GEMCITABINE
Γεμσιταβίνη
Οι αντιμεταβολίτες έχουν δομή που ομοιάζει με τους φυσιολογικούς μεταβολίτες που είναι απαραίτητοι για τη δομή και τη λειτουργία του κυττάρου. Ενσωματώνονται σε νεοσχηματιζόμενο υλικό του πυρήνα ή ανταγωνίζονται ουσιώδη ένζυμα και παραβλάπτουν έτσι την κυτταρική λειτουργία και …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Διάρκειας 30 λεπτών
- Δόση έναρξης: 1000 mg/m²
- Τιτλοποίηση: Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή.
-
Καρκίνος της ουροδόχου κύστης (Συνδυαστική χρήση)Δόση1000 mg/m²Η δόση χορηγείται κατά τις Ημέρες 1, 8 και 15 κάθε κύκλου διάρκειας 28 ημερών σε συνδυασμό με σισπλατίνη (70 mg/m²). Ο κύκλος διάρκειας 4 εβδομάδων επαναλαμβάνεται. Μείωση της δοσολογίας ανάλογα με την τοξικότητα.
-
Καρκίνος του παγκρέατοςΔόση1000 mg/m²Χορηγείται άπαξ εβδομαδιαίως για έως και 7 εβδομάδες, ακολουθούμενη από μία εβδομάδα διακοπής. Οι επακόλουθοι κύκλοι είναι άπαξ εβδομαδιαίως για 3 διαδοχικές εβδομάδες, κάθε 4 εβδομάδες. Μείωση της δοσολογίας ανάλογα με την τοξικότητα.
-
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (Μονοθεραπεία)Δόση1000 mg/m²Χορηγείται άπαξ εβδομαδιαίως για 3 εβδομάδες, ακολουθούμενη από μία περίοδο διακοπής διάρκειας 1 εβδομάδας. Ο κύκλος διάρκειας 4 εβδομάδων επαναλαμβάνεται. Μείωση της δοσολογίας ανάλογα με την τοξικότητα.
-
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα (Συνδυαστική χρήση)Δόση1250 mg/m²Χορηγείται κατά την Ημέρα 1 και 8 του θεραπευτικού κύκλου (21 ημέρες). Η σισπλατίνη χρησιμοποιείται σε δόσεις 75-100 mg/m² μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Μείωση της δοσολογίας ανάλογα με την τοξικότητα.
-
Καρκίνος του μαστού (Συνδυαστική χρήση)Δόση1250 mg/m²Χορηγείται κατά τις Ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών, μετά από πακλιταξέλη (175 mg/m² κατά την Ημέρα 1). Απαιτείται απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων ≥1.500 (x 10⁹/l) πριν την έναρξη. Μείωση της δοσολογίας ανάλογα με την τοξικότητα.
-
Καρκίνος των ωοθηκών (Συνδυαστική χρήση)Δόση1000 mg/m²Χορηγείται κατά τις Ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών, ακολουθούμενη από καρβοπλατίνη (στοχευόμενη τιμή AUC 4,0 mg/ml∙min). Μείωση της δοσολογίας ανάλογα με την τοξικότητα.
-
Τροποποίηση δόσης λόγω μη αιματολογικής τοξικότητας (Βαθμού 3 ή 4)Η θεραπεία αναστέλλεται ή μειώνεται σύμφωνα με την κρίση του ιατρού έως ότου η τοξικότητα υποχωρήσει.
-
Τροποποίηση δόσης λόγω αιματολογικής τοξικότητας (Έναρξη κύκλου)Απαιτείται απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων ≥1.500 (x 10⁹/l) και αριθμός αιμοπεταλίων ≥100.000 (x 10⁹/l) πριν την έναρξη.
-
Τροποποίηση δόσης κατά τη διάρκεια κύκλου (Καρκίνος ουροδόχου κύστης, NSCLC, παγκρέατος - μονοθεραπεία ή με σισπλατίνη)Οι δόσεις προσαρμόζονται με βάση τον απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων και αιμοπεταλίων. Δόσεις παραλείπονται εάν τα κριτήρια δεν πληρούνται.
-
Τροποποίηση δόσης κατά τη διάρκεια κύκλου (Καρκίνος μαστού - με πακλιταξέλη)Οι δόσεις προσαρμόζονται με βάση τον απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων και αιμοπεταλίων. Δόσεις παραλείπονται εάν τα κριτήρια δεν πληρούνται.
-
Τροποποίηση δόσης κατά τη διάρκεια κύκλου (Καρκίνος ωοθηκών - με καρβοπλατίνη)Οι δόσεις προσαρμόζονται με βάση τον απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων και αιμοπεταλίων. Δόσεις παραλείπονται εάν τα κριτήρια δεν πληρούνται.
-
Τροποποίηση δόσης σε επακόλουθους κύκλους (Για όλες τις ενδείξεις)Η δόση μειώνεται στο 75% της δόσης έναρξης εάν εμφανιστεί αιματολογική τοξικότητα (π.χ. ANC <500, εμπύρετη ουδετεροπενία, θρομβοπενία ≥25.000, καθυστέρηση κύκλου >1 εβδομάδα).
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική βλάβηΧρήση με προσοχή, ανεπαρκείς πληροφορίες για σαφείς δοσολογικές συστάσεις.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)Καλά ανεκτή, δεν απαιτούνται ειδικές ρυθμίσεις δοσολογίας πέραν των γενικών συστάσεων.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (< 18 ετών)Δεν συνιστάται λόγω ανεπαρκών δεδομένων ασφαλείας και αποτελεσματικότητας.
block
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα αναφέρονται στη παράγραφο 6.1.
-
ΓαλουχίαΠληθυσμός(βλ. Δοσολογία)
warning
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσειςΗ παράταση του χρόνου έγχυσης και η αυξημένη δοσολογική συχνότητα έχει καταδειχθεί ότι αυξάνουν την τοξικότητα.
-
Αιματολογική τοξικότηταΗ γεμσιταβίνη μπορεί να καταστείλει τη λειτουργία του μυελού των οστών και εκδηλώνεται με λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Οι ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταβίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν από κάθε δόση ως προς τα επίπεδα αιμοπεταλίων, λευκοκυττάρων και κοκκιοκυττάρων. Το ενδεχόμενο αναβολής ή τροποποίησης της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται όταν ανιχνεύεται φαρμακοεπαγόμενη καταστολή του μυελού των οστών (βλ. Δοσολογία). Ωστόσο, η μυελοκαταστολή είναι μικρής διάρκειας και συνήθως δεν οδηγεί σε μείωση της δόσης και σπάνια σε διακοπή του φαρμάκου. Οι αριθμοί των κυττάρων στο περιφερικό αίμα μπορεί να συνεχίσουν να επιδεινώνονται μετά τη διακοπή της χορήγησης της γεμσιταβίνης. Σε ασθενείς με πλημμελή λειτουργία του μυελού των οστών, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με προσοχή. Όπως και με άλλες θεραπείες με κυτταροτοξικούς παράγοντες, ο κίνδυνος αθροιστικής καταστολής του μυελού των οστών πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν όταν η θεραπεία με γεμσιταβίνη χορηγείται μαζί με άλλη χημειοθεραπεία.
-
Ηπατική και νεφρική ανεπάρκειαΗ χορήγηση της γεμσιταβίνης σε ασθενείς με συνυπάρχουσες μεταστάσεις στο ήπαρ ή προϋπάρχον ιατρικό ιστορικό ηπατίτιδας, αλκοολισμού ή κίρρωσης του ήπατος, μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της υποκείμενης ηπατικής ανεπάρκειας. Εργαστηριακή αξιολόγηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων ιολογικών εξετάσεων) θα πρέπει να πραγματοποιείται ανά περιοδικά χρονικά διαστήματα. Η γεμσιταβίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια καθώς δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες που να επιτρέπουν σαφείς δοσολογικές συστάσεις για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών (βλ. Δοσολογία).
-
Συγχορηγούμενη ακτινοθεραπείαΣυγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία (χορηγούμενη ταυτόχρονα ή με διαφορά 7 ημερών): Έχει αναφερθεί τοξικότητα (βλ. Αλληλεπιδράσεις για λεπτομέρειες και συστάσεις για χρήση).
-
Εμβόλια από ζώντες ιούςΤα εμβόλια για τον κίτρινο πυρετό και άλλα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς δεν συνιστώνται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταβίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Το σύνδρομο της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειαςΕκθέσεις της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας συνδρόμου (PRES), με δυνητικά σοβαρές συνέπειες έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν γεμσιταβίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Οξεία υπέρταση και δραστικότητα επιληπτικών κρίσεων αναφέρθηκαν στους περισσότερους ασθενείς σε θεραπεία με γεμσιταβίνη που βιώνουν PRES, αλλά και άλλα συμπτώματα, όπως κεφαλαλγία, λήθαργο, σύγχυση και τύφλωση θα μπορούσε επίσης να είναι παρόν. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται βέλτιστα από απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI). Το PRES ήταν συνήθως αναστρέψιμο με τα κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα. Η γεμσιταβίνη πρέπει να διακοπεί οριστικά και υποστηρικτικά μέτρα να εφαρμόζονται, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης και της θεραπείας αντι-κατάσχεσης, αν το PRES αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΚαρδιαγγειακάΛόγω του κινδύνου εμφάνισης καρδιακών ή/και αγγειακών διαταραχών με τη γεμσιταβίνη, ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται με ασθενείς που εμφανίζουν ιστορικό καρδιαγγειακών επεισοδίων.
-
Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδώνΤο σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν γεμσιταβίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η κατάσταση είναι συνήθως θεραπεύσιμη, αν αναγνωριστεί νωρίς και αντιμετωπιστεί κατάλληλα, αλλά έχουν αναφερθεί θανατηφόρα κρούσματα. Το σύνδρομο περιλαμβάνει συστηματική τριχοειδή υπερπερατότητα κατά την οποία υγρά και πρωτεϊνες από το ενδαγγειακό χώρο διαρρέουν στο διάμεσο χώρο. Τα κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν γενικευμένο οίδημα, αύξηση του σωματικού βάρους, υπολευκωματιναιμία, σοβαρή υπόταση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και πνευμονικό οίδημα. Η γεμσιταβίνη πρέπει να διακοπεί και υποστηρικτικά να λυφθούν, εάν το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σύνδρομο διαρροής τριχοειδών μπορεί να συμβεί σε μεταγενέστερους κύκλους και έχει συσχετισθεί στη βιβλιογραφία με σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων.
-
ΑναπνευστικάΠνευμονικές επιδράσεις, ορισμένες φορές σοβαρές (όπως πνευμονικό οίδημα, διάμεση πνευμονίτιδα ή σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)), έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με γεμσιταβίνη. Εάν αναπτυχθούν τέτοιες επιδράσεις, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με γεμσιταβίνη. Η πρώιμη χρήση μέτρων υποστηρικτικής φροντίδας μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της κατάστασης.
-
ΝεφρικάΑιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο Σπάνια αναφέρθηκαν κλινικά ευρήματα που να συμφωνούσαν με το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS) (στοιχεία που προέκυψαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου) σε ασθενείς που λάμβαναν γεμσιταβίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο είναι μία δυνητικά θανατηφόρα διαταραχή. Η γεμσιταβίνη θα πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημεία οποιωνδήποτε ενδείξεων μικροαγγειοπαθητικής αιμολυτικής αναιμίας, όπως η ταχεία μείωση των επιπέδων αιμοσφαιρίνης μαζί με ταυτόχρονη εμφάνιση θρομβοκυτταροπενίας, αύξηση των επιπέδων χολερυθρίνης στον ορό, των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό, του αζώτου ουρίας αίματος ή της LDH. Η νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να μην είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας και ενδέχεται να απαιτείται αιμοκάθαρση.
-
ΓονιμότηταΣε μελέτες γονιμότητας, η γεμσιταβίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικά ποντίκια (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Συνεπώς, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταβίνη συμβουλεύονται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητήσουν περαιτέρω συμβουλές σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν τη θεραπεία λόγω της πιθανότητας πρόκλησης στειρότητας λόγω της θεραπείας με τη γεμσιταβίνη (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
ΝάτριοTo φιαλίδιο 200 mg γεμσιταβίνης περιέχει 3,56 mg (<1 mmol) νάτριο. To φιαλίδιο 1g γεμσιταβίνης περιέχει 17,81 mg (<1 mmol) νάτριο. To φιαλίδιο 2g γεμσιταβίνης περιέχει 35.62 mg (1.54 mmol) νάτριο. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν από ασθενείς που ακολουθούν διατροφή ελεγχόμενου νατρίου.
swap_horiz
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑκτινοθεραπείαπροσοχήΗ γεμσιταβίνη έχει ακτινοευαισθητοποιό δραστηριότητα. Η συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική τοξικότητα (βλεννογονίτιδα, πνευμονίτιδα). Η μη συγχορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε ανάκληση ακτινοβολίας.ΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή, το βέλτιστο σχήμα για ασφαλή χορήγηση δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί. Να ξεκινά η γεμσιταβίνη μετά την υποχώρηση των οξέων επιδράσεων της ακτινοθεραπείας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά.
-
Ζώντα εξασθενημένα εμβόλια (π.χ. κίτρινος πυρετός)αντένδειξηΚίνδυνος συστηματικής, ενδεχομένως θανατηφόρας, νόσου, ειδικά σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
sick
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Ανορεξία
- Κεφαλαλγία
- Αϋπνία
- Υπνηλία
- Αγγειακό εγκεφαλικό
- Σύνδρομο της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
- Αρρυθμίες, κατά κύριο λόγο υπερκοιλιακές στη φύση
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Κλινικές ενδείξεις περιφερικής αγγειίτιδας και γάγγραινας
- Υπόταση
- Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών
- Δύσπνοια - συνήθως ήπια και υποχωρεί γρήγορα χωρίς θεραπεία
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Διάμεση πνευμονίτιδα
- Βρογχόσπασμος - συνήθως ήπιος και παροδικός αλλά μπορεί να χρειαστεί παρεντερική θεραπεία
- Πνευμονικό οίδημα
- Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
- Έμετος
- Ναυτία.
- Διάρροια
- Στοματίτιδα και εξέλκωση του στόματος
- Δυσκοιλιότητα
- Ισχαιμική κολίτιδα
- Αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών (AST και ALT) και της αλκαλικής φωσφατάσης
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Σοβαρή ηπατοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων ηπατικής ανεπάρκειας και θανάτου
- Αυξημένη γ-γλουταμυλ-τρανσφεράση (GGT)
- Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα που σχετίζεται συχνά με κνησμό
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Εφίδρωση
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων απολέπισης και πομφολυγώδους δερματικού εξανθήματος
- Εξέλκωση
- Σχηματισμός φλυκταινών (φυσαλίδες) και ελκών
- Απολέπιση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Αιματουρία
- Ήπια πρωτεϊνουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο
- Συμπτώματα που προσομοιάζουν με εκείνα της γρίπης - τα πλέον συνήθη συμπτώματα είναι πυρετός, κεφαλαλγία, ρίγη, μυαλγία, κακουχία και ανορεξία. Έχουν επίσης αναφερθεί βήχας, ρινίτιδα, κακουχία, εφίδρωση και δυσκολίες στον ύπνο.
- Οίδημα / περιφερικό οίδημα - συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος προσώπου. Το οίδημα είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας.
- Πυρετός
- Εξασθένηση
- Ρίγη
- Αντιδράσεις στη θέση της έγχυσης - ήπιας φύσης κατά κύριο λόγο
- Τοξικότητα ακτινοβολίας
- Ανάκληση ακτινοβολίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ ΣπάνιεςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυνήθειςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυνήθειςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΑγγειακό εγκεφαλικόΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ ΣπάνιεςΣύνδρομο της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΑρρυθμίες, κατά κύριο λόγο υπερκοιλιακές στη φύσηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚλινικές ενδείξεις περιφερικής αγγειίτιδας και γάγγραιναςΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ ΣπάνιεςΣύνδρομο διαφυγής τριχοειδώνΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συνήθειςΔύσπνοια - συνήθως ήπια και υποχωρεί γρήγορα χωρίς θεραπείαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυνήθειςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυνήθειςΡινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΑσυνήθειςΔιάμεση πνευμονίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΑσυνήθειςΒρογχόσπασμος - συνήθως ήπιος και παροδικός αλλά μπορεί να χρειαστεί παρεντερική θεραπείαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκωνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συνήθειςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συνήθειςΝαυτία.Γαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΣτοματίτιδα και εξέλκωση του στόματοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΙσχαιμική κολίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ συνήθειςΑύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών (AST και ALT) και της αλκαλικής φωσφατάσηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυνήθειςΑυξημένη χολερυθρίνηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΑσυνήθειςΣοβαρή ηπατοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων ηπατικής ανεπάρκειας και θανάτουΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΑυξημένη γ-γλουταμυλ-τρανσφεράση (GGT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συνήθειςΑλλεργικό δερματικό εξάνθημα που σχετίζεται συχνά με κνησμόΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συνήθειςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυνήθειςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυνήθειςΕφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων απολέπισης και πομφολυγώδους δερματικού εξανθήματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕξέλκωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣχηματισμός φλυκταινών (φυσαλίδες) και ελκώνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑπολέπισηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυνήθειςΟσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυνήθειςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ ΣυνήθειςΑιματουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ ΣυνήθειςΉπια πρωτεϊνουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΑσυνήθειςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΑσυνήθειςΑιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομοΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ συνήθειςΣυμπτώματα που προσομοιάζουν με εκείνα της γρίπης - τα πλέον συνήθη συμπτώματα είναι πυρετός, κεφαλαλγία, ρίγη, μυαλγία, κακουχία και ανορεξία. Έχουν επίσης αναφερθεί βήχας, ρινίτιδα, κακουχία, εφίδρωση και δυσκολίες στον ύπνο.Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συνήθειςΟίδημα / περιφερικό οίδημα - συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος προσώπου. Το οίδημα είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας.Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυνήθειςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυνήθειςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυνήθειςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις στη θέση της έγχυσης - ήπιας φύσης κατά κύριο λόγοΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΤοξικότητα ακτινοβολίαςΤραυματισμός, δηλητηρίαση και επεμβατικές επιπλοκές
-
ΣπάνιεςΑνάκληση ακτινοβολίαςΤραυματισμός, δηλητηρίαση και επεμβατικές επιπλοκές
pregnant_woman
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΒάσει των αποτελεσμάτων από μελέτες σε πειραματόζωα και του μηχανισμού δράσης της γεμσιταβίνης, αυτή η ουσία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητο. Οι γυναίκες θα πρέπει να καθοδηγούνται να μη μείνουν έγκυοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη γεμσιταβίνη και να ενημερώσουν αμέσως τον θεράποντα ιατρό τους εάν συμβεί παρ’ όλα αυτά κάτι τέτοιο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό κατά πόσον η γεμσιταβίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων επιδράσεων στο βρέφος που θηλάζει. Η γαλουχία θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη γεμσιταβίνη.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣε μελέτες γονιμότητας, η γεμσιταβίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικά ποντίκια (βλ. ενότητα 5.3). Συνεπώς, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταβίνη θα καθοδηγούνται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητήσουν περαιτέρω συμβουλές σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας πρόκλησης στειρότητας από τη θεραπεία με τη γεμσιταβίνη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Δοσολογία
Η γεμσιταβίνη θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από έναν γιατρό με πείρα στη χρήση αντικαρκινικής χημειοθεραπείας.
Δοσολογία
Καρκίνος της ουροδόχου κύστης
Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταβίνης είναι 1000 mg/m², χορηγούμενη μέσω έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών. Η δόση θα πρέπει να χορηγείται κατά τις Ημέρες 1, 8 και 15 κάθε κύκλου διάρκειας 28 ημερών σε συνδυασμό με σισπλατίνη. Η σισπλατίνη χορηγείται σε μία συνιστώμενη δόση 70 mg/m² κατά την Ημέρα 1 μετά τη γεμσιταβίνη ή κατά την Ημέρα 2 κάθε κύκλου 28 ημερών. Αυτός ο κύκλος διάρκειας 4 εβδομάδων στη συνέχεια επαναλαμβάνεται. Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή.
Καρκίνος του παγκρέατος
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταβίνης είναι 1000 mg/m², χορηγούμενη μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών. Η δόση αυτή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται άπαξ εβδομαδιαίως για έως και 7 εβδομάδες, ακολουθούμενη από μία εβδομάδα διακοπής. Οι επακόλουθοι κύκλοι θα αποτελούνται από ενέσεις χορηγούμενες άπαξ εβδομαδιαίως για 3 διαδοχικές εβδομάδες, κάθε 4 εβδομάδες. Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Μονοθεραπεία
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταβίνης είναι 1000 mg/m², χορηγούμενη μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών. Αυτή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται άπαξ εβδομαδιαίως για 3 εβδομάδες, ακολουθούμενη από μία περίοδο διακοπής διάρκειας 1 εβδομάδας. Αυτός ο κύκλος διάρκειας 4 εβδομάδων στη συνέχεια επαναλαμβάνεται. Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή.
Συνδυαστική χρήση
Η συνιστώμενη δόση γεμσιταβίνης είναι 1250 mg/m² εμβαδού επιφάνειας σώματος χορηγούμενη ως μία ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 30 λεπτών κατά την Ημέρα 1 και 8 του θεραπευτικού κύκλου (21 ημέρες). Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή. Η σισπλατίνη έχει χρησιμοποιηθεί σε δόσεις μεταξύ 75-100 mg/m² μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.
Καρκίνος του μαστού
Συνδυαστική χρήση
Η χρήση γεμσιταβίνης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη συνιστάται να γίνεται με τη χορήγηση πακλιταξέλης (175 mg/m²) κατά την Ημέρα 1 με τη μορφή ενδοφλέβιας έγχυσης σε διάστημα περίπου 3 ωρών, ακολουθούμενη από τη χορήγηση γεμσιταβίνης (1250 mg/m²) με τη μορφή ενδοφλέβιας έγχυσης σε διάστημα 30 λεπτών κατά τις Ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών. Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν έναν απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων τουλάχιστον 1.500 (x 10⁹/l) πριν την έναρξη του συνδυασμού γεμσιταβίνης και πακλιταξέλης.
Καρκίνος των ωοθηκών
Συνδυαστική χρήση
Η χρήση γεμσιταβίνης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη συνιστάται να γίνεται με χορήγηση γεμσιταβίνης 1000 mg/m² κατά τις Ημέρες 1 και 8 κάθε κύκλου 21 ημερών, με τη μορφή ενδοφλέβιας έγχυσης σε διάστημα 30 λεπτών. Μετά τη γεμσιταβίνη, η καρβοπλατίνη θα χορηγείται κατά την Ημέρα 1 σύμφωνα με μία στοχευόμενη τιμή AUC 4,0 mg/ml∙min. Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή.
Παρακολούθηση για εμφάνιση τοξικότητας και τροποποίηση της δόσης λόγω τοξικότητας
Τροποποίηση της δοσης λόγω μη αιματολογικής τοξικότητας
Περιοδική φυσική εξέταση και έλεγχοι της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται για την ανίχνευση μη αιματολογικής τοξικότητας. Μείωση της δοσολογίας σε κάθε κύκλο ή κατά τη διάρκεια ενός κύκλου μπορεί να γίνει ανάλογα με τον βαθμό τοξικότητας που παρουσιάζεται σε κάθε ασθενή. Εν γένει, για σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) μη αιματολογική τοξικότητα, εκτός της ναυτίας και του εμέτου, η θεραπεία με γεμσιταβίνη θα πρέπει να αναστέλλεται ή να μειώνεται σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος ιατρού. Η χορήγηση των δόσεων θα πρέπει να αναστέλλεται έως ότου η τοξικότητα θα έχει υποχωρήσει κατά τη γνώμη του γιατρού.
Για ρύθμιση της δοσολογίας της σισπλατίνης, της καρβοπλατίνης και της πακλιταξέλης σε συνδυαστική θεραπεία, ανατρέξτε στην αντίστοιχη Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος.
Τροποποίηση της δόσης λόγω αιματολογικής τοξικότητας
Έναρξη ενός κύκλου
Για όλες τις ενδείξεις, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται πριν από τη χορήγηση κάθε δόσης ως προς τον αριθμό των αιμοπεταλίων και των κοκκιοκυττάρων. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν απόλυτο αριθμό κοκκιοκυττάρων τουλάχιστον 1.500 (x 10⁹/l) και αριθμό αιμοπεταλίων 100.000 (x 10⁹/l) πριν την έναρξη ενός κύκλου θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια ενός κύκλου
Οι τροποποιήσεις της δόσης της γεμσιταβίνης κατά τη διάρκεια ενός κύκλου θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους ακόλουθους πίνακες:
Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταβίνης κατά τη διάρκεια ενός κύκλου θεραπείας για καρκίνο της ουροδόχου κύστης, NSCLC και καρκίνο του παγκρέατος, χορηγούμενης ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με σισπλατίνη
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 10⁹/l) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 10⁹/l) | Ποσοστό συνήθους δόσης γεμσιταβίνης (%) |
|---|---|---|
| > 1.000 και > 100.000 | 100 | |
| 500-1.000 ή 50.000-100.000 | 75 | |
| <500 ή < 50.000 | Παράλειψη της δόσης * |
- Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα χορηγείται εκ νέου κατά τη διάρκεια ενός κύκλου πριν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων είναι τουλάχιστον 500 (x10⁹/l) και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι 50.000 (x10⁹/l).
Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταβίνης κατά τη διάρκεια ενός κύκλου θεραπείας για καρκίνο του μαστού, χορηγούμενης σε συνδυασμό με πακλιταξέλη
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 10⁹/l) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 10⁹/l) | Ποσοστό συνήθους δόσης γεμσιταβίνης (%) |
|---|---|---|
| ≥ 1.200 και >75.000 | 100 | |
| 1.000- <1.200 ή 50.000-75.000 | 75 | |
| 700- <1.000 και ≥ 50.000 | 50 | |
| <700 ή <50.000 | Παράλειψη της δόσης * |
*Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα χορηγείται εκ νέου κατά τη διάρκεια ενός κύκλου. Η θεραπεία θα ξεκινήσει κατά την ημέρα 1 του επόμενου κύκλου όταν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων είναι τουλάχιστον 1.500 (x10⁹/l) και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι 100.000 (x10⁹/l).
Τροποποίηση της δόσης της γεμσιταβίνης κατά τη διάρκεια ενός κύκλου θεραπείας για καρκίνο των ωοθηκών, χορηγούμενης σε συνδυασμό με καρβοπλατίνη
| Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων (x 10⁹/l) | Αριθμός αιμοπεταλίων (x 10⁹/l) | Ποσοστό συνήθους δόσης γεμσιταβίνης (%) |
|---|---|---|
| > 1.500 και ≥ 100.000 | 100 | |
| 1000-1.500 ή 75.000-100.000 | 50 | |
| <1000 ή < 75.000 | Παράλειψη της δόσης * |
*Η θεραπεία που έχει παραλειφθεί δεν θα χορηγείται εκ νέου κατά τη διάρκεια ενός κύκλου. Η θεραπεία θα ξεκινήσει κατά την ημέρα 1 του επόμενου κύκλου όταν ο απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων είναι τουλάχιστον 1.500 (x10⁹/l) και ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι 100.000 (x10⁹/l).
Τροποποιήσεις της δόσης λόγω αιματολογικής τοξικότητας σε επακόλουθους κύκλους, για όλες τις ενδείξεις
Η δόση της γεμσιταβίνης θα πρέπει να μειώνεται στο 75% της δόσης έναρξης του αρχικού κύκλου, στην περίπτωση εμφάνισης των ακόλουθων αιματολογικών τοξικοτήτων:
- Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων < 500 x 10⁹/l για περισσότερες από 5 ημέρες
- Απόλυτος αριθμός κοκκιοκυττάρων < 100 x 10⁹/l για περισσότερες από 3 ημέρες
- Εμπύρετος ουδετεροπενία
- Αριθμός αιμοπεταλίων ≥25.000 x 10⁹/L
- Καθυστέρηση του κύκλου για περισσότερο από 1 εβδομάδα λόγω τοξικότητας
Μέθοδος χορήγησης
Το φαρμακευτικό προϊόν είναι καλά ανεκτό κατά τη διάρκεια της έγχυσης και μπορεί να χορηγηθεί σε περιπατητικούς ασθενείς. Εάν εμφανιστεί εξαγγείωση, εν γένει η έγχυση θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά και πάλι σε ένα άλλο αιμοφόρο αγγείο. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά μετά τη χορήγηση.
Για οδηγίες σχετικά με την επανασύσταση, βλ. παράγραφο 6.6.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική βλάβη
Η γεμσιταβίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια καθώς υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες που επιτρέπουν σαφείς δοσολογικές συστάσεις για εκείνους τους πληθυσμούς ασθενών (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Πληθυσμός ηλικιωμένων ασθενών (ηλικίας > 65 ετών)
Η γεμσιταβίνη ήταν καλά ανεκτή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ρυθμίσεις της δοσολογίας, εκτός από εκείνες που συνιστώνται για όλους τους ασθενείς και έχουν ήδη περιγραφεί, είναι απαραίτητες για τους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 5.2).
Πληθυσμός παιδιατρικών ασθενών (ηλικίας < 18 ετών)
Η γεμσιταβίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω ανεπαρκών δεδομένων ασφαλείας και αποτελεσματικότητας.
block
Αντενδείξεις
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα αναφέρονται στη παράγραφο 6.1.
- Γαλουχία (βλ. Δοσολογία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η παράταση του χρόνου έγχυσης και η αυξημένη δοσολογική συχνότητα έχει καταδειχθεί ότι αυξάνουν την τοξικότητα.
Αιματολογική τοξικότητα
Η γεμσιταβίνη μπορεί να καταστείλει τη λειτουργία του μυελού των οστών και εκδηλώνεται με λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία. Οι ασθενείς που λαμβάνουν γεμσιταβίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν από κάθε δόση ως προς τα επίπεδα αιμοπεταλίων, λευκοκυττάρων και κοκκιοκυττάρων. Το ενδεχόμενο αναβολής ή τροποποίησης της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται όταν ανιχνεύεται φαρμακοεπαγόμενη καταστολή του μυελού των οστών (βλ. Δοσολογία). Ωστόσο, η μυελοκαταστολή είναι μικρής διάρκειας και συνήθως δεν οδηγεί σε μείωση της δόσης και σπάνια σε διακοπή του φαρμάκου. Οι αριθμοί των κυττάρων στο περιφερικό αίμα μπορεί να συνεχίσουν να επιδεινώνονται μετά τη διακοπή της χορήγησης της γεμσιταβίνης. Σε ασθενείς με πλημμελή λειτουργία του μυελού των οστών, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με προσοχή. Όπως και με άλλες θεραπείες με κυτταροτοξικούς παράγοντες, ο κίνδυνος αθροιστικής καταστολής του μυελού των οστών πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν όταν η θεραπεία με γεμσιταβίνη χορηγείται μαζί με άλλη χημειοθεραπεία.
Ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια
Η χορήγηση της γεμσιταβίνης σε ασθενείς με συνυπάρχουσες μεταστάσεις στο ήπαρ ή προϋπάρχον ιατρικό ιστορικό ηπατίτιδας, αλκοολισμού ή κίρρωσης του ήπατος, μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της υποκείμενης ηπατικής ανεπάρκειας. Εργαστηριακή αξιολόγηση της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένων ιολογικών εξετάσεων) θα πρέπει να πραγματοποιείται ανά περιοδικά χρονικά διαστήματα. Η γεμσιταβίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια καθώς δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες από κλινικές μελέτες που να επιτρέπουν σαφείς δοσολογικές συστάσεις για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών (βλ. Δοσολογία).
Συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία
Συγχορηγούμενη ακτινοθεραπεία (χορηγούμενη ταυτόχρονα ή με διαφορά 7 ημερών): Έχει αναφερθεί τοξικότητα (βλ. Αλληλεπιδράσεις για λεπτομέρειες και συστάσεις για χρήση).
Εμβόλια από ζώντες ιούς
Τα εμβόλια για τον κίτρινο πυρετό και άλλα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς δεν συνιστώνται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταβίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Το σύνδρομο της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
Εκθέσεις της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας συνδρόμου (PRES), με δυνητικά σοβαρές συνέπειες έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν γεμσιταβίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες. Οξεία υπέρταση και δραστικότητα επιληπτικών κρίσεων αναφέρθηκαν στους περισσότερους ασθενείς σε θεραπεία με γεμσιταβίνη που βιώνουν PRES, αλλά και άλλα συμπτώματα, όπως κεφαλαλγία, λήθαργο, σύγχυση και τύφλωση θα μπορούσε επίσης να είναι παρόν. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται βέλτιστα από απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI). Το PRES ήταν συνήθως αναστρέψιμο με τα κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα. Η γεμσιταβίνη πρέπει να διακοπεί οριστικά και υποστηρικτικά μέτρα να εφαρμόζονται, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης και της θεραπείας αντι-κατάσχεσης, αν το PRES αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Καρδιαγγειακά
Λόγω του κινδύνου εμφάνισης καρδιακών ή/και αγγειακών διαταραχών με τη γεμσιταβίνη, ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται με ασθενείς που εμφανίζουν ιστορικό καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών
Το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν γεμσιταβίνη ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η κατάσταση είναι συνήθως θεραπεύσιμη, αν αναγνωριστεί νωρίς και αντιμετωπιστεί κατάλληλα, αλλά έχουν αναφερθεί θανατηφόρα κρούσματα. Το σύνδρομο περιλαμβάνει συστηματική τριχοειδή υπερπερατότητα κατά την οποία υγρά και πρωτεϊνες από το ενδαγγειακό χώρο διαρρέουν στο διάμεσο χώρο. Τα κλινικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν γενικευμένο οίδημα, αύξηση του σωματικού βάρους, υπολευκωματιναιμία, σοβαρή υπόταση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια και πνευμονικό οίδημα. Η γεμσιταβίνη πρέπει να διακοπεί και υποστηρικτικά να λυφθούν, εάν το σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σύνδρομο διαρροής τριχοειδών μπορεί να συμβεί σε μεταγενέστερους κύκλους και έχει συσχετισθεί στη βιβλιογραφία με σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων.
Αναπνευστικά
Πνευμονικές επιδράσεις, ορισμένες φορές σοβαρές (όπως πνευμονικό οίδημα, διάμεση πνευμονίτιδα ή σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS)), έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με γεμσιταβίνη. Εάν αναπτυχθούν τέτοιες επιδράσεις, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με γεμσιταβίνη. Η πρώιμη χρήση μέτρων υποστηρικτικής φροντίδας μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της κατάστασης.
Νεφρικά
Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο Σπάνια αναφέρθηκαν κλινικά ευρήματα που να συμφωνούσαν με το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS) (στοιχεία που προέκυψαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου) σε ασθενείς που λάμβαναν γεμσιταβίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο είναι μία δυνητικά θανατηφόρα διαταραχή. Η γεμσιταβίνη θα πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημεία οποιωνδήποτε ενδείξεων μικροαγγειοπαθητικής αιμολυτικής αναιμίας, όπως η ταχεία μείωση των επιπέδων αιμοσφαιρίνης μαζί με ταυτόχρονη εμφάνιση θρομβοκυτταροπενίας, αύξηση των επιπέδων χολερυθρίνης στον ορό, των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό, του αζώτου ουρίας αίματος ή της LDH. Η νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να μην είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας και ενδέχεται να απαιτείται αιμοκάθαρση.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας, η γεμσιταβίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικά ποντίκια (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Συνεπώς, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταβίνη συμβουλεύονται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητήσουν περαιτέρω συμβουλές σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν τη θεραπεία λόγω της πιθανότητας πρόκλησης στειρότητας λόγω της θεραπείας με τη γεμσιταβίνη (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Νάτριο
To φιαλίδιο 200 mg γεμσιταβίνης περιέχει 3,56 mg (<1 mmol) νάτριο. To φιαλίδιο 1g γεμσιταβίνης περιέχει 17,81 mg (<1 mmol) νάτριο. To φιαλίδιο 2g γεμσιταβίνης περιέχει 35.62 mg (1.54 mmol) νάτριο. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν από ασθενείς που ακολουθούν διατροφή ελεγχόμενου νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ειδική μελέτη αλληλεπιδράσεων (βλ. παράγραφο 5.2).
Ακτινοθεραπεία
Συγχορηγούμενη (χορηγούμενη ταυτόχρονα ή με διαφορά 7 ημερών) - Η τοξικότητα που σχετίζεται με αυτή την πολυδιάστατη θεραπεία εξαρτάται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της δόσης της γεμσιταβίνης, της συχνότητας χορήγησης της γεμσιταβίνης, της δόσης της ακτινοβολίας, της τεχνικής σχεδιασμού της ακτινοθεραπείας, του στοχευόμενου ιστού και του στοχευόμενου όγκου. Προκλινικές και κλινικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι η γεμσιταβίνη έχει ακτινοευαισθητοποιό δραστηριότητα. Σε μία μόνο μελέτη, όπου χορηγήθηκε γεμσιταβίνη σε δόση των 1.000 mg/m² για έως και 6 διαδοχικές εβδομάδες μαζί με θεραπευτική ακτινοβολία θώρακος σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, παρατηρήθηκε σημαντική τοξικότητα με τη μορφή σοβαρής και δυνητικά απειλητικής για τη ζωή βλεννογονίτιδας, ιδιαίτερα οισοφαγίτιδας, και πνευμονίτιδας, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λάμβαναν μεγάλες ποσότητες ακτινοθεραπείας [διάμεσος όγκος θεραπείας 4.795 cm³]. Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια υποδηλώνουν ότι είναι εφικτή η χορήγηση γεμσιταβίνης σε χαμηλότερες δόσεις μαζί με ακτινοθεραπεία με προβλεπόμενη τοξικότητα, όπως μία μελέτη φάσης ΙΙ στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, όπου δόσεις ακτινοβολίας θώρακος 66 Gy εφαρμόστηκαν ταυτόχρονα με χορήγηση γεμσιταβίνης (600 mg/m², τέσσερις φορές) και σισπλατίνης (80 mg/m², δύο φορές) κατά τη διάρκεια 6 εβδομάδων. Το βέλτιστο σχήμα για ασφαλή χορήγηση της γεμσιταβίνης μαζί με θεραπευτικές δόσεις ακτινοβολίας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί σε όλους τους τύπους όγκων.
Μη συγχορηγούμενη (χορηγούμενη με διαφορά >7 ημερών) - Η ανάλυση των δεδομένων δεν υποδεικνύει καμία ενισχυμένη τοξικότητα όταν η γεμσιταβίνη χορηγείται περισσότερο από 7 ημέρες πριν ή μετά την ακτινοθεραπεία, εκτός από ανάκληση ακτινοβολίας. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η γεμσιταβίνη μπορεί να ξεκινήσει να χορηγείται μετά την υποχώρηση των οξέων επιδράσεων της ακτινοθεραπείας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά την ακτινοθεραπεία. Πρόκληση βλαβών από την ακτινοβολία έχει αναφερθεί σε στοχευόμενους ιστούς (π.χ. οισοφαγίτιδα, κολίτιδα και πνευμονίτιδα) σε σχέση τόσο με την παράλληλη όσο και με τη μη παράλληλη χορήγηση γεμσιταβίνης.
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Τα εμβόλια για τον κίτρινο πυρετό και άλλα ζώντα εξασθενημένα εμβόλια δεν συνιστώνται λόγω του κινδύνου συστηματικής, ενδεχομένως θανατηφόρας, νόσου, ειδικά σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συνηθέστερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία γεμσιταβίνης περιλαμβάνουν: ναυτία με ή χωρίς έμετο, αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών (AST/ALT) και αλκαλικής φωσφατάσης, έχουν αναφερθεί σε περίπου 60% των ασθενών, πρωτεϊνουρία και αιματουρία έχει αναφερθεί σε περίπου 50% των ασθενών, δύσπνοια έχει αναφερθεί σε 10-40% των ασθενών (μέγιστη επίπτωση σε ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα), αλλεργικά δερματικά εξανθήματα εμφανίζονται σε περίπου 25% των ασθενών και σχετίζονται με κνησμό στο 10% των ασθενών.
Η συχνότητα και η βαρύτητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων επηρεάζονται από τη δόση, τον ρυθμό έγχυσης και τα διαστήματα μεταξύ δόσεων (βλ. ενότητα 4.4).
Δοσοπεριοριστικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις είναι οι μειώσεις στους αριθμούς θρομβοκυττάρων, λευκοκυττάρων και κοκκιοκυττάρων (βλ. παράγραφο 4.2).
Δεδομένα κλινικών μελετών
Οι συχνότητες ορίζονται ως: Πολύ συνήθεις (≥1/10), Συνήθεις (≥1/100 και <1/10), Ασυνήθεις (≥1/1000 και <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 και ≤1/1000), Πολύ Σπάνιες (<1/10.000).
Ο ακόλουθος πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών και συχνοτήτων βασίζεται σε δεδομένα από κλινικές δοκιμές. Σε κάθε κατηγορία συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σε σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Ομαδοποίηση συχνοτήτων | | |—|—| | Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Πολύ Σπάνιες | Αναφυλακτοειδής αντίδραση | | Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συνήθεις | Ανορεξία | | Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συνήθεις | Κεφαλαλγία, Αϋπνία, Υπνηλία | | | Ασυνήθεις | Αγγειακό εγκεφαλικό | | | Πολύ Σπάνιες | Σύνδρομο της οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (βλέπε παράγραφο. 4.4) | | Καρδιακές διαταραχές | Ασυνήθεις | Αρρυθμίες, κατά κύριο λόγο υπερκοιλιακές στη φύση, Καρδιακή ανεπάρκεια | | | Σπάνιες | Έμφραγμα του μυοκαρδίου | | Αγγειακές διαταραχές | Σπάνιες | Κλινικές ενδείξεις περιφερικής αγγειίτιδας και γάγγραινας, Υπόταση | | | Πολύ Σπάνιες | Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών (βλέπε. παράγραφο. 4.4) | | Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Πολύ συνήθεις | Δύσπνοια - συνήθως ήπια και υποχωρεί γρήγορα χωρίς θεραπεία | | | Συνήθεις | Βήχας, Ρινίτιδα | | | Ασυνήθεις | Διάμεση πνευμονίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4), Βρογχόσπασμος - συνήθως ήπιος και παροδικός αλλά μπορεί να χρειαστεί παρεντερική θεραπεία | | | Σπάνιες | Πνευμονικό οίδημα, Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (βλ. παράγραφο 4.4) | | Γαστρεντερικές διαταραχές | Πολύ συνήθεις | Έμετος, Ναυτία. | | | Συνήθεις | Διάρροια, Στοματίτιδα και εξέλκωση του στόματος, Δυσκοιλιότητα | | | Πολύ σπάνιες | Ισχαιμική κολίτιδα | | Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Πολύ συνήθεις | Αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών (AST και ALT) και της αλκαλικής φωσφατάσης | | | Συνήθεις | Αυξημένη χολερυθρίνη | | | Ασυνήθεις | Σοβαρή ηπατοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων ηπατικής ανεπάρκειας και θανάτου | | | Σπάνιες | Αυξημένη γ-γλουταμυλ-τρανσφεράση (GGT) | | Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συνήθεις | Αλλεργικό δερματικό εξάνθημα που σχετίζεται συχνά με κνησμό, Αλωπεκία | | | Συνήθεις | Κνησμός, Εφίδρωση | | | Σπάνιες | Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων απολέπισης και πομφολυγώδους δερματικού εξανθήματος, Εξέλκωση, Σχηματισμός φλυκταινών (φυσαλίδες) και ελκών, Απολέπιση | | | Πολύ σπάνιες | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens-Johnson | | Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συνήθεις | Οσφυαλγία, Μυαλγία | | Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ Συνήθεις | Αιματουρία, Ήπια πρωτεϊνουρία | | | Ασυνήθεις | Νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4), Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4) | | Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συνήθεις | Συμπτώματα που προσομοιάζουν με εκείνα της γρίπης - τα πλέον συνήθη συμπτώματα είναι πυρετός, κεφαλαλγία, ρίγη, μυαλγία, κακουχία και ανορεξία. Έχουν επίσης αναφερθεί βήχας, ρινίτιδα, κακουχία, εφίδρωση και δυσκολίες στον ύπνο. Οίδημα / περιφερικό οίδημα - συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος προσώπου. Το οίδημα είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της θεραπείας. | | | Συνήθεις | Πυρετός, Εξασθένηση, Ρίγη | | | Σπάνιες | Αντιδράσεις στη θέση της έγχυσης - ήπιας φύσης κατά κύριο λόγο | | Τραυματισμός, δηλητηρίαση και επεμβατικές επιπλοκές | Σπάνιες | Τοξικότητα ακτινοβολίας (βλ. παράγραφο 4.5). Ανάκληση ακτινοβολίας |
Συνδυαστική χρήση σε καρκίνο του μαστού
Η συχνότητα εμφάνισης αιματολογικών τοξικοτήτων βαθμού 3 και 4, ειδικά της ουδετεροπενίας, αυξάνεται όταν η γεμσιταβίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πακλιταξέλη. Ωστόσο, η αύξηση αυτών των ανεπιθύμητων αντιδράσεων δεν σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση λοιμώξεων ή αιμορραγικών επεισοδίων. Κόπωση και εμπύρετη ουδετεροπενία εμφανίζονται συχνότερα όταν η γεμσιταβίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την πακλιταξέλη. Η κόπωση, η οποία δεν σχετίζεται με αναιμία, συνήθως υποχωρεί μετά τον πρώτο κύκλο.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες Βαθμού 3 και 4 (Πακλιταξέλη έναντι γεμσιταβίνης συν πακλιταξέλη)
| Σκέλος Πακλιταξέλης (N=259) | Σκέλος Γεμσιταβίνης συν Πακλιταξέλη (N=262) |
|---|---|
| Βαθμού 3 | Βαθμού 3 |
| Αναιμία 5 (1,9) | 15 (5,7) |
| Θρομβοκυτταροπενία 0 | 14 (5,3) |
| Ουδετεροπενία 11 (4,2) | 82 (31,3) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία 3 (1,2) | 12 (4,6) |
| Κόπωση 3 (1,2) | 15 (5,7) |
| Διάρροια 5 (1,9) | 8 (3,1) |
| Κινητική νευροπάθεια 2(0,8) | 6(2,3) |
| Αισθητηριακή νευροπάθεια 9(3,5) | 14(5,3) |
| Βαθμού 4 | Βαθμού 4 |
| Αναιμία 1 (0,4) | 3 (1,1) |
| Θρομβοκυτταροπενία 0 | 1 (0,4) |
| Ουδετεροπενία 17 (6,6)* | 45 (17,2)* |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία 0 | 1(0,4) |
| Κόπωση 1 (0,4) | 2 (0,8) |
| Διάρροια 0 | 0 |
| Κινητική νευροπάθεια 0 | 1(0,4) |
| Αισθητηριακή νευροπάθεια 0 | 1(0,4) |
*Ουδετεροπενία Βαθμού 4, διάρκειας μεγαλύτερης από 7 ημέρες, παρατηρήθηκε στο 12,6% των ασθενών στο σκέλος της συνδυαστικής θεραπείας και στο 5,0% των ασθενών στο σκέλος της πακλιταξέλης.
Συνδυαστική χρήση σε καρκίνο της ουροδόχου κύστης
Ανεπιθύμητες Ενέργειες Βαθμού 3 και 4 (MVAC έναντι Γεμσιταβίνης συν σισπλατίνη)
| Σκέλος MVAC (μεθοτρεξάτη, βινβλαστίνη, δοξορουβικίνη και σισπλατίνη) (N=196) | Σκέλος γεμσιταβίνης συν σισπλατίνη (N=200) |
|---|---|
| Βαθμού 3 | Βαθμού 3 |
| Αναιμία 30(16) | 47(24) |
| Θρομβοκυτταροπενία 15(8) | 57(29) |
| Ναυτία και έμετος 37(19) | 44(22) |
| Διάρροια 15(8) | 6(3) |
| Λοίμωξη 19(10) | 4(2) |
| Στοματίτιδα 34(18) | 2(1) |
| Βαθμού 4 | Βαθμού 4 |
| Αναιμία 4(2) | 7(4) |
| Θρομβοκυτταροπενία 25(13) | 57(29) |
| Ναυτία και έμετος 3(2) | 0(0) |
| Διάρροια 1(1) | 0(0) |
| Λοίμωξη 10(5) | 1(1) |
| Στοματίτιδα 8(4) | 0(0) |
Συνδυαστική χρήση σε καρκίνο των ωοθηκών
Ανεπιθύμητες Ενέργειες Βαθμού 3 και 4 (Καρβοπλατίνη έναντι Γεμσιταβίνης συν καρβοπλατίνη)
| Σκέλος καρβοπλατίνης (N=174) | Σκέλος γεμσιταβίνης συν καρβοπλατίνη (N=175) |
|---|---|
| Βαθμού 3 | Βαθμού 3 |
| Αναιμία 10(5,7) | 39(22,3) |
| Ουδετεροπενία 19(10,9) | 73(41,7) |
| Θρομβοκυτταροπενία 18(10,3) | 53(30,3) |
| Λευκοπενία 11(6,3) | 84(48,0) |
| Αιμορραγία 0(0,0) | 3(1,8) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία 0(0,0) | 2(1,1) |
| Λοίμωξη χωρίς ουδετεροπενία 0(0,0) | 0(0,0) |
| Βαθμού 4 | Βαθμού 4 |
| Αναιμία 4(2,3) | 9(5,1) |
| Ουδετεροπενία 2(1,1) | 50(28,6) |
| Θρομβοκυτταροπενία 2(1,1) | 8(4,6) |
| Λευκοπενία 1(0,6) | 9(5,1) |
| Αιμορραγία 0(0,0) | 0(0,0) |
| Εμπύρετη ουδετεροπενία 0(0,0) | 0(0,0) |
| Λοίμωξη χωρίς ουδετεροπενία 0(0,0) | 1(0,6) |
Η αισθητηριακή νευροπάθεια ήταν επίσης συχνότερη στο σκέλος της συνδυαστικής θεραπείας από ό,τι στο σκέλος της μονοθεραπείας με καρβοπλατίνη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, Τηλ.: + 30 213-2040200, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της γεμσιταβίνης σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Βάσει των αποτελεσμάτων από μελέτες σε πειραματόζωα και του μηχανισμού δράσης της γεμσιταβίνης, αυτή η ουσία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητο. Οι γυναίκες θα πρέπει να καθοδηγούνται να μη μείνουν έγκυοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη γεμσιταβίνη και να ενημερώσουν αμέσως τον θεράποντα ιατρό τους εάν συμβεί παρ’ όλα αυτά κάτι τέτοιο.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό κατά πόσον η γεμσιταβίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων επιδράσεων στο βρέφος που θηλάζει. Η γαλουχία θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη γεμσιταβίνη.
Γονιμότητα
Σε μελέτες γονιμότητας, η γεμσιταβίνη προκάλεσε υποσπερματογένεση σε αρσενικά ποντίκια (βλ. ενότητα 5.3). Συνεπώς, οι άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με γεμσιταβίνη θα καθοδηγούνται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να αναζητήσουν περαιτέρω συμβουλές σχετικά με την κρυοσυντήρηση του σπέρματος πριν τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας πρόκλησης στειρότητας από τη θεραπεία με τη γεμσιταβίνη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανάλογα πυριδίνης Κωδικός ATC: L01BC05
Μηχανισμός δράσης
Κυτταρικός μεταβολισμός και μηχανισμός δράσης: Η γεμσιταβίνη (dFdC), η οποία είναι ένας αντιμεταβολίτης πυριμιδίνης, μεταβολίζεται ενδοκυτταρικά μέσω νουκλεοσιδικής κινάσης σε δραστικά διφωσφορικά (dFdCDP) και τριφωσφορικά (dFdCTP) νουκλεοσίδια. Η κυτταροτοξική επίδραση της γεμσιταβίνης οφείλεται σε αναστολή της σύνθεσης DNA μέσω των δύο μηχανισμών δράσης των dFdCDP και dFdCTP. Πρώτον, η dFdCDP αναστέλλει τη ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση, η οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την κατάλυση των αντιδράσεων σύνθεσης τριφωσφορικών δεσοξυνουκλεοσιδίων (dCTP), τα οποία χρησιμοποιούνται στη σύνθεση του DNA. Η αναστολή αυτού του ενζύμου από την dFdCDP μειώνει τη συγκέντρωση των δεσοξυνουκλεοσιδίων εν γένει, και ειδικότερα, των dCTP.
Δεύτερον, η dFdCTP ανταγωνίζεται τα dCTP για ενσωμάτωση στο DNA (αυτο-ενίσχυση).
Παρομοίως, μία μικρή ποσότητα γεμσιταβίνης μπορεί επίσης να ενσωματωθεί στο RNA. Συνεπώς, η μειωμένη ενδοκυτταρική συγκέντρωση των dCTP καθιστά δυνατή την ενσωμάτωση της dFdCTP στο DNA. Η DNA πολυμεράση έψιλον δεν έχει τη δυνατότητα να εξαλείψει τη γεμσιταβίνη και να επιδιορθώσει τις αντιγραφόμενες έλικες DNA. Αφού τη γεμσιταβίνη ενσωματωθεί στο DNA, ένα επιπρόσθετο νουκλεοτίδιο προστίθεται στις αναπτυσσόμενες έλικες DNA. Μετά από αυτή την προσθήκη υπάρχει ουσιαστικά μία πλήρης αναστολή της περαιτέρω σύνθεσης DNA (καλυμμένος τερματισμός αλυσίδων). Μετά την ενσωμάτωση στο DNA, η γεμσιταβίνη φαίνεται ότι επάγει τη διεργασία του προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου, γνωστού ως απόπτωση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κυτταροτοξική δράση σε καλλιέργειες κυττάρων
Η γεμσιταβίνη παρουσιάζει σημαντικές κυτταροτοξικές επιδράσεις έναντι διαφόρων καλλιεργειών καρκινικών κυττάρων από τρωκτικά και ανθρώπους. Η δράση της είναι ειδική για τη φάση του κυτταρικού κύκλου, με τρόπο ώστε η γεμσιταβίνη να καταστρέφει κατά κύριο κύτταρα που βρίσκονται στη φάση σύνθεσης του DNA (φάση S) και, υπό ορισμένες συνθήκες, να αναστέλλει τη μετάβαση των κυττάρων από τη φάση G1 στη φάση S. In vitro, η κυτταροτοξική επίδραση της γεμσιταβίνης εξαρτάται τόσο από τη συγκέντρωση όσο και από τον χρόνο.
Αντικαρκινική δράση σε προκλινικά πρότυπα
Σε πρότυπα πειραματόζωων, η αντικαρκινική δράση της γεμσιταβίνης είναι εξαρτώμενη από το θεραπευτικό πρόγραμμα. Όταν η γεμσιταβίνη χορηγείται ημερησίως παρατηρείται υψηλή θνησιμότητα μεταξύ των πειραματοζώων με ελάχιστη αντικαρκινική δράση. Ωστόσο, εάν η γεμσιταβίνη χορηγείται κάθε τρίτη ή τέταρτη ημέρα, μπορεί να χορηγηθεί σε μη θανατηφόρες δόσεις με σημαντική αντικαρκινική δραστηριότητα έναντι ενός μεγάλου φάσματος καρκίνων σε τρωκτικά.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Καρκίνος της ουροδόχου κύστης
Μία τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ 405 ασθενών με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνωμα μεταβατικού επιθηλίου ανώτερου ουροποιητικού συστήματος δεν έδειξε διαφορές μεταξύ των δύο θεραπευτικών σκελών, του συνδυασμού γεμσιταβίνης/σισπλατίνης έναντι του συνδυασμού μεθοτρεξάτης/βινβλαστίνης/αδριαμυκίνης/σισπλατίνης (MVAC), ως προς τη διάμεση επιβίωση (12,8 και 14,8 μήνες, αντίστοιχα, p=0,547), τον χρόνο έως την εξέλιξη της νόσου (7,4 και 7,6 μήνες αντίστοιχα, p=0,842) και το ποσοστό ανταπόκρισης (49,4% και 45,7% αντίστοιχα, p=0,512). Ωστόσο, ο συνδυασμός γεμσιταβίνης και σισπλατίνης είχε ένα καλύτερο προφίλ τοξικότητας από ό,τι ο συνδυασμός MVAC.
Καρκίνος του παγκρέατος
Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ 126 ασθενών με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του παγκρέατος, η γεμσιταβίνη επέδειξε ένα στατιστικά σημαντικό υψηλότερο ποσοστό κλινικού οφέλους από ό,τι η 5-φθοριοουρακίλη (23,8% και 4,8% αντίστοιχα, p=0,0022). Επίσης, μία στατιστικά σημαντική παράταση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου από 0,9 έως 2,3 μήνες (log-rank p<0,0002) και μία στατιστικά σημαντική παράταση της διάμεσης επιβίωσης από 4,4 σε 5,7 μήνες (log-rank p<0,0024) παρατηρήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γεμσιταβίνη σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με 5-φθοριοουρακίλη.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ 522 ασθενείς με μη εγχειρήσιμο, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό NSCLC, η γεμσιταβίνη σε συνδυασμό με σισπλατίνη επέδειξε ένα στατιστικά σημαντικό υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε σχέση με τη μονοθεραπεία με σισπλατίνη (31,0% και 12,0%, αντίστοιχα, p<0,0001). Μία στατιστικά σημαντική παράταση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου από 3,7 έως 5,6 μήνες (log-rank p<0,0012) και μία στατιστικά σημαντική παράταση της διάμεσης επιβίωσης από 7,6 σε 9,1 μήνες (log-rank p<0.004) παρατηρήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γεμσιταβίνη/σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με σισπλατίνη.
Σε μία άλλη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ 135 ασθενών με NSCLC σταδίου IIIB ή IV, ένας συνδυασμός γεμσιταβίνης και σισπλατίνης επέδειξε ένα στατιστικά σημαντικό υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης σε σχέση με έναν συνδυασμό σισπλατίνης και ετοποσίδης (40,6% και 21,2%, αντιστοίχως, p=0,025). Μία στατιστικά σημαντική παράταση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου από 4,3 σε 6,9 μήνες (p=0,014) παρατηρήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γεμσιταβίνη/σισπλατίνη σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με ετοποσόδη/σισπλατίνη.
Και στις δύο μελέτες βρέθηκε ότι η ανεκτικότητα ήταν παρόμοια και στα δύο θεραπευτικά σκέλη.
Καρκίνωμα των ωοθηκών
Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ, 356 ασθενείς με προχωρημένο επιθηλιακό καρκίνωμα των ωοθηκών που είχαν εμφανίσει υποτροπή τουλάχιστον 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με βάση τις πλατίνες τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν θεραπεία με γεμσιταβίνη και καρβοπλατίνη (GCb), ή καρβοπλατίνη (Cb). Μία στατιστικά σημαντική παράταση του χρόνου έως την εξέλιξη της νόσου από 5,8 σε 8,6 μήνες (log-rank p=0,0038) παρατηρήθηκε στους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με GCb σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με Cb. Υπήρξαν διαφορές ως προς τα ποσοστά ανταπόκρισης (47,2% στο σκέλος του συνδυασμού GCb έναντι 30,9% στο σκέλος της Cb (p=0,0016)) και τη διάμεση επιβίωση (18 μήνες (GCb) έναντι 17,3 μηνών (Cb) (p=0,73)) υπέρ του σκέλους GCb.
Καρκίνος του μαστού
Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ 529 ασθενών με μη εγχειρήσιμο, τοπικά υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υποτροπή μετά από επικουρική/νεοεπικουρική χημειοθεραπεία, η γεμσιταβίνη σε συνδυασμό με πακλιταξέλη κατέδειξαν μία στατιστικά σημαντική παράταση του χρόνου έως την τεκμηριωμένη εξέλιξη της νόσου από 3,98 σε 6,14 μήνες (log-rank p=0,0002) στους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γεμσιταβίνη/πακλιταξέλη σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με πακλιταξέλη. Μετά από 377 θανάτους, η συνολική επιβίωση ήταν 18,6 μήνες έναντι 15,8 μηνών (log rank p=0,0489, HR 0,82) σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με γεμσιταβίνη/πακλιταξέλη σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με πακλιταξέλη και το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης ήταν 41,4% και 26,2% αντίστοιχα (p= 0,0002).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GEMCITABINE-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της γεμσιταβίνης έχει εξεταστεί σε 353 ασθενείς σε επτά μελέτες. Οι 121 γυναίκες και 232 άνδρες ήταν ηλικίας από 29 έως 79 ετών. Από αυτούς τους ασθενείς, περίπου 45% έπασχαν από μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και 35% είχαν διάγνωση παγκρεατικού καρκίνου. Οι ακόλουθες φαρμακοκινητικές παράμετροι ελήφθησαν για δόσεις που κυμαίνονταν από 500 έως 2.592 mg/ m² και εγχύθηκαν σε διάστημα από 0,4 έως 1,2 ώρες.
Απορρόφηση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (ελήφθησαν εντός 5 λεπτών από την ολοκλήρωση της έγχυσης) ήταν 3,2 έως 45,5 µg/ml. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος του μητρικού συμπλόκου μετά από μία δόση 1.000 mg/ m²/30 λεπτά είναι μεγαλύτερες από 5 µg/ml για περίπου 30 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, και μεγαλύτερες από 0,4 µg/ml για μία επί πλέον ώρα.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής του κεντρικού διαμερίσματος ήταν 12,4 l/ m² για τις γυναίκες και 17,5 l/ m² για τους άνδρες (η μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων ήταν 91,9%). Ο όγκος κατανομής στο περιφερικό διαμέρισμα ήταν 47,4 l/ m². Ο όγκος στο περιφερικό διαμέρισμα δεν επηρεάζεται από το φύλο.
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος θεωρείται αμελητέα.
Χρόνος ημίσειας ζωής: Αυτός κυμαίνεται από 42 έως 94 λεπτά, ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Για το συνιστώμενο δοσολογικό πρόγραμμα, η απέκκριση της γεμσιταβίνης θα πρέπει ουσιαστικά να έχει ολοκληρωθεί εντός 5 έως 11 ωρών από την έναρξη της έγχυσης. Η γεμσιταβίνη δεν συσσωρεύεται όταν χορηγείται άπαξ εβδομαδιαίως.
Βιομετατροπή
Η γεμσιταβίνη μεταβολίζεται ταχέως μέσω της απαμινάσης της συτιδίνης στο ήπαρ, τους νεφρούς, το αίμα και άλλους ιστούς. Ο ενδοκυτταρικός μεταβολισμός της γεμσιταβίνης παράγει τη μονοφωσφορική, διφωσφορική και τριφωσφορική γεμσιταβίνη (dFdCMP, dFdCDP και dFdCTP) εκ των οποίων η dFdCDP και η dFdCTP θεωρούνται δραστικές. Αυτοί οι ενδοκυττάριοι μεταβολίτες δεν έχουν ανιχνευθεί στο πλάσμα ή στα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης 2/δεοξυ-2,2/διφθοροουριδίνη (dFdU) δεν είναι δραστικός και ανιχνεύεται στο πλάσμα και στα ούρα.
Εξάλειψη
Η συστηματική κάθαρση κυμαίνεται από 29,2 l/hr/m² έως 92,2 /hr/m² ανάλογα με το φύλο και την ηλικία (η μεταβλητότητα μεταξύ των ασθενών ήταν 52,2%). Η κάθαρση στις γυναίκες είναι περίπου 25% χαμηλότερη από εκείνη στους άνδρες. Αν και ταχεία, η κάθαρση τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες φαίνεται ότι μειώνεται με την ηλικία. Για τη συνιστώμενη δόση γεμσιταβίνης των 1000 mg/m² χορηγούμενης με τη μορφή έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών, η χαμηλότερη κάθαρση για τις γυναίκες και τους άνδρες δεν θα πρέπει να καθιστά απαραίτητη μία μείωση της δόσης της γεμσιταβίνης.
Απέκκριση μέσω των ούρων: Λιγότερο από 10% απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η νεφρική κάθαρση ήταν 2 έως 7 l/hr/m².
Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά τη χορήγηση, 92 έως 98% της χορηγούμενης δόσης γεμσιταβίνης ανακτάται, 99% στα ούρα, κατά κύριο λόγο με τη μορφή dFdU και 1% της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Κινητική της dFdCTP
Αυτός ο μεταβολίτης μπορεί να ανευρεθεί στα μονοκύτταρα κύτταρα του περιφερικού αίματος και οι πιο κάτω πληροφορίες αναφέρονται σε αυτά τα κύτταρα. Οι ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις αυξάνονται αναλογικά με δόσεις γεμσιταβίνης 35-350 mg/m²/30 λεπτά, οι οποίες παράγουν συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης 0,4-5 µg/ml. Σε συγκεντρώσεις γεμσιταβίνης στο πλάσμα άνω των 5 µg/ml, τα επίπεδα dFdCTP δεν αυξάνονται, υποδηλώνοντας ότι ο σχηματισμός του μεταβολίτη σε αυτά τα κύτταρα μπορεί να κορεσθεί.
Χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής απέκκρισης: 0,7-12 ώρες.
Κινητική της dFdU
Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (3-15 λεπτά μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης των 30 λεπτών, 1000 mg/m²): 28-52 µg/ml. Κατώτατη συγκέντρωση μετά την άπαξ εβδομαδιαίως χορηγούμενη δοσολογία: 0,07-1,12 µg/ml, χωρίς εμφανή συσσώρευση.
Τριφασική καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα σε συνάρτηση με τον χρόνο, μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής φάσης - 65 ώρες (εύρος 33-84 ώρες).
Σχηματισμός της dFdU από το μητρικό σύμπλοκο: 91% -98%.
Μέσος όγκος κατανομής στο κεντρικό διαμέρισμα: 18 l/m² (εύρος 11-22 l/m²).
Μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss): 150 l/m² (εύρος 96-228 l/m²).
Κατανομή στους ιστούς: Εκτεταμένη.
Mέση φαινομενική κάθαρση: 2,5 l/hr/m² (εύρος 1-4 l/hr/m²).
Απέκκριση μέσω των ούρων: Ολική.
Συνδυαστική θεραπεία γεμσιταβίνης και πακλιτεξέλης
Η συνδυαστική θεραπεία δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική είτε της γεμσιταβίνης είτε της πακλιταξέλης.
Συνδυαστική θεραπεία γεμσιταβίνης και καρβοπλατίνης
Κατά τη συγχορήγηση με καρβοπλατίνη, η φαρμακοκινητική της γεμσιταβίνης δεν μεταβλήθηκε.
Νεφρική βλάβη
Η ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR από 30 ml/min έως 80 ml/min) δεν παρουσιάζει κάποια σταθερή, σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της γεμσιταβίνης.
ΕΟΦ · 8.2
Aντιμεταβολίτες
expand_more
Aντιμεταβολίτες
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η γεμσιταμπίνη είναι ένα ανάλογο νουκλεοσιδίου που χρησιμοποιείται ως χημειοθεραπεία. Διατίθεται στο εμπόριο ως Gemzar® από την Eli Lilly and Company. Όπως και με τη φθοριοουρακίλη και άλλα ανάλογα των πυριμιδινών, το φάρμακο αντικαθιστά ένα από τα δομικά στοιχεία των νουκλεϊκών οξέων, στην περίπτωση αυτή την κυτιδίνη, κατά την αντιγραφή του DNA. Η διαδικασία σταματά την ανάπτυξη του όγκου, καθώς τα νέα νουκλεοσίδια δεν μπορούν να συνδεθούν στο “ελαττωματικό” νουκλεοσίδιο, οδηγώντας σε απόπτωση (κυτταρικός “αυτοκτονία”).
Η γεμσιταμπίνη χρησιμοποιείται σε διάφορα καρκινώματα: καρκίνο του πνεύμονα μη μικρών κυττάρων, καρκίνο του παγκρέατος, καρκίνο της ουροδόχου κύστης και καρκίνο του μαστού. Διερευνάται η χρήση της σε καρκίνο του οισοφάγου και χρησιμοποιείται πειραματικά σε λεμφώματα και διάφορους άλλους τύπους όγκων.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για την πρώτη γραμμή θεραπείας ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, τοπικά προχωρημένο (Στάδιο IIIA ή IIIB) ή μεταστατικό (Στάδιο IV) καρκίνο του πνεύμονα μη μικρών κυττάρων και ως θεραπεία πρώτης γραμμής για ασθενείς με αδενοκαρκίνωμα του παγκρέατος.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η γεμσιταμπίνη είναι ένας αντινεοπλαστικός αντιμεταβολίτης. Οι αντιμεταβολίτες μιμούνται τις πουρίνες ή τις πυριμιδίνες, οι οποίες γίνονται τα δομικά στοιχεία του DNA. Αποτρέπουν την ενσωμάτωση αυτών των ουσιών στο DNA κατά τη φάση “S” (ή φάση σύνθεσης DNA του κυτταρικού κύκλου), σταματώντας την κανονική ανάπτυξη και διαίρεση. Η γεμσιταμπίνη αναστέλλει ένα ένζυμο που μετατρέπει το νουκλεοτίδιο κυτιδίνης στο δεοξυ παράγωγο. Επιπλέον, η σύνθεση του DNA αναστέλλεται περαιτέρω επειδή η γεμσιταμπίνη αναστέλλει την ενσωμάτωση του νουκλεοτιδίου θυμιδίνης στην αλυσίδα του DNA.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η γεμσιταμπίνη αναστέλλει τη θυμιδιλατική συνθάση, οδηγώντας σε αναστολή της σύνθεσης του DNA και κυτταρικό θάνατο. Η γεμσιταμπίνη είναι ένα προφάρμακο, οπότε η δράση προκύπτει ως αποτέλεσμα ενδοκυτταρικής μετατροπής σε δύο ενεργούς μεταβολίτες, την γεμσιταμπίνη διφωσφορική και την γεμσιταμπίνη τριφωσφορική από τη δεοξυκυτιδίνη κινάση. Η γεμσιταμπίνη διφωσφορική αναστέλλει επίσης την ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για την καταλυτική σύνθεση των δεοξυριβονουκλεοτιδικών τριφωσφορικών που απαιτούνται για τη σύνθεση του DNA. Τέλος, η γεμσιταμπίνη τριφωσφορική (διφθοροδεοξυσιτιδίνη τριφωσφορική) ανταγωνίζεται τα ενδογενή δεοξυριβονουκλεοτιδικά τριφωσφορικά για ενσωμάτωση στο DNA.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
100%
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι σύντομες εγχύσεις κυμαίνονταν από 32 έως 94 λεπτά, και η τιμή για τις μακρές εγχύσεις κυμαίνεται από 245 έως 638 λεπτά, ανάλογα με την ηλικία και το φύλο.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δέσμευση με πρωτεΐνες του πλάσματος είναι αμελητέα (<10%)
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Δεν δηλώνεται σαφώς
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 50 L/m^2 [εγχύσεις διάρκειας <70 λεπτών]
- 370 L/m^2 [μακρές εγχύσεις]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 92.2 L/hr/m2 [Άνδρες 29 ετών]
- 75.7 L/hr/m2 [Άνδρες 45 ετών]
- 55.1 L/hr/m2 [Άνδρες 65 ετών]
- 40.7 L/hr/m2 [Άνδρες 79 ετών]
- 69.4 L/hr/m2 [Γυναίκες 29 ετών]
- 57 L/hr/m2 [Γυναίκες 45 ετών]
- 41.5 L/hr/m2 [Γυναίκες 65 ετών]
- 30.7 L/hr/m2 [Γυναίκες 79 ετών]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Μυελοκαταστολή, παραισθησίες και σοβαρό εξάνθημα ήταν οι κύριες τοξικότητες, LD50=500 mg/kg (από το στόμα σε ποντίκια και αρουραίους)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η γεμσιταβίνη είναι ένα ανάλογο νουκλεοσιδίου που μεσολαβεί τις αντικαρκινικές της επιδράσεις προάγοντας την απόπτωση των κακοήθων κυττάρων που βρίσκονται σε φάση σύνθεσης DNA. Ειδικότερα, αναστέλλει την πρόοδο των κυττάρων μέσω του ορίου φάσης G1/S. Η γεμσιταβίνη επέδειξε κυτταροτοξικές δράσεις έναντι ενός ευρέος φάσματος κυταρρικών σειρών καρκίνου in vitro. Έδειξε εξαρτώμενη από το σχήμα χορήγησης αντικαρκινική δράση σε διάφορα ζωικά μοντέλα και ξενομοσχεύματα ανθρώπινου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (NSCLC) και καρκίνου του παγκρέατος. Επομένως, οι αντικαρκινικές επιδράσεις της γεμσιταβίνης ενισχύονται μέσω παρατεταμένης έγχυσης αντί υψηλότερης δοσολογίας. Η γεμσιταβίνη ανέστειλε την ανάπτυξη ανθρώπινων ξενομοσχευμάτων από καρκίνωμα του πνεύμονα, του παγκρέατος, των ωοθηκών, κεφαλής και τραχήλου, και μαστού. Σε ποντίκια, η γεμσιταβίνη ανέστειλε την ανάπτυξη ανθρώπινων ξενομοσχευμάτων όγκων από τον μαστό, το παχύ έντερο, τον πνεύμονα ή το πάγκρεας κατά 69% έως 99%. Σε κλινικές δοκιμές προχωρημένου NSCLC, η μονοθεραπεία με γεμσιταβίνη παρουσίασε αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης που κυμαίνονταν από 18% έως 26%, με διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης που κυμαινόταν από 3,3 έως 12,7 μήνες. Ο συνολικός διάμεσος χρόνος επιβίωσης ήταν 6,2 έως 12,3 μήνες. Η συνδυασμένη χρήση σισπλατίνης και γεμσιταβίνης παρουσίασε καλύτερα αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του παγκρέατος, τα αντικειμενικά ποσοστά ανταπόκρισης κυμαίνονταν από 5% έως 12%, με διάμεση διάρκεια επιβίωσης 3,9 έως 6,3 μήνες. Σε δοκιμές Φάσης ΙΙ σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, η θεραπεία με γεμσιταβίνη μόνο ή με επικουρικές χημειοθεραπείες είχε ως αποτέλεσμα ποσοστό ανταπόκρισης που κυμαινόταν από 13% έως 42% και διάμεση διάρκεια επιβίωσης 11,5 έως 17,8 μήνες. Σε μεταστατικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης, η γεμσιταβίνη είχε ποσοστό ανταπόκρισης 20% έως 28%. Σε δοκιμές Φάσης ΙΙ προχωρημένου καρκίνου των ωοθηκών, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γεμσιταβίνη είχαν ποσοστό ανταπόκρισης 57,1%, με επιβίωση χωρίς εξέλιξη νόσου 13,4 μήνες και διάμεση επιβίωση 24 μήνες. Η γεμσιταβίνη προκαλεί μυελοκαταστολή περιορίζουσα τη δόση, όπως αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία· ωστόσο, τα περιστατικά που οδηγούν σε διακοπή τείνουν να συμβαίνουν σε λιγότερο από 1% των ασθενών. Η γεμσιταβίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα ALT, AST και αλκαλικής φωσφατάσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η γεμσιταβίνη είναι ένα ισχυρό και ειδικό ανάλογο δεοξυσιτιδίνης. Μετά την πρόσληψή της από τα κακοήθη κύτταρα, η γεμσιταβίνη φωσφορυλιώνεται από τη δεοξυσιτιδίνη κινάση σε γεμσιταβίνη μονοφωσφορική, η οποία στη συνέχεια μετατρέπεται στις δραστικές ενώσεις, γεμσιταβίνη διφωσφορική (dFdCDP) και γεμσιταβίνη τριφωσφορική (dFdCTP). Αυτοί οι δραστικοί μεταβολίτες είναι νουκλεοσίδια που μεσολαβούν τις αντικαρκινικές επιδράσεις. Η dFdCTP ανταγωνίζεται τη δεοξυσιτιδίνη τριφωσφορική (dCTP) για ενσωμάτωση στο DNA, αναστέλλοντας ανταγωνιστικά την επιμήκυνση της αλυσίδας DNA. Η μη τελική θέση της dFdCTP στην αλυσίδα DNA αποτρέπει την ανίχνευση της dFdCTP στην αλυσίδα και την επιδιόρθωση από την 3′5′-εξωνουκλεάση διόρθωσης: αυτή η διαδικασία αναφέρεται ως «απόκρυψη τερματισμού αλυσίδας DNA». Η ενσωμάτωση της dFdCTP στην αλυσίδα DNA οδηγεί τελικά σε τερματισμό της αλυσίδας, κατακερματισμό του DNA και απόπτωση των κακοήθων κυττάρων. Η γεμσιταβίνη έχει αυτο-ενισχυτικές φαρμακολογικές δράσεις που μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα επιτυχούς ενσωμάτωσης της γεμσιταβίνης τριφωσφορικής στην αλυσίδα DNA: η dFdCDP αναστέλλει τη ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση, ένα ένζυμο υπεύθυνο για την καταλυτική δράση των αντιδράσεων που παράγουν dCTP για τη σύνθεση DNA. Δεδομένου ότι η dFdCDP μειώνει τα επίπεδα της dCTP, υπάρχει λιγότερος ανταγωνισμός για τη γεμσιταβίνη τριφωσφορική για ενσωμάτωση στο DNA. Η γεμσιταβίνη μπορεί επίσης να μειώσει τον μεταβολισμό και την αποβολή των δραστικών μεταβολιτών από τα κύτταρα-στόχους, παρατείνοντας τις υψηλές ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις των δραστικών μεταβολιτών. Τέτοιες αυτο-ενισχυτικές επιδράσεις δεν υπάρχουν με την [κυταραβίνη].
Το υδροχλωρικό άλας γεμσιταβίνης, ένα συνθετικό ανάλογο πυριμιδίνης, είναι ένας αντικαρκινικός παράγοντας. Το ανάλογο νουκλεοσιδίου αποτελείται από τη βάση πυριμιδίνης διφθοροκυτιδίνη και τη σακχαρική υπομονάδα δεοξυριβόζη. Όπως οι περισσότεροι αντιμεταβολιτές αντικαρκινικοί παράγοντες, η γεμσιταβίνη είναι ειδική για τον κυτταρικό κύκλο, δρώντας κυρίως στη φάση S του κυτταρικού κύκλου· το φάρμακο μπορεί επίσης να προκαλέσει κυτταρική διακοπή στο όριο G1-S. Η κυτταροτοξική δράση της γεμσιταβίνης (2’-δεοξυ-2’,2’-διφθοροκυτιδίνη) εξαρτάται από την ενδοκυτταρική μετατροπή στους διφωσφορικούς και τριφωσφορικούς μεταβολίτες της· έτσι, η δεοξυδιφθοροκυτιδίνη-5’-διφωσφορική (dFdCDP, γεμσιταβίνη διφωσφορική) και τριφωσφορική (dFdCTP, γεμσιταβίνη τριφωσφορική) και όχι η αμετάβλητη γεμσιταβίνη είναι οι φαρμακολογικά δραστικές μορφές του φαρμάκου. Η γεμσιταβίνη φωσφορυλιώνεται από τη δεοξυσιτιδίνη κινάση σε γεμσιταβίνη μονοφωσφορική, η οποία στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται στα αντίστοιχα διφωσφορικά και τριφωσφορικά νουκλεοσίδια, πιθανώς από τη δεοξυσιτιδυλο-κινάση και τη νουκλεοσιδική διφωσφορική κινάση, αντίστοιχα. Η κυτταροτοξική δράση της γεμσιταβίνης αποδίδεται στις συνδυασμένες δράσεις των διφωσφορικών και τριφωσφορικών νουκλεοσιδίων της, οι οποίες οδηγούν στην αναστολή της σύνθεσης DNA.
Η γεμσιταβίνη διφωσφορική αναστέλλει τη ριβονουκλεοτιδική αναγωγάση, η οποία είναι υπεύθυνη για την κατάλυση του σχηματισμού δεοξυνονουκλεοτιδικών τριφωσφορικών που απαιτούνται για τη σύνθεση DNA. Αναστέλλοντας αυτή την αναγωγάση, η γεμσιταβίνη διφωσφορική παρεμβαίνει στην επακόλουθη de novo παραγωγή νουκλεοτιδίων. Η γεμσιταβίνη τριφωσφορική αναστέλλει τη σύνθεση DNA ανταγωνιζόμενη το φυσιολογικό υπόστρωμα, τη δεοξυσιτιδίνη τριφωσφορική, για την DNA πολυμεράση και την ενσωμάτωση στο DNA. Η μείωση των ενδοκυτταρικών συγκεντρώσεων της δεοξυσιτιδίνης τριφωσφορικής που προκαλείται από τη γεμσιταβίνη διφωσφορική ενισχύει πραγματικά την ενσωμάτωση της γεμσιταβίνης τριφωσφορικής στο DNA, ένας μηχανισμός που αναφέρεται ως «αυτο-ενίσχυση». Μετά την ενσωμάτωση της γεμσιταβίνης τριφωσφορικής στην αλυσίδα DNA, προστίθεται ένα μόνο επιπλέον νουκλεοτίδιο, ένα φυσιολογικό ζεύγος βάσεων, και τερματίζεται η σύνθεση DNA, οδηγώντας σε απόπτωση (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος). Η DNA πολυμεράση β δεν μπορεί να αναγνωρίσει το αφύσικο (γεμσιταβίνης) νουκλεοτίδιο και να επιδιορθώσει την αλυσίδα DNA ως αποτέλεσμα της απόκρυψης από το τελικό φυσιολογικό ζεύγος βάσεων νουκλεοτιδίου (απόκρυψη τερματισμού αλυσίδας). Αυτή η αδυναμία αναγνώρισης και αφαίρεσης του αφύσικου νουκλεοτιδίου οδηγεί σε παρατεταμένο ενδοκυτταρικό χρόνο ημίσειας ζωής της γεμσιταβίνης σε σύγκριση με άλλα ανάλογα νουκλεοσιδίων όπως η κυταραβίνη και πιστεύεται ότι συμβάλλει στο διευρυμένο φάσμα αντικαρκινικής δράσης της γεμσιταβίνης σε σχέση με τέτοιους παράγοντες. Σε κύτταρα T λεμφοβλαστοειδών CEM, η γεμσιταβίνη προκαλεί ενδοπυρηνικό κατακερματισμό DNA, ο οποίος είναι χαρακτηριστικός του προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις της γεμσιταβίνης κυμαίνονται από 10 έως 40 mg/L μετά από ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών και επιτυγχάνονται σε 15 έως 30 λεπτά. Μια μελέτη έδειξε ότι οι σταθερές συγκεντρώσεις της γεμσιταβίνης παρουσίαζαν γραμμική σχέση με τη δόση στο εύρος δόσεων 53 έως 1000 mg/m2. Η γεμσιταβίνη τριφωσφορική, ο δραστικός μεταβολίτης της γεμσιταβίνης, μπορεί να συσσωρευτεί στα περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα του αίματος. Σε μια μελέτη, η Cmax της γεμσιταβίνης τριφωσφορικής στα περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα του αίματος παρατηρήθηκε εντός 30 λεπτών από το τέλος της περιόδου έγχυσης και αυξήθηκε αναλογικά με τις δόσεις γεμσιταβίνης έως 350 mg/m2.
Η γεμσιταβίνη κυρίως υφίσταται νεφρική απέκκριση. Εντός μιας εβδομάδας μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 1000 mg/m2 που εγχύθηκε για 30 λεπτά, περίπου το 92-98% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα, όπου το 89% της ανακτηθείσας δόσης απεκκρίθηκε ως διφθοροδεοξυουριδίνη (dFdU) και λιγότερο από 10% ως γεμσιταβίνη. Οι μονοφωσφορικοί, διφωσφορικοί ή τριφωσφορικοί μεταβολίτες της γεμσιταβίνης δεν ανιχνεύονται στα ούρα. Σε μελέτη εφάπαξ δόσης, περίπου το 1% της χορηγούμενης δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα.
Σε ασθενείς με διάφορους συμπαγείς όγκους, ο όγκος κατανομής αυξήθηκε με τη διάρκεια της έγχυσης. Ο όγκος κατανομής της γεμσιταβίνης ήταν 50 L/m2 μετά από εγχύσεις διάρκειας μικρότερης των 70 λεπτών. Για μακρές εγχύσεις, ο όγκος κατανομής αυξήθηκε σε 370 L/m2. Η γεμσιταβίνη τριφωσφορική, ο δραστικός μεταβολίτης της γεμσιταβίνης, συσσωρεύεται και παραμένει σε συμπαγή καρκινικά κύτταρα in vitro και in vivo. Δεν κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς μετά από σύντομες εγχύσεις που διαρκούν λιγότερο από 70 λεπτά. Δεν είναι γνωστό εάν η γεμσιταβίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, αλλά η γεμσιταβίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των ασκιτικών υγρών. Σε αρουραίους, η μεταφορά μέσω πλακούντα και γαλακτοφόρου αδένα συνέβη ταχέως εντός πέντε έως 15 λεπτών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.
Μετά από ενδοφλέβιες εγχύσεις διάρκειας μικρότερης των 70 λεπτών, η κάθαρση κυμαινόταν από 41 έως 92 L/h/m2 στους άνδρες και από 31 έως 69 L/h/m2 στις γυναίκες. Η κάθαρση μειώνεται με την ηλικία. Οι γυναίκες έχουν περίπου 30% χαμηλότερη κάθαρση από τους άνδρες ασθενείς.
Η φαρμακοκινητική της γεμσιταβίνης είναι γραμμική και περιγράφεται από ένα μοντέλο 2 διαμερισμάτων. Αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού συνδυασμένων μελετών εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων έδειξαν ότι ο όγκος κατανομής της γεμσιταβίνης επηρεαζόταν σημαντικά από τη διάρκεια της έγχυσης και το φύλο. Η κάθαρση επηρεαζόταν από την ηλικία και το φύλο. Οι διαφορές στην κάθαρση ή στον όγκο κατανομής με βάση τα χαρακτηριστικά του ασθενούς ή τη διάρκεια της έγχυσης οδηγούν σε αλλαγές στον χρόνο ημίσειας ζωής και στις πλασματικές συγκεντρώσεις.
Η πρωτεϊνική πρόσδεση /της γεμσιταβίνης/ είναι πολύ χαμηλή, λιγότερο από 10%.
Δεν είναι γνωστό εάν η γεμσιταβίνη ή οι μεταβολίτες της κατανέμονται στο μητρικό γάλα.
Η /απέκκριση είναι/ νεφρική. Το 92% έως 98% μιας εφάπαξ δόσης ραδιοσημασμένης γεμσιταβίνης (1000 mg ανά τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας σώματος, που δόθηκε για 30 λεπτά σε πέντε ασθενείς) ανακτήθηκε εντός 1 εβδομάδας, κυρίως ως ο ανενεργός μεταβολίτης ουρακίλης (περίπου 89% της απεκκριθείσας δόσης) και δευτερευόντως ως αμετάβλητη γεμσιταβίνη (λιγότερο από 10% της απεκκριθείσας δόσης).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για τη ΓΕΜΣΙΤΑΒΙΝΗ (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Πρόσδεση
Η πρωτεϊνική πρόσδεση της γεμσιταβίνης στο πλάσμα είναι λιγότερο από 10%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά τη χορήγηση και την πρόσληψη στα καρκινικά κύτταρα, η γεμσιταβίνη αρχικά φωσφορυλιώνεται από τη δεοξυσιτιδίνη κινάση (dCK), και σε μικρότερο βαθμό, την εξω-μιτοχονδριακή θυμιδίνη κινάση 2, σχηματίζοντας γεμσιταβίνη μονοφωσφορική (dFdCMP). Η dFdCMP στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται από νουκλεοσιδικές κινάσες σχηματίζοντας δραστικούς μεταβολίτες, τη γεμσιταβίνη διφωσφορική (dFdCDP) και τη γεμσιταβίνη τριφωσφορική (dFdCTP). Η γεμσιταβίνη επίσης διαμινώνεται ενδοκυτταρικά και εξωκυτταρικά από την κυτιδίνη δεαμινάση στον ανενεργό μεταβολίτη της 2′,2′-διφθοροδεοξυουριδίνη ή 2´-δεοξυ-2´,2´-διφθοροουριδίνη (dFdU). Η διαμίνωση συμβαίνει στο αίμα, στο ήπαρ, στα νεφρά και σε άλλους ιστούς, και αυτή η μεταβολική οδός αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της κάθαρσης του φαρμάκου.
Η γεμσιταβίνη υφίσταται ενδοκυτταρικό μεταβολισμό, μέσω νουκλεοσιδικών κινασών, για να παραχθούν δύο δραστικοί μεταβολίτες (γεμσιταβίνη διφωσφορική και γεμσιταβίνη τριφωσφορική) και επίσης υφίσταται διαμίνωση σε έναν ανενεργό μεταβολίτη ουρακίλης.
…Μετά από ενδοφλέβια έγχυση, η γεμσιταβίνη μετατρέπεται γρήγορα στον ανενεργό μεταβολίτη 2’-δεοξυ-2’,2’-διφθοροουριδίνη από την κυτιδίνη δεαμινάση. …
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από ενδοφλέβιες εγχύσεις διάρκειας μικρότερης των 70 λεπτών, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαινόταν από 0,7 έως 1,6 ώρες. Μετά από εγχύσεις που κυμαίνονταν από 70 έως 285 λεπτά, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαινόταν από 4,1 έως 10,6 ώρες. Οι γυναίκες τείνουν να έχουν μεγαλύτερους χρόνους ημίσειας ζωής από τους άνδρες ασθενείς. Η γεμσιταβίνη τριφωσφορική, ο δραστικός μεταβολίτης της γεμσιταβίνης, μπορεί να συσσωρευτεί στα περιφερικά μονοπύρηνα κύτταρα του αίματος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της γεμσιταβίνης τριφωσφορικής, του δραστικού μεταβολίτη, από τα μονοπύρηνα κύτταρα κυμαίνεται από 1,7 έως 19,4 ώρες.
Η παρούσα μελέτη πραγματοποιήθηκε σε μη ανθρώπινους πρωτεύοντες για να προσδιοριστεί η φαρμακοκινητική της γεμσιταβίνης και του ανενεργού μεταβολίτη της, της διφθοροδεοξυουριδίνης (dFdU) στο πλάσμα και στο ΕΝΥ μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Χορηγήθηκε ενδοφλέβια γεμσιταβίνη, 200 mg/kg, για 45 λεπτά σε τέσσερις μη ανθρώπινους πρωτεύοντες. Λήφθηκαν σειριακά δείγματα πλάσματος και ΕΝΥ πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης για τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων γεμσιταβίνης και dFdU. … Η εξάλειψη από το πλάσμα ήταν ταχεία με μέσο t1/2 8 ± 4 λεπτών (μέσος όρος ± Τυπική Απόκλιση) για τη γεμσιταβίνη και 83 ± 8 λεπτών για την dFdU. Η συνολική κάθαρση σώματος (ClTB) της γεμσιταβίνης ήταν 177 ± 40 mL/min ανά kg και ο Vdss ήταν 5,5 ± 1,0 L/kg. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) και οι περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) για τη γεμσιταβίνη και την dFdU στο πλάσμα ήταν 194 ± 64 μM και 63,8 ± 14,6 μM·ώρες, και 783 ± 99 μM και 1725 ± 186 μM·ώρες, αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ της γεμσιταβίνης και της dFdU ήταν 2,5 ± 1,4 μM και 32 ± 41 μM, αντίστοιχα. Ο λόγος μέσου ΕΝΥ:πλάσματος ήταν 6,7% για τη γεμσιταβίνη και 23,8% για την dFdU. Υπάρχει μέτρια διείσδυση της γεμσιταβίνης στο ΕΝΥ μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Σε αυτή τη μελέτη, η φαρμακοκινητική στο πλάσμα (PKs) της γεμσιταβίνης και της dFdU διερευνήθηκε περαιτέρω μετά από δόσεις γεμσιταβίνης 10, 30 και 60 mg/kg που χορηγήθηκαν με ενδοφλέβια έγχυση με αρχική δόση /σε σκύλους/. Η γεμσιταβίνη παρουσίασε γραμμική PKs, ενώ η κινητική της 2’,2’-διφθοροδεοξυουριδίνης (dFdU) δεν ήταν ανάλογη της δόσης. Η συνολική κάθαρση, ο όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) για τη γεμσιταβίνη ήταν 0,421 L/hr·kg, 0,822 L/kg και 1,49 ώρες, αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της dFdU έφτασαν στο μέγιστο περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση και είχαν t1/2 14,9 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Αντιμεταβολίτες που είναι χρήσιμοι στη χημειοθεραπεία του καρκίνου.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
B76N6SBZ8R
GEMCITABINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων
Η γεμσιταβίνη είναι ένας Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων. Ο μηχανισμός δράσης της γεμσιταβίνης είναι ως Αναστολέας Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων.
GEMCITABINE
Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων [MoA]; Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Αντιμεταβολίτες που είναι χρήσιμοι στη χημειοθεραπεία του καρκίνου.