες φάρμακο με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και τον έλεγχο οξέος πόνου. Τα θεραπευτικά εφέ του etodolac επιτυγχάνονται μέσω της…
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Με βάση μελέτες ισοζυγίου μάζας, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα του ετοτολάκ από τη μορφή δισκίου ή κάψουλας είναι τουλάχιστον 80%. Δεν είναι γνωστό εάν το ετοτολάκ απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα· ωστόσο, με βάση τις…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Το ετοτολάκ μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η νεφρική απέκκριση του ετοτολάκ και των μεταβολιτών του είναι η κύρια οδός απέκκρισης (72%). Μεταβολίτες που ανευρίσκονται στα ούρα (με ποσοστά της χορηγηθείσας δόσης) είναι: αμετάβλητο ετοτολάκ…
Απέκκριση
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Το Etodolac είναι μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο (ΜΣΑΦ) με αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Τα θεραπευτικά του εφέ οφείλονται στην ικανότητά του να αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδινών. Χρησιμοποιείται για την ανακούφιση σημείων και συμπτωμάτων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της οστεοαρθρίτιδας.
DrugBank

Indication

expand_more
Για οξεία και μακροπρόθεσμη διαχείριση των σημείων και συμπτωμάτων της οστεοαρθρίτιδας και της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, καθώς και για τη διαχείριση του πόνου.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Το Etodolac είναι αντιφλεγμονώδες φάρμακο με αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και τον έλεγχο οξέος πόνου. Τα θεραπευτικά εφέ του etodolac επιτυγχάνονται μέσω της αναστολής της σύνθεσης προσταγλανδινών που συμμετέχουν στον πυρετό, τον πόνο, το οίδημα και τη φλεγμονή. Το Etodolac χορηγείται ως ρακαμετ. Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η μορφή S έχει αποδειχθεί ότι είναι δραστική, ενώ η μορφή R είναι ανενεργή. Και τα δύο εναντιομερή είναι σταθερά και δεν υπάρχουν αποδείξεις μετατροπής από R σε S in vivo.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, τα αντιφλεγμονώδη εφέ του etodolac προέρχονται από την αναστολή του ενζύμου κυκλοοξυγενάσης (COX). Αυτό μειώνει τη σύνθεση περιφερειακών προσταγλανδινών που μεσολαβούν στη φλεγμονή. Το etodolac συνδέεται με το ανώτερο τμήμα της ενεργού θέσης του ενζύμου COX και εμποδίζει το υπόστρωμά του, το αραχιδονικό οξύ, από το να εισέλθει στην ενεργή θέση. Το etodolac παλαιότερα θεωρούταν μη επιλεκτικός αναστολέας COX, αλλά τώρα γνωρίζεται ότι είναι 5–50 φορές πιο επιλεκτικό για COX-2 από COX-1. Η αντιπυρεσία μπορεί να οφείλεται σε κεντρική δράση στον υποθάλαμο, με αποτέλεσμα περιφερική διαστολή, αυξημένη περιφερειακή ροή αίματος στο δέρμα και απώλεια θερμότητας.
DrugBank

Absorption

expand_more
Με βάση μελέτες ισορροπίας μάζας, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα του Etodolac από είτε τη μορφή δισκίου είτε της κάψουλας είναι τουλάχιστον 80%.
DrugBank

Half life

expand_more
Τερματική t1/2, 7.3 ± 4.0 ώρες. Διανομή t1/2, 0.71 ± 0.50 ώρες
DrugBank

Protein binding

expand_more

99% δεσμεύεται, κυρίως σε αλβουμίνη

DrugBank

Route of elimination

expand_more
Δεν είναι γνωστό εάν το Etodolac απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα· ωστόσο, με βάση τις φυσικοχημικές του ιδιότητες, αναμένεται απέκκριση στο μητρικό γάλα. Το Etodolac υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες υδροξυλιωμένου Etodolac υποβάλλονται σε περαιτέρω γλυκουρονιδοποίηση που ακολουθεί νεφρική απέκκριση και μερική απέκκριση στις κοπράνες (16% της δόσης). Περίπου 1% μίας δόσης Etodolac απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, με το 72% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως γονικό φάρμακο συν μεταβολίτης.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
Όγκος κατανομής: 390 mL/kg
DrugBank

Clearance

expand_more
Οδός χορήγησης από το στόμα (Oral CL): 49.1 mL/h/kg [Κανονικοί υγιείς ενήλικες] Oral CL: 49.4 mL/h/kg [Υγιείς άνδρες (18-65 ετών)] Oral CL: 35.7 mL/h/kg [Υγιείς γυναίκες (27-65 ετών)] Oral CL: 45.7 mL/h/kg [Ηλικιωμένοι (>65 ετών)] Oral CL: 58.3 mL/h/kg [Νεφρική ανεπάρκεια (46-73 ετών)] Oral CL: 42.0 mL/h/kg [Ηπατική ανεπάρκεια (34-60 ετών)]
DrugBank

Toxicity

expand_more
Οι αναστολείς COX-2 που είναι επιλεκτικοί έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο) σε ορισμένους ασθενείς. Τα τρέχοντα δεδομένα δεν επαρκούν για την αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου του etodolac. Ο etodolac μπορεί να αυξήσει την αρτηριακή πίεση και/ή να προκαλέσει κατακράτηση υγρών και οίδημα. Κίνδυνος γαστρεντερικής τοξικότητας συμπεριλαμβανομένων αιμορραγίας, έλκους και διάτρησης. Κίνδυνος άμεσης νεφρικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης νέκρωσης της νεφρικής θηλής. Αναφυλακτοειδείς και σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. εξφολιωτική δερματίτιδα, Σύνδρομο Stevens–Johnson, τοξική επιδερμική necrolysis) έχουν αναφερθεί. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν κοιλιακό πόνο, δυσκοιλιότητα, διάρροια, δυσπεψία, φούσκωμα, αιμορραγία/διάτρηση γαστρεντερικού, ναυτία, πεπτικό έλκος, έμετο, διαταραχές νεφρικής λειτουργίας, αναιμία, ζάλη, οίδημα, ανεπαρκείς εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, πονοκέφαλος, επιμήκυνση χρόνου αιμορραγίας, κνησμός, εξάνθημα, εμβοές. Συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν λήθαργο, υπνηλία, ναυτία, έμετο και πόνο στο επιγάστριο.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

Τερματικό t1/2, 7.3 ± 4.0 ώρες. Κατανομή t1/2, 0.71 ± 0.50 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

>99% δεσμεύεται, κυρίως σε αλβουμίνη
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

80%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
3308
Μοριακός τύπος
C17H21NO3
Μοριακό βάρος
287.35
IUPAC
2-(1,8-diethyl-4,9-dihydro-3H-pyrano[3,4-b]indol-1-yl)acetic acid
InChIKey
NNYBQONXHNTVIJ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις τους· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στα αντιφλεγμονώδη τους αποτελέσματα.

Μια υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την COX-2.