Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ S01LA09 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FARICIMAB

Φαρισιμάμπη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA09 ### Μηχανισμός δράσης Η φαρισιμάμπη είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) διπλής ειδικότητας, το οποίο δρα μέσω αναστολής δύο διακριτών οδών, με εξουδετέρωση …

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • H35 Άλλες διαταραχές του αμφιβληστροειδούς

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας · Νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας

  • H36 Αμφιβληστροειδοπάθεια σε συστηματικές νόσους

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας

  • H34 Απόφραξη αμφιβληστροειδικών αγγείων

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς

  • H54 Τύφλωση και μειωμένη όραση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαταραχή της όρασης

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοϋαλοειδική ένεση
Χορήγηση:
κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως) αρχικά, στη συνέχεια εξατομικευμένα
Δόση έναρξης:
6 mg (0,05 ml διαλύματος) κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως)
Τιτλοποίηση:
Για nAMD, μετά τις 3 αρχικές δόσεις, αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου στις 16 ή/και 20 εβδομάδες. Σε ασθενείς χωρίς ενεργότητα, χορήγηση κάθε 16 εβδομάδες. Με ενεργότητα, κάθε 8 ή 12 εβδομάδες. Προσαρμογή του μεσοδιαστήματος με μείωση αν επιδεινωθούν οι παράμετροι. Για DME και RVO, μετά τις αρχικές μηνιαίες ενέσεις, εξατομικευμένη θεραπεία με προσέγγιση θεραπείας-και-επέκτασης, με προσαυξήσεις έως και 4 εβδομάδες, ή μείωση του μεσοδιαστήματος αν επιδεινωθούν οι παράμετροι.
  • nAMD
    Δόση6 mg (0,05 ml διαλύματος) κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως) για τις πρώτες 3 δόσεις
    Στη συνέχεια, εξατομικευμένη θεραπεία: κάθε 16 εβδομάδες (4 μήνες) σε ασθενείς χωρίς ενεργότητα της νόσου, κάθε 8 εβδομάδες (2 μήνες) ή 12 εβδομάδες (3 μήνες) σε ασθενείς με ενεργότητα της νόσου. Εάν η οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα αλλάξουν, το μεσοδιάστημα θεραπείας θα πρέπει να προσαρμοστεί αναλόγως και να εφαρμοστεί μείωση του μεσοδιαστήματος εάν οι παράμετροι επιδεινωθούν.
  • DME και RVO
    Δόση6 mg (0,05 mL διαλύματος) κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως)
    Μπορεί να χρειαστούν 3 ή περισσότερες διαδοχικές, μηνιαίες ενέσεις. Στη συνέχεια, η θεραπεία εξατομικεύεται χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση θεραπείας-και-επέκτασης. Τα μεσοδιαστήματα των δόσεων μπορεί να επεκταθούν, με προσαυξήσεις μέχρι και 4 εβδομάδες. Εάν η οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα αλλάξουν, το μεσοδιάστημα των δόσεων πρέπει να προσαρμοστεί αναλόγως, και μείωση του μεσοδιαστήματος θεραπείας πρέπει να εφαρμοστεί εάν οι παράμετροι επιδεινωθούν (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Μεσοδιαστήματα θεραπείας μικρότερα των 4 εβδομάδων και μεγαλύτερα των 4 μηνών μεταξύ των ενέσεων δεν έχουν μελετηθεί.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Τα δεδομένα ασφαλείας σε ασθενείς με nAMD και RVO ≥ 85 ετών είναι περιορισμένα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στον παιδιατρικό πληθυσμό για τις ενδείξεις nAMD, DME και RVO.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις
  • Ενεργή ενδοφθάλμια φλεγμονή
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
  • Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ενδοϋαλοειδική ένεση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται οι σωστές άσηπτες τεχνικές ένεσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να αναφέρουν κάθε σύμπτωμα (άλγος, απώλεια όρασης, φωτοφοβία, θολή όραση, μυοψίες ή ερυθρότητα) που υποδηλώνει ενδοφθαλμίτιδα ή άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες χωρίς καθυστέρηση.
  • Αυξήσεις ενδοφθάλμιας πίεσης
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με γλαύκωμα που δεν ελέγχεται επαρκώς
    Μην εκτελείτε ένεση με Φαρισιμάμπη όταν ΕΟΠ είναι ≥ 30 mmHg. Τόσο η ΕΟΠ όσο και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου πρέπει να παρακολουθούνται και να γίνεται κατάλληλη διαχείρισή τους.
  • Συστηματικές επιδράσεις
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με DME με υψηλή αρτηριακή πίεση (≥ 140/90 mmHg) και αγγειακή νόσο, ασθενείς με nAMD και RVO ηλικίας ≥ 85 ετών
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της θεραπείας.
  • Ανοσογονικότητα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να ενημερώνουν το ιατρό τους σχετικά με οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ενδοφθάλμιας φλεγμονής (απώλεια όρασης, άλγος του οφθαλμού, αυξημένη ευαισθησία στο φως, μυοψίες ή επιδεινούμενη ερυθρότητα του οφθαλμού) που μπορεί να αποτελούν κλινικά σημεία υπερευαισθησίας.
  • Αμφοτερόπλευρη θεραπεία
    προσοχή
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης χορηγούμενης και στους δύο οφθαλμούς ταυτόχρονα δεν έχουν μελετηθεί. Θεωρητικός κίνδυνος αμφοτερόπλευρων οφθαλμικών ανεπιθύμητων ενεργειών και/ή αύξησης της συστηματικής έκθεσης.
  • Ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγόντων αντι-VEGF
    αντένδειξη
    Η φαρισιμάμπη δε θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα αντι-VEGF (συστηματικά ή οφθαλμικά).
  • Χρήση άλλων βελόνων ένεσης με την προγεμισμένη σύριγγα
    προσοχή
    Χρησιμοποιείτε την προγεμισμένη σύριγγα μόνο με τη βελόνα ένεσης με φίλτρο που συμπεριλαμβάνεται στη συσκευασία.
  • Προσωρινή διακοπή της θεραπείας
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς
    Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά σε περίπτωση ρηγματογενούς αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς, οπών ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4, ρήξης αμφιβληστροειδούς (δε θα πρέπει να ξαναρχίζει έως ότου επέλθει επαρκής αποκατάσταση), μείωσης BCVA ≥ 30 γράμματα (δε θα πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία), ενδοφθάλμιας πίεσης ≥ 30 mmHg, ή υπαμφιβληστροειδικής αιμορραγίας που εμπλέκει το κεντρικό βοθρίο ή, εάν το μέγεθος της αιμορραγίας είναι ≥ 50% της συνολικής περιοχής της βλάβης.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • άλλα συστηματικά ή οφθαλμικά αντι-VEGF φαρμακευτικά προϊόντα
    αντένδειξη
    Δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις βάσει βιομετασχηματισμού και αποβολής, ωστόσο δεν πρέπει να συγχορηγείται
    ΣύστασηΔε θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οφθαλμικές
  • Καταρράκτης
  • Αιμορραγία του επιπεφυκότα
  • Αποκόλληση υαλοειδούς σώματος
  • Εξιδρώματα υαλοειδούς σώματος
  • Πόνος οφθαλμού
  • Εκδορά κερατοειδούς
  • Ερεθισμός οφθαλμού
  • Αυξημένη δακρύρροια
  • Θάμβος όρασης
  • Κνησμός οφθαλμού
  • Δυσφορία οφθαλμού
  • Υπεραιμία οφθαλμού
  • Ιρίτιδα
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
  • Ραγοειδίτιδα
  • Ενδοφθαλμίτιδα
  • Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
  • Υαλίτιδα
  • Ιριδοκυκλίτιδα
  • Υπεραιμία επιπεφυκότα
  • Ρήξη αμφιβληστροειδούς
  • Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
  • Τραυματικός καταρράκτης
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
Διαταραχές του οφθαλμού
  • Ρήξη μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς
  • Άλγος κατά την επέμβαση
  • Αγγειΐτιδα του αμφιβληστροειδούς
  • Αποφρακτική αγγειίτιδα αμφιβληστροειδούς
Άλλο
  • Αίσθηση ξένου σώματος
Θρομβοεμβολικά συμβάντα
  • Αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάντα (εγκεφαλικό, έμφραγμα του μυοκαρδίου)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Καταρράκτης
    Οφθαλμικές
    Πολύ συχνές
  • Αιμορραγία του επιπεφυκότα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Αποκόλληση υαλοειδούς σώματος
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Εξιδρώματα υαλοειδούς σώματος
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Πόνος οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ρήξη μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Συχνές
  • Άλγος κατά την επέμβαση
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση ξένου σώματος
    Άλλο
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Δυσφορία οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Εκδορά κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ενδοφθαλμίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ιρίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ιριδοκυκλίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Κνησμός οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη οπτική οξύτητα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ρήξη αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ραγοειδίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Υαλίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Υπεραιμία επιπεφυκότα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Υπεραιμία οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Τραυματικός καταρράκτης
    Οφθαλμικές
    Σπάνιες
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αγγειΐτιδα του αμφιβληστροειδούς
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Μη γνωστές
  • Αποφρακτική αγγειίτιδα αμφιβληστροειδούς
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Μη γνωστές
  • Αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάντα
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλικό
    Νευρικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη
    κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία ενδοϋαλοειδική ένεση της φαρισιμάμπης
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Η φαρισιμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός και εάν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Θεωρείται δυνητικά τερατογόνος και εμβρυοτοξική.
  • Θηλασμός
    Αποφεύγεται
    Το Φαρισιμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η φαρισιμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Δεν απαιτείται προσαρμογή
    Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στα αναπαραγωγικά όργανα ή στη γονιμότητα.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης
Αντιμετώπιση
Η ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) θα πρέπει να παρακολουθείται και, εάν ο θεράπων ιατρός κρίνει ότι είναι αναγκαίο, θα πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Προσωρινές οπτικές διαταραχές μπορεί να προκύψουν μετά την ενδοϋαλοειδική ένεση και τη σχετική οφθαλμολογική εξέταση. Οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν ή να χρησιμοποιούν μηχανήματα έως ότου η οπτική λειτουργία ανακάμψει επαρκώς.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
L-ιστιδίνη
Οξικό οξύ 30% (για ρύθμιση του pH) (E 260)
L-μεθειονίνη
Πολυσορβικό 20 (E 432)
Νάτριο χλωριούχο
D-Σακχαρόζη
Ύδωρ για ενέσιμα
30
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA09

Μηχανισμός δράσης

Η φαρισιμάμπη είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) διπλής ειδικότητας, το οποίο δρα μέσω αναστολής δύο διακριτών οδών, με εξουδετέρωση τόσο της αγγειοποιητίνης-2 (Ang-2), όσο και του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα A (VEGF-A). Η Ang-2 προκαλεί αγγειακή αστάθεια, επάγοντας την αποσταθεροποίηση του ενδοθηλίου, την απώλεια των περικυττάρων και την παθολογική αγγειογένεση, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την αγγειακή διαρροή και τη φλεγμονή. Ευαισθητοποιεί επίσης τα αιμοφόρα αγγεία στη δράση του VEGF-A, οδηγώντας σε περαιτέρω αγγειακή αποσταθεροποίηση. Η Ang-2 και ο VEGF-A δρουν συνεργικά στην αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας και τη διέγερση της νεοαγγείωσης. Μέσω της διπλής αναστολής της Ang-2 και του VEGF-A, η φαρισιμάμπη μειώνει την αγγειακή διαπερατότητα και τη φλεγμονή, αναστέλλει την παθολογική αγγειογένεση και αποκαθιστά την αγγειακή σταθερότητα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Παρατηρήθηκε μια μείωση συγκριτικά με την αρχική αξιολόγηση στις διάμεσες συγκεντρώσεις της ελεύθερης οφθαλμικής Ang-2 και του ελεύθερου VEGF-A από την ημέρα 7 και στη συνέχεια στις έξι μελέτες Φάσης III που περιγράφονται παρακάτω.

nAMD Στις μελέτες TENAYA και LUCERNE, χρησιμοποιήθηκαν αντικειμενικά, προκαθορισμένα οπτικά και ανατομικά κριτήρια, καθώς και κλινική αξιολόγηση από τον θεράποντα ιατρό, για την καθοδήγηση των θεραπευτικών αποφάσεων στα χρονικά σημεία αξιολόγησης της ενεργότητας της νόσου (εβδομάδα 20 και εβδομάδα 24). Η μέση μείωση του πάχους κεντρικού υποπεδίου (central subfield thickness, CST) από την αρχική αξιολόγηση κατά τις επισκέψεις του κύριου καταληκτικού σημείου (κατά μέσο όρο στις εβδομάδες 40-48) ήταν συγκρίσιμη με εκείνες που παρατηρήθηκαν με το aflibercept, με -137 µm και -137 µm σε ασθενείς που έλαβαν φαρισιμάμπη, η οποία χορηγούνταν κάθε 16 εβδομάδες (Q16W) σε σύγκριση με -129 µm και -131 µm με το aflibercept, στις μελέτες TENAYA και LUCERNE, αντίστοιχα. Αυτές οι μέσες μειώσεις CST διατηρήθηκαν και κατά το έτος 2. Την εβδομάδα 48, και στις δύο μελέτες υπήρχε συγκρίσιμη επίδραση της φαρισιμάμπης και του aflibercept στη μείωση του ενδοαμφιβληστροειδικού υγρού (intraretinal fluid, IRF), του υπαμφιβληστροειδικού υγρού (subretinal fluid, SRF) και της PED. Αυτές οι επιδράσεις στο IRF, SRF και PED διατηρήθηκαν και κατά το έτος 2. Υπήρχαν επίσης συγκρίσιμες αλλαγές στην έκταση της συνολικής βλάβης CNV και στον περιορισμό της διαρροής στις CNV περιοχές συγκριτικά με την αρχική τιμή για ασθενείς στα σκέλη θεραπείας της φαρισιμάμπης και του aflibercept.

DME Στις μελέτες YOSEMITE και RHINE, οι ανατομικές παράμετροι που σχετίζονταν με το οίδημα της ωχράς κηλίδας αποτελούσαν μέρος των αξιολογήσεων της ενεργότητας της νόσου που καθοδηγούσαν τις θεραπευτικές αποφάσεις. Η μέση μείωση του CST από την έναρξη στις επισκέψεις αξιολόγησης του κύριου καταληκτικού σημείου (κατά μέσο όρο στις εβδομάδες 48-56) ήταν αριθμητικά μεγαλύτερη από εκείνες που παρατηρήθηκαν με το aflibercept, με -207 μm και -197 μm σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη Q8W και φαρισιμάμπη με προσαρμοζόμενη δοσολόγηση μέχρι και Q16W σε σύγκριση με -170 μm σε ασθενείς με aflibercept Q8W στη YOSEMITE. Τα αποτελέσματα ήταν 196 μm, 188 μm και 170 μm, αντίστοιχα στη RHINE. Σταθερές μειώσεις της CST παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του Έτους 2. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών και στα δύο σκέλη φαρισιμάμπης πέτυχαν απουσία IRF και απουσία DME (που ορίζεται ως επίτευξη CST κάτω από 325 μm) με την πάροδο του χρόνου μέχρι το έτος 2 σε σύγκριση με το aflibercept και στις δύο μελέτες.

RVO Σε μελέτες Φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με κλαδική απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς (BRVO; BALATON) και κεντρική/κατά το ήμισυ απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς (C/HRVO; COMINO), παρατηρήθηκαν μειώσεις στη μέση CST από την έναρξη έως την εβδομάδα 24 με φαρισιμάμπη Q4W και ήταν συγκρίσιμες με αυτές που παρατηρήθηκαν με aflibercept Q4W. Η μέση μείωση της CST από την έναρξη έως την εβδομάδα 24 ήταν 311,4 μm για τη φαρισιμάμπη Q4W έναντι 304,4 μm για το aflibercept Q4W, στην BALATON, και 461,6 μm έναντι 448,8 μm στην COMINO για τη φαρισιμάμπη και το aflibercept, αντίστοιχα. Οι μειώσεις στο CST διατηρήθηκαν μέχρι την εβδομάδα 72, όταν οι ασθενείς προχώρησαν σε ένα προσαρμοζόμενο δοσολογικό σχήμα φαρισιμάμπης έως Q16W. Συγκρίσιμα ποσοστά ασθενών τόσο στο σκέλος φαρισιμάμπης Q4W όσο και στο aflibercept Q4W πέτυχαν απουσία IRF, απουσία SRF και απουσία οιδήματος της ωχράς κηλίδας (που ορίζεται ως επίτευξη CST κάτω από 325 μm), και στις δύο μελέτες. Αυτά τα αποτελέσματα διατηρήθηκαν μέχρι την εβδομάδα 72, όταν οι ασθενείς προχώρησαν σε ένα προσαρμοζόμενο δοσολογικό σχήμα φαρισιμάμπης έως Q16W.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

nAMD Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές μελέτες μη κατωτερότητας, διάρκειας 2 ετών, ελεγχόμενες με δραστικό συγκριτικό παράγοντα σε ασθενείς με nAMD, την TENAYA και τη LUCERNE. Στις μελέτες αυτές εντάχθηκαν συνολικά 1.329 ασθενείς, με 1.135 (85%) ασθενείς να ολοκληρώνουν τις μελέτες έως την εβδομάδα 112. Συνολικά 1.326 ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση φαρμάκου (664 με φαρισιμάμπη). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 50 έως 99 έτη με μέση τιμή [τυπική απόκλιση; SD] τα 75,9 [8,6] έτη. Και στις δύο μελέτες οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία αναλογία 1:1 σε ένα από τα δύο σκέλη θεραπείας: Φαρισιμάμπη 6 mg έως και Q16W μετά από τέσσερις αρχικές μηνιαίες δόσεις. Aflibercept 2 mg Q8W μετά από τρεις αρχικές μηνιαίες δόσεις. Μετά από τις πρώτες τέσσερις μηνιαίες δόσεις (εβδομάδες 0, 4, 8 και 12), οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος της φαρισιμάμπης έλαβαν θεραπεία κάθε 16 εβδομάδες (Q16W), κάθε 12 εβδομάδες (Q12W) ή κάθε 8 εβδομάδες (Q8W) με βάση την αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου στις εβδομάδες 20 και 24. Η ενεργότητα της νόσου εκτιμήθηκε με χρήση αντικειμενικών προκαθορισμένων κριτηρίων όρασης (BCVA) και ανατομικών κριτηρίων (CST), καθώς και με βάση την κλινική αξιολόγηση του θεράποντος ιατρού ως προς την παρουσία αιμορραγίας της ωχράς κηλίδας ή ενεργότητας της νόσου nAMD που απαιτεί θεραπεία (μόνο την εβδομάδα 24). Οι ασθενείς παρέμειναν σε αυτά τα καθορισμένα μεσοδιαστήματα χορήγησης δόσης έως την εβδομάδα 60 χωρίς συμπληρωματική θεραπεία. Από την εβδομάδα 60 και μετά, οι ασθενείς στο σκέλος της φαρισιμάμπης μετακινήθηκαν σε ένα προσαρμοζόμενο δοσολογικό σχήμα, όπου το μεσοδιάστημα θεραπείας τους θα μπορούσε να τροποποιηθεί με παρατάσεις του μεσοδιαστήματος έως και 4 εβδομάδες (έως Q16W) ή να μειωθεί σε μεσοδιαστήματα έως 8 εβδομάδες (έως Q8W) βάσει μίας αυτοματοποιημένης αντικειμενικής αξιολόγησης προκαθορισμένων κριτηρίων οπτικής οξύτητας (BCVA) και ανατομικής (CST και αιμορραγία της ωχράς κηλίδας) ενεργότητας της νόσου. Οι ασθενείς στο σκέλος του aflibercept παρέμειναν σε δόση Q8W καθ’ όλη την περίοδο της μελέτης. Και οι δύο μελέτες είχαν διάρκεια 112 εβδομάδων.

Αποτελέσματα Και οι δύο μελέτες κατέδειξαν αποτελεσματικότητα στο κύριο καταληκτικό σημείο, το οποίο ορίζεται ως η μέση μεταβολή της BCVA από την αρχική αξιολόγηση έως την μέση τιμή που υπολογίζεται από τις μετρήσεις στις επισκέψεις των εβδομάδων 40, 44 και 48 με βάση τη βαθμολογία γραμμάτων της Μελέτης Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας (ETDRS). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη έως Q16W είχαν μη-κατώτερη μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA, σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με aflibercept Q8W στο έτος 1 και αυτές οι βελτιώσεις της όρασης διατηρήθηκαν έως την εβδομάδα 112. Οι βελτιώσεις της BCVA κατά την εβδομάδα 112 συγκριτικά με την αρχική τιμή παρουσιάζονται στην Εικόνα 1. Το ποσοστό ασθενών σε κάθε ένα από τα διαφορετικά μεσοδιαστήματα θεραπείας κατά την εβδομάδα 112 στις μελέτες TENAYA και LUCERNE ήταν αντίστοιχα: Q16W, 59% και 67% Q12W, 15% και 14% Q8W, 26% και 19%.

(Πίνακες 2 και 3 – Δεδομένα αποτελεσματικότητας για TENAYA και LUCERNE)

Εικόνα 1: Μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας από την αρχική αξιολόγηση έως το έτος 2 (εβδομάδα 112). Συνδυασμένα δεδομένα από τις μελέτες TENAYA και LUCERNE.

Τόσο στη μελέτη TENAYA όσο και στη LUCERNE, οι βελτιώσεις της BCVA και του CST από την αρχική αξιολόγηση κατά την εβδομάδα 60 ήταν συγκρίσιμες μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας και σύμφωνες με αυτές που παρατηρήθηκαν στην εβδομάδα 48. Την εβδομάδα 60, το 46% των ασθενών τόσο στην TENAYA όσο και στη LUCERNE ήταν σε θεραπεία με μεσοδιάστημα Q16W. Από αυτούς, το 69% των ασθενών και στις δύο μελέτες διατήρησαν το Q16W έως την εβδομάδα 112 χωρίς μείωση του μεσοδιαστήματος. Την εβδομάδα 60, το 80% και το 78% των ασθενών στην TENAYA και στη LUCERNE, αντίστοιχα, ήταν σε θεραπεία με μεσοδιάστημα ≥ Q12W (Q16W ή Q12W). Από αυτούς, το 67% και το 75% των ασθενών, αντίστοιχα, διατήρησαν ένα μεσοδιάστημα ≥ Q12W έως την εβδομάδα 112 χωρίς μείωση του μεσοδιαστήματος κάτω από Q12W. Την εβδομάδα 60, το 33% των ασθενών τόσο στην TENAYA όσο και στη LUCERNE ήταν σε θεραπεία με μεσοδιάστημα Q12W. Από αυτούς, το 3,2% και το 0% των ασθενών στην TENAYA και στη LUCERNE, αντίστοιχα, διατήρησαν το Q12W έως την εβδομάδα 112. Την εβδομάδα 60, το 20% και το 22% των ασθενών στην TENAYA και στη LUCERNE, αντίστοιχα, ήταν σε θεραπεία με μεσοδιάστημα Q8W. Από αυτούς, το 34% και το 30% των ασθενών στην TENAYA και στη LUCERNE, αντίστοιχα, διατήρησαν τη θεραπεία Q8W μέχρι την εβδομάδα 112. Οι εκβάσεις αποτελεσματικότητας σε όλες τις υποομάδες που αξιολογήθηκαν (π.χ. ηλικία, φύλο, φυλή, αρχική οπτική οξύτητα, τύπος βλάβης, μέγεθος βλάβης) σε κάθε μελέτη και στη συγκεντρωτική ανάλυση ήταν συνεπείς με τα αποτελέσματα στους συνολικούς πληθυσμούς. Σε όλες τις μελέτες, η φαρισιμάμπη έως Q16W κατέδειξε βελτίωση στα προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μέσης αλλαγής από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 48 στη συνολική βαθμολογία 25 στοιχείων του Ερωτηματολογίου Οφθαλμικής Λειτουργίας του Εθνικού Οφθαλμολογικού Ινστιτούτου (NEI VFQ-25), η οποία ήταν συγκρίσιμη με το aflibercept Q8W και ξεπέρασε το όριο των 4 βαθμών. Το μέγεθος αυτών των αλλαγών αντιστοιχεί σε κέρδος 15 γραμμάτων στην BCVA. Η συχνότητα των οφθαλμικών ανεπιθύμητων συμβάντων στον υπό μελέτη οφθαλμό ήταν 53,9% και 52,1% και τα μη οφθαλμικά ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν 73,3% και 74,3%, έως την εβδομάδα 112 στα σκέλη της φαρισιμάμπης και του aflibercept, αντίστοιχα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

DME Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστικό συγκριτικό φάρμακο, διετείς μελέτες μη κατωτερότητας (YOSEMITE και RHINE) σε ασθενείς με DME. Στις δύο μελέτες εντάχθηκαν συνολικά 1.891 ασθενείς, ενώ 1.622 (86%) των ασθενών ολοκλήρωσαν τις μελέτες έως την εβδομάδα 100. Συνολικά 1.887 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με τουλάχιστον μία δόση έως την εβδομάδα 56 (1.262 έλαβαν φαρισιμάμπη). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 24 έως 91 έτη με μέση τιμή [SD] τα 62,2 [9,9] έτη. Ο συνολικός πληθυσμός περιλάμβανε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν αντιVEGF (78%) και ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα VEGF πριν από τη συμμετοχή στη μελέτη (22%). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1:1 σε ένα από τα τρία σχήματα θεραπείας:

  • Φαρισιμάμπη 6 mg Q8W μετά τις πρώτες 6 μηνιαίες δόσεις.
  • Φαρισιμάμπη 6 mg με προσαρμοζόμενη δοσολόγηση έως και κάθε Q16W, χορηγούμενη σε διαστήματα 4, 8, 12 ή 16 εβδομάδων μετά τις πρώτες 4 μηνιαίες δόσεις.
  • Aflibercept 2 mg Q8W μετά τις πρώτες 5 μηνιαίες δόσεις. Στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης μέχρι Q16W, η δοσολόγηση ακολούθησε μια τυποποιημένη προσέγγιση θεραπείας-και-επέκτασης. Το μεσοδιάστημα μπορούσε να αυξηθεί σε στάδια των 4 εβδομάδων ή να μειωθεί σε στάδια των 4 ή των 8 εβδομάδων, με βάση την οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα, χρησιμοποιώντας δεδομένα που ελήφθησαν μόνο σε επισκέψεις χορήγησης δόσης του φαρμάκου της μελέτης.

Αποτελέσματα Και οι δύο μελέτες κατέδειξαν αποτελεσματικότητα στο κύριο καταληκτικό σημείο, το οποίο ορίζεται ως η μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA στο έτος 1 (μέση τιμή κατά τις επισκέψεις στις εβδομάδες 48, 52 και 56), μετρούμενη με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη έως Q16W είχαν μη κατώτερη μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA, σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με aflibercept Q8W στο έτος 1, και αυτή η βελτίωση στην όραση διατηρήθηκε και κατά το έτος 2. Μετά από 4 αρχικές μηνιαίες δόσεις, οι ασθενείς στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης έως και Q16W θα μπορούσαν να έχουν λάβει συνολικά μεταξύ του ελάχιστου 6 και του μέγιστου 21 συνολικών ενέσεων έως την εβδομάδα 96. Κατά την εβδομάδα 52, το 74% και το 71% των ασθενών στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης έως και Q16W πέτυχαν μεσοδιάστημα χορήγησης δόσης Q16W ή Q12W στις μελέτες YOSEMITE και RHINE, αντίστοιχα, (53% και 51% σε Q16W, 21% και 20% σε Q12W). Από αυτούς τους ασθενείς, το 75% και το 84% διατήρησαν τη δόση ≥ Q12W χωρίς μείωση του μεσοδιαστήματος κάτω από Q12W έως την εβδομάδα 96. Από τους ασθενείς στο Q16W την εβδομάδα 52, το 70% και το 82% των ασθενών διατήρησαν τη δόση του Q16W χωρίς μείωση του μεσοδιαστήματος έως την εβδομάδα 96 στη YOSEMITE και στη RHINE, αντίστοιχα. Κατά την εβδομάδα 96, το 78% των ασθενών στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης έως και Q16W πέτυχε ένα μεσοδιάστημα δοσολόγησης Q16W ή Q12W και στις δύο μελέτες (60% και 64% στο Q16W, 18% και 14% στο Q12W). Το 4% και το 6% των ασθενών χρειάστηκαν μεσοδιάστημα Q8W και παρέμειναν σε δοσολόγηση ≤ Q8W έως την εβδομάδα 96. Το 3% και το 5% έλαβαν μόνο δοσολόγηση Q4W στη YOSEMITE και στη RHINE έως την εβδομάδα 96, αντίστοιχα.

(Πίνακες 4 και 5 – Δεδομένα αποτελεσματικότητας για YOSEMITE και RHINE)

Εικόνα 2: Μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας από την αρχική αξιολόγηση έως το έτος 2 (εβδομάδα 100). Συνδυασμένα αποτελέσματα από τις μελέτες YOSEMITE και RHINE.

Οι εκβάσεις αποτελεσματικότητας σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με αντιVEGF παράγοντες πριν από τη συμμετοχή στη μελέτη και σε όλες τις άλλες υποομάδες που αξιολογήθηκαν (π.χ. ανά ηλικία, φύλο, φυλή, αρχική τιμή HbA1c, αρχική οπτική οξύτητα) σε κάθε μελέτη ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα των συνολικών πληθυσμών. Σε όλες τις μελέτες, η φαρισιμάμπη Q8W και η προσαρμοζόμενη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έως και Q16W κατέδειξαν βελτιώσεις στα προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μέσης μεταβολής από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 52 στη συνολική βαθμολογία NEI VFQ-25, που ήταν συγκρίσιμες με το aflibercept Q8W και ξεπέρασαν το όριο των 4 βαθμών. Η φαρισιμάμπη Q8W και η προσαρμοζόμενη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έως και Q16W έδειξαν επίσης κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στα προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μεταβολής από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 52 στις βαθμολογίες NEI VFQ-25 για τις κοντινές δραστηριότητες, τις δραστηριότητες απόστασης και τις δραστηριότητες οδήγησης οι οποίες ήταν συγκρίσιμες με το aflibercept Q8W. Το μέγεθος αυτών των αλλαγών αντιστοιχεί σε κέρδος 15 γραμμάτων στην BCVA. Συγκρίσιμα ποσοστά ασθενών που έλαβαν φαρισιμάμπη Q8W, φαρισιμάμπη σε προσαρμοζόμενη δοσολόγηση έως Q16W και aflibercept Q8W παρουσίασαν μία κλινικά σημαντική βελτίωση ≥ 4 βαθμών στη συνολική βαθμολογία NEI VFQ -25 σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση, κατά την εβδομάδα 52, ένα προκαθορισμένο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας. Αυτά τα αποτελέσματα είχαν διατηρηθεί στην εβδομάδα 100. Μια πρόσθετη βασική έκβαση αποτελεσματικότητας στις μελέτες DME ήταν η μεταβολή στην Κλίμακα Βαρύτητας της Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας της Μελέτης Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας (ETDRS-DRSS) από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 52. Από τους 1.891 ασθενείς που εντάχθηκαν στις μελέτες YOSEMITE και RHINE, 708 και 720 ασθενείς ήταν αξιολογήσιμοι για τα καταληκτικά σημεία DR, αντιστοίχως. Οι βαθμολογίες ETDRS-DRSS κατά την αρχική αξιολόγηση κυμαίνονταν από 10 έως 71. Η πλειονότητα των ασθενών, περίπου 60%, είχαν μέτριας έως βαριάς μορφής μη παραγωγική DR (DRSS 43/47/53) κατά την αρχική αξιολόγηση.

(Πίνακες 6 και 7 – Δεδομένα βελτίωσης DRSS για YOSEMITE και RHINE)

Οι επιδράσεις της θεραπείας στις αξιολογήσιμες υποομάδες (πχ ανά προηγούμενη αντί-VEGF θεραπεία, ηλικία, φύλο, φυλή, HbA1c κατά την αρχική αξιολόγηση και οπτική οξύτητα κατά την αρχική αξιολόγηση) σε κάθε μελέτη ήταν γενικά συνεπείς με τα αποτελέσματα στο συνολικό πληθυσμό. Οι επιδράσεις της θεραπείας στις υποομάδες ανά βαρύτητα DR κατά την αρχική αξιολόγηση ήταν διαφορετικές και παρουσίασαν τις μεγαλύτερες βελτιώσεις κατά ≥ 2 βαθμίδες στην DRSS μεταξύ των ασθενών με μέτριας βαρύτητας και βαριάς μορφής μη παραγωγική DR, με περίπου 90% των ασθενών να επιτυγχάνουν βελτίωση σταθερά σε όλα τα σκέλη θεραπείας και στις δύο μελέτες. Η συχνότητα εμφάνισης οφθαλμικών ανεπιθύμητων ενεργειών στη μελέτη ήταν 49,7%, 49,2% και 45,4% και τα μη οφθαλμικά ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν 73,0%, 74,2% και 75,7% έως την εβδομάδα 100, στα σκέλη φαρισιμάμπης Q8W, φαρισιμάμπης έως Q16W και aflibercept Q8W, αντίστοιχα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). 1.474 ασθενείς που είχαν ολοκληρώσει προηγουμένως είτε τη μελέτη YOSEMITE είτε τη μελέτη RHINE συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη RHONE-X, μια 2ετή, πολυκεντρική μακροχρόνια μελέτη επέκτασης που σχεδιάστηκε για την αξιολόγηση της μακροχρόνιας ασφάλειας και ανεκτικότητας της ενδοϋαλοειδικής χορήγησης φαρισιμάμπης 6 mg, που χορηγήθηκε με εξατομικευμένο μεσοδιάστημα θεραπείας. Το προφίλ μακροχρόνιας ασφάλειας της φαρισιμάμπης που παρατηρήθηκε στη μελέτη RHONE-X ήταν σύμφωνο με αυτό που παρατηρήθηκε στις μελέτες YOSEMITE και RHINE.

RVO Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές μελέτες διάρκειας 72 εβδομάδων σε ασθενείς με οίδημα ωχράς κηλίδας δευτερογενές σε BRVO (BALATON) ή CRVO/HRVO (COMINO). Τα ελεγχόμενα με δραστικό συγκριτικό παράγοντα δεδομένα είναι διαθέσιμα έως τον 6ο μήνα. Συνολικά 1.282 ασθενείς (553 στην BALATON και 729 στην COMINO) εντάχθηκαν στις δύο μελέτες, με 1.276 ασθενείς να λαμβάνουν θεραπεία με τουλάχιστον μία δόση έως την εβδομάδα 24 (641 με φαρισιμάμπη). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 28 έως 93 με μέση τιμή [SD] τα 64 [10,7] έτη και 22 έως 100 με μέση τιμή [SD] τα 65 [13,2] έτη στην BALATON και την COMINO, αντίστοιχα. Συνολικά 489 από τους 553 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην BALATON ολοκλήρωσαν τη μελέτη την εβδομάδα 72. 263 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν αρχικά σε φαρισιμάμπη (στο σκέλος της φαρισιμάμπης «προηγουμένως σε φαρισιμάμπη») και 267 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν αρχικά σε aflibercept (στο σκέλος του aflibercept «προηγουμένως σε aflibercept») έλαβαν τουλάχιστον μία δόση φαρισιμάμπης κατά τη διάρκεια της φάσης προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης. Συνολικά 656 από τους 729 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην COMINO ολοκλήρωσαν τη μελέτη την εβδομάδα 72. 353 ασθενείς προηγουμένως σε φαρισιμάμπη και 342 ασθενείς προηγουμένως σε aflibercept έλαβαν τουλάχιστον μία δόση φαρισιμάμπης κατά τη διάρκεια της φάσης προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1 σε ένα από τα δύο σχήματα θεραπείας έως την εβδομάδα 24:

  • Φαρισιμάμπη 6 mg Q4W για 6 διαδοχικές μηνιαίες δόσεις
  • Aflibercept 2 mg Q4W για 6 διαδοχικές μηνιαίες δόσεις Μετά από 6 αρχικές μηνιαίες δόσεις, οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν αρχικά στο σκέλος του aflibercept 2 mg άλλαξαν σε φαρισιμάμπη 6 mg και μπορούσαν να λάβουν φαρισιμάμπη 6 mg σε προσαρμοζόμενη δοσολόγηση έως Q16W, όπου το μεσοδιάστημα δοσολόγησης μπορούσε να αυξηθεί σε στάδια των 4 εβδομάδων ή να μειωθεί κατά 4, 8 ή 12 εβδομάδες με βάση μία αυτοματοποιημένη αντικειμενική αξιολόγηση προκαθορισμένων οπτικών και ανατομικών κριτηρίων ενεργότητας της νόσου.

Αποτελέσματα Και οι δύο μελέτες κατέδειξαν αποτελεσματικότητα στο κύριο καταληκτικό σημείο, το οποίο ορίζεται ως η μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA την εβδομάδα 24, μετρούμενη με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν φαρισιμάμπη Q4W είχαν μη κατώτερη μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA, σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με aflibercept Q4W και αυτά τα κέρδη στην όραση διατηρήθηκαν μέχρι την εβδομάδα 72, όταν οι ασθενείς άλλαξαν σε ένα προσαρμοζόμενο δοσολογικό σχήμα φαρισιμάμπης έως Q16W. Μεταξύ της εβδομάδας 24 και της εβδομάδας 68, το 81,5% και το 74,0% των ασθενών που έλαβαν φαρισιμάμπη στο προσαρμοζόμενο δοσολογικό σχήμα έως Q16W πέτυχαν ένα μεσοδιάστημα δοσολογίας ≥ Q12W (Q16W ή Q12W) στην BALATON και την COMINO, αντίστοιχα. Από αυτούς τους ασθενείς, το 72,1% και το 61,6% ολοκλήρωσαν τουλάχιστον έναν κύκλο Q12W και διατήρησαν μία δοσολόγηση ≥ Q12W χωρίς μείωση μεσοδιαστημάτων κάτω από Q12W έως την εβδομάδα 68 στην BALATON και την COMINO, αντίστοιχα. Το 1,2% και το 2,5% των ασθενών έλαβαν μόνο δόση Q4W έως την εβδομάδα 68 στην BALATON και την COMINO, αντίστοιχα. Σε όλες τις μελέτες, την εβδομάδα 24 οι ασθενείς στο σκέλος της φαρισιμάμπης Q4W κατέδειξαν βελτίωση στο προκαθορισμένο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μεταβολής από την έναρξη έως την εβδομάδα 24 στη σύνθετη βαθμολογία NEI VFQ-25 που ήταν συγκρίσιμη με το aflibercept Q4W. Η φαρισιμάμπη Q4W κατέδειξε επίσης βελτίωση στο προκαθορισμένο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μεταβολής από την έναρξη έως την εβδομάδα 24 στις κοντινές δραστηριότητες και δραστηριότητες απόστασης κατά NEI VFQ-25, που ήταν συγκρίσιμες με το aflibercept Q4W. Αυτά τα αποτελέσματα διατηρήθηκαν μέχρι την εβδομάδα 72, όταν όλοι οι ασθενείς ήταν σε φαρισιμάμπη με προσαρμοζόμενο δοσολογικό σχήμα έως Q16W.

(Πίνακες 8 και 9 – Δεδομένα αποτελεσματικότητας για BALATON και COMINO)

Εικόνα 3: Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 72 στην BALATON. Η προσαρμοζόμενη δόση φαρισιμάμπης έως Q16W άρχισε την εβδομάδα 24 αλλά δεν έλαβαν όλοι οι ασθενείς φαρισιμάμπη την εβδομάδα 24.

Εικόνα 4: Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 72 στην COMINO. Η προσαρμοζόμενη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έως Q16W άρχισε την εβδομάδα 24 αλλά δεν έλαβαν όλοι οι ασθενείς φαρισιμάμπη την εβδομάδα 24.

Η συχνότητα εμφάνισης οφθαλμικών ανεπιθύμητων ενεργειών στον υπό μελέτη οφθαλμό ήταν 20,1% και 24,6%, και για τις μη οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν 32,9% και 36,4%, έως την εβδομάδα 24 στα σκέλη φαρισιμάμπης Q4W και aflibercept Q4W, αντίστοιχα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη φαρισιμάμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην nAMD, την DME και την RVO (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Η φαρισιμάμπη χορηγείται ενδοϋαλοειδικά ώστε να ασκήσει τοπικές επιδράσεις στον οφθαλμό.

Απορρόφηση και κατανομή

Με βάση μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού (που περιλάμβανε nAMD και DME, N = 2.246), οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης (μη δεσμευμένης στον VEGF-A και στην Ang-2) φαρισιμάμπης στο πλάσμα (Cmax) εκτιμάται ότι παρουσιάζονται περίπου 2 ημέρες μετά τη δόση. Η μέση (±SD [τυπική απόκλιση]) Cmax στο πλάσμα εκτιμάται ότι είναι 0,23 (0,07) µg/ml και 0,22 (0,07) µg/ml σε ασθενείς με nAMD και DME, αντίστοιχα. Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, οι χαμηλότερες μέσες συγκεντρώσεις ελεύθερης φαρισιμάμπης στο πλάσμα προβλέπεται να είναι 0,002-0,003 µg/ml για τη χορήγηση δόσης Q8W. Η φαρισιμάμπη παρουσίασε δοσοεξαρτώμενη φαρμακοκινητική (με βάση τη Cmax και το AUC) στο εύρος δόσης από 0,5 mg έως 6 mg. Δεν υπήρξε εμφανής συσσώρευση της φαρισιμάμπης στο υαλοειδές ή στο πλάσμα μετά από μηνιαία χορήγηση δόσης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης φαρισιμάμπης στο πλάσμα προβλέπεται να είναι περίπου 600 και 6000 φορές χαμηλότερες από ό,τι στο υδατοειδές υγρό και στο υαλοειδές σώμα, αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, είναι απίθανη η εκδήλωση συστηματικών φαρμακοδυναμικών επιδράσεων, γεγονός το οποίο υποστηρίζεται περαιτέρω από την απουσία σημαντικών αλλαγών στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου VEGF και Ang-2 στο πλάσμα μετά από θεραπεία με φαρισιμάμπη στις κλινικές μελέτες. Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού έχει καταδείξει μια επίδραση της ηλικίας και του σωματικού βάρους στην οφθαλμική και τη συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης αντίστοιχα. Η επίδραση και στις δύο περιπτώσεις θεωρείται ότι δεν έχει κλινική σημασία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Η φαρισιμάμπη είναι ένας θεραπευτικός παράγοντας που βασίζεται σε πρωτεΐνη και συνεπώς ο μεταβολισμός και η αποβολή της δεν έχουν πλήρως χαρακτηριστεί. Η φαρισιμάμπη αναμένεται να καταβολίζεται στα λυσοσώματα σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα, τα οποία μπορεί να αποβάλλονται από τους νεφρούς, με τρόπο παρόμοιο με αυτόν της αποβολής της ενδογενούς IgG. Το προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου φαρισιμάμπης στο πλάσμα μειώθηκε παράλληλα με το προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου στο υαλοειδές και στο υδατοειδές. Ο εκτιμώμενος μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στον οφθαλμό και ο φαινομενικός συστηματικός χρόνος ημίσειας ζωής της φαρισιμάμπης είναι περίπου 7,5 ημέρες. Η φαρμακοκινητική ανάλυση ασθενών με nAMD, DME και RVO (N=2.977) έδειξε ότι οι φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης είναι συγκρίσιμη σε ασθενείς με nAMD, DME και RVO.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Στις έξι κλινικές μελέτες Φάσης III, περίπου το 58% (1.496/2.571) των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν θεραπεία με φαρισιμάμπη ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών. Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε κάποια επίδραση της ηλικίας στην οφθαλμική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης στον οφθαλμό. Η επίδραση θεωρήθηκε μη κλινικά σημαντική. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλέπε Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες με τη φαρισιμάμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική ανάλυση των ασθενών σε όλες τις κλινικές μελέτες, εκ των οποίων το 63% είχε νεφρική δυσλειτουργία (ήπιου βαθμού 38%, μέτριου βαθμού 23% και σοβαρού βαθμού 2%), δεν ανέδειξε διαφορές αναφορικά με τη συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης μετά από ενδοϋαλοειδική χορήγηση της φαρισιμάμπης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες με τη φαρισιμάμπη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, δεν απαιτούνται ειδικές εκτιμήσεις σε αυτόν τον πληθυσμό, επειδή ο μεταβολισμός πραγματοποιείται μέσω πρωτεόλυσης και δεν εξαρτάται από την ηπατική λειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία).

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί Η συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης δεν επηρεάζεται από τη φυλή. Το φύλο δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει σχετική κλινική επίδραση στη συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA09 ### Μηχανισμός δράσης Η φαρισιμάμπη είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) διπλής ειδικότητας, το οποίο δρα μέσω αναστολής δύο διακριτών…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA09 ### Μηχανισμός δράσης Η φαρισιμάμπη είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) διπλής ειδικότητας, το οποίο δρα μέσω αναστολής δύο διακριτών…

Φαρμακοκινητική
Η φαρισιμάμπη χορηγείται ενδοϋαλοειδικά ώστε να ασκήσει τοπικές επιδράσεις στον οφθαλμό. ### Απορρόφηση και κατανομή Με βάση μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού (που περιλάμβανε nAMD και DME, N = 2.246), οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης (μη δεσμευμένης…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αιμάτωση κεφαλής οπτικού νεύρου visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος
Ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος
Οφθαλμολογικός έλεγχος visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος Μετά ενδοϋαλοειδική ένεση
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Μετά ενδοϋαλοειδική ένεση
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 38 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science