Αντιβιοτικά

ATC CODE G03GA02

HUMAN MENOPAUSAL GONADOTROPHIN

Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη …

Chemical structure of HUMAN MENOPAUSAL GONADOTROPHIN

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση λοιμωδών νοσημάτων (π.χ. ευλογιά). Επειδή τα εμβόλια χορηγούνται σε υγιή άτομα, κυρίως σε βρέφη και παιδιά, πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους: α) το εμβόλιο να μην προκαλεί νόσο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες β) να εξασφαλίζει μακροχρόνια ανοσία, αν είναι δυνατό, για όλη τη ζωή γ) ο εμβολιαζόμενος να μη μεταδίδει νόσο σε επίνοσα άτομα και δ) να είναι δυνατή η μέτρηση της αντισωματικής απάντησης. Η σύνθεση των εμβολίων περιλαμβάνει: 1. Τα αντιγόνα που μπορεί να είναι α) ζώντες εξασθενημένοι ιοί ή βακτήρια (πολιομυελίτιδας-Sabin, ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, BCG), β) αδρανοποιηθέντες ιοί ή βακτήρια (γρίππης, κοκκύτη, τύφου), γ) αδρανοποιημένες εξωτοξίνες μικροοργανισμών (τοξοειδές διφθερίτιδας και τετάνου), τμήμα ιού ή μικροβίου (γρίππης, πνευμονιόκοκκου, μηνιγγιτιδόκοκκου, αιμόφιλου της ινφλουέντζας) και δ) να είναι πρωτεϊνικής φύσεως (παρασκευή με την τεχνική του ανασυνδυασμένου DNA, όπως το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β). 2. Ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή απεσταγμένο νερό ή ακόμα και θρεπτικό υλικό των ιστικών καλλιεργειών, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε πρωτεΐνες ή άλλα προϊόντα του καλλιεργητικού υλικού (λεύκωμα ωού, αντιγόνα ιστικών καλλιεργειών κλπ.). 3. Συντηρητικά, σταθεροποιητικούς παράγοντες και ίχνη χημικών ουσιών που αποτελούν απαραίτητη προσθήκη για την παρεμπόδιση ανάπτυξης μικροβίων ή για τη σταθεροποίηση του αντιγόνου (αντιβιοτικά, φορμαλδεΰδη, γλυκίνη, υδραργυρικά άλατα κλπ.). Aν το εμβολιαζόμενο άτομο είναι αλλεργικό στις ουσίες αυτές τότε μπορούν να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας. 4. Eπιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες (αργίλιο) έτσι ώστε το αντιγόνο να κατακρατείται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα στο σημείο της ένεσης και να παρατείνεται η διέγερση για πρόκληση αντισωμάτων. Τα εμβόλια που περιέχουν επιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες θα πρέπει να ενίονται βαθιά στη μυϊκή μάζα γιατί η υποδόρια χορήγησή τους μπορεί να προκαλέσει έντονα τοπικά ερεθιστικά φαινόμενα (μέχρι και ιστική νέκρωση). Για τη διατήρηση και τον τρόπο χορήγησης των εμβολίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οδηγίες της παρασκευάστριας εταιρείας. Κατά κανόνα τα εμβόλια διατηρούνται σε χαμηλή θερμοκρασία, συνήθως +2° έως +8°C, εκτός από ελάχιστα σκευάσματα που απαιτούν χαμηλότερη θερμοκρασία. Όταν χρησιμοποιούνται εμβόλια από νεκρούς ιούς η ανοσολογική ανταπόκριση και η διάρκεια της ανοσίας υπολείπονται σε σχέση με αυτές που προκαλούνται από ζώντες εξασθενημένους ιούς. Επίσης η ανοσία που αποκτάται μετά από φυσική λοίμωξη είναι πιό ικανοποιητική σε διάρκεια και ένταση από αυτή που προκαλείται μετά από τον εμβολιασμό. Τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως μέτριο ή υψηλό πυρετό, πόνο, ερυθρότητα και οίδημα στο σημείο του εμβολιασμού, καταβολή, εξάνθημα, κνησμό, κεφαλαλγία και σπανίως γενικευμένη αλλεργική αντίδραση. Η πρόκληση νόσου από εμβόλια είναι σπάνια ή ως ατύχημα μετά από χορήγηση ατελώς εξασθενημένων ή αδρανοποιημένων εμβολίων ή μετά από χορήγηση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, όπως BCG ή Sabin κυρίως σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Γι' αυτό τα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς ή μικρόβια πρέπει να αποφεύγονται στα άτομα με συγγενή ή επίκτητη διαταραχή του ανοσολογικού συστήματος. Ο εμβολιασμός πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διαδρομή οξέων εμπυρέτων νοσημάτων, σε άτομα που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και κατά την εγκυμοσύνη. Η αναβολή του εμβολιασμού κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί γενική τακτική, όπως και για κάθε άλλο φάρμακο, το οποίο δεν πρέπει να χορηγείται αν δεν υπάρχει απόλυτη ένδειξη. Επειδή όμως κανένα εμβόλιο δεν έχει ενοχοποιηθεί ότι προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στο έμβρυο, δεν συνιστάται έκτρωση, αν κατά λάθος εμβολιασθεί μία έγκυος με οποιοδήποτε εμβόλιο. Το Χρονοδιάγραμμα εμβολιασμών για τα βρέφη και τα παιδιά φαίνεται στους Πίνακες 14.1, 14.2 και 14.3, ενώ για τους ενήλικες στον Πίνακα 14.4. Η ταυτόχρονη χορήγηση εμβολίων δεν επηρεάζει την αντισωματική απάντηση και δεν αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες, γι' αυτό και συνιστάται. Τα μεσοδιαστήματα εμβολιασμών πρέπει να τηρούνται για να έχουμε ικανοποιητική ανοσολογική απάντηση. Συνήθως, μεταξύ αδρανοποιημένων ή νεκρών εμβολίων απαιτείται μεσοδιάστημα ενός μηνός και μεταξύ ζώντων εξασθενημένων δύο μηνών. Εάν τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των εμβολιασμών είναι μεγαλύτερα από τα αναγραφόμενα στους Πίνακες, τονίζεται ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται δόσεις αλλά να συνεχίζεται ο εμβολιασμός για τη συμπλήρωση του αριθμού των δόσεων. t14.1.jpg: t14.2.jpg: t14.3.jpg: t14.4.jpg: ΔIEΘNEIΣ ΣYMBOΛIΣMOI EMBOΛIΩN KAI OΔOI XOPHΓHΣHΣ TOYΣ BCG: (BACILLE CALMETTE-GUERIN): Eμβόλιο κατά της φυματίωσης Περιέχει εξασθενημένα βακτηρίδια μυκοβακτηριδίου φυματίωσης βοείου τύπου. Χορηγείται ενδοδερμικά στην κατάφυση του δελτοειδούς μυός. DT: (DIPHTHERIA-TETANUS): Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. DTaP: (DIPHTHERIA-TETANUS-ACELLULAR PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και ακυτταρικό κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και αδρανοποιημένη κοκκυτική τοξίνη, νηματοειδή αιμοσυγκολλητίνη, διάφορα αιμοσυγκολλητινογόνα και περτακτίνη, ουσία της εξωτερικής κυτταρικής μεμβράνης του αιμόφιλου κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. DTP: (DIPHTHERIA-TETANUS-PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και νεκρούς αιμόφιλους κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. Hep.A: (HAV) (HEPATITIS A): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας A. Περιέχει νεκρό ιό ηπατίτιδας A του στελέχους HΜ175 που έχει αδρανοποιηθεί με φορμαλδεΰδη. Χορηγείται ενδομυϊκά. Hep.B: (HBV) (HEPATITIS B): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας B. Περιέχει ανασυνδυασμένο αντιγόνο επιφανείας ιού ηπατίτιδας Β (πρωτεΐνη S). Χορηγείται ενδομυϊκά. Hib: (HAEMOPHILUS INFLUENZAE b): Eμβόλιο αιμοφίλου τύπου b. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά. IPV: (INACTIVATED POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SALK, περιέχει αδρανοποιημένους ιούς πολιομυελίτιδας, ορότυπους 1, 2 και 3. Χορηγείται ενδομυϊκά. MCCV: (MENINGOCOCCUS C CONJUGATE VACCINE) Eμβόλιο μηνιγγιτιδοκόκκου οροομάδας C. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά. MMR: (MEASLES, MUMPS, RUBELLA): Eμβόλιο κατά της ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς Περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς. Χορηγείται ενδομυϊκά ή υποδόρια. OPV: (ORAL POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SABIN, περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς πολιομυελίτιδας ορότυπους 1, 2 και 3. Χορήγηση: από το στόμα. RIG: (RABIES IMMUNE GLOBULIN): Ανθρώπινος αντιλυσσικός ορός. Χορηγείται ενδομυϊκώς, ταυτόχρονα με το εμβόλιο, σε άλλο σημείο του σώματος. RVA: (RABIES VACCINE ABSORBED): Εμβόλιο κατά της λύσσας. Τo RNA του ιού έχει ειδικά καλλιεργηθεί σε διπλοειδή κύτταρα ανθρώπου. Χορηγείται ενδομυϊκά. T: (TETANUS): Εμβόλιο τετάνου. Περιέχει ανατοξίνη τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. Td: Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου τύπου ενηλίκου. Περιέχει ελαττωμένη ποσότητα διφθεριτικής ανατοξίνης (2 iu σε 0.5 ml) και κανονική δόση τετανικής ανατοξίνης. Χορήγηση: ενδομυϊκά.

Χρόνος Ημιζωής

N/A

Σύνδεση Πρωτεϊνών

Μ/Δ

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Οδός Αποβολής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

3 κεφάλαια
9.3 EOΦ therapeutic chapter

Παρεντερικά διαλύματα

Πρόκειται για αποστειρωμένα διαλύματα που προορίζονται για την αναπλήρωση απωλειών ορισμένων στοιχείων, τη ρύθμιση του ηλεκτρολυτικού ισοζυγίου, την αναπλήρωση του ύδατος στον ενδοκυττάριο και εξωκυττάριο χώρο, την...

+
Περιγραφή
Πρόκειται για αποστειρωμένα διαλύματα που προορίζονται για την αναπλήρωση απωλειών ορισμένων στοιχείων, τη ρύθμιση του ηλεκτρολυτικού ισοζυγίου, την αναπλήρωση του ύδατος στον ενδοκυττάριο και εξωκυττάριο χώρο, την ρύθμιση της οξεοβασικής ισορροπίας και της ογκαιμίας, καθώς και για την μερική ή ολική παρεντερική διατροφή. Xρησιμοποιούνται ακόμη για την παρασκευή ενδοφλεβίων διαλυμάτων ουσιών που διατηρούνται σε ξηρή κατάσταση. Με τα παρεντερικά διαλύματα είναι επίσης δυνατή ή ανάμιξη ή η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων συμβατών με αυτά ουσιών που επιτρέπεται να χορηγηθούν ενδοφλεβίως. Tα διαλύματα που περιγράφονται εδώ προορίζονται για τους ενήλικες, ενώ ορισμένα από αυτά χρησιμοποιούνται σε βρέφη και παιδιά. H χορήγηση και δοσολογία εξαρτάται από την ηλικία, το βάρος και την μεταβολική κατάσταση των ασθενών.
Ενδείξεις
Αποκατάσταση και διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος, όταν έχει αποδειχθεί η έλλλειψη του όγκου και ότι είναι κατάλληλη η χρήση ενός κολλοειδούς.
Αντενδείξεις
Iστορικό αλλεργικής αντίδρασης σε προϊόντα λευκωματίνης. Όλες οι αντιδράσεις στις οποίες η υπερογκαιμία και οι επιπτώσεις της (π.χ. αυξημένος όγκος παλμού, αυξημένη πίεση αίματος) ή η αιμοαραίωση αντιπροσωπεύουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον ασθενή. Παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων είναι: Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση, οισοφαγικοί κιρσοί, πνευμονικό οίδημα, αιμορραγική διάθεση, σοβαρή αναιμία, ανουρία νεφρικής και μετανεφρικής αιτιολογίας. Συμπυκνωμένα διαλύματα: Αφυδάτωση (να εγχέεται ταυτόχρονα επαρκής ποσότητα υγρού).
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
H εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από έγχυση ανθρώπινης λευκωματίνης είναι σπάνια. Ήπιας μορφής αντιδράσεις όπως εξάψεις, κνίδωση, πυρετός, ναυτία, συνήθως εξαφανίζονται ταχέως εφόσον επιβραδυνθεί ή διακοπεί η έγχυση. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανισθούν αντιδράσεις που φθάνουν μέχρι καταπληξίας. Στις περιπτώσεις αυτές διακόπτεται η έγχυση και ακολουθείται η κατάλληλη θεραπεία.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε περιπτώσεις εμφάνισης αλλεργικών ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεων, διακόπτεται αμέσως η έγχυση. Eάν οι αντιδράσεις επιμένουν συνιστάται κατάλληλη θεραπεία. Πρέπει να ακολουθούνται οι ισχύουσες ειδικές οδηγίες για την αντιμετώπιση της καταπληξίας. H κολλοειδωσμωτική δράση της ανθρώπινης λευκωματίνης 20% είναι περίπου τετραπλάσια αυτής του πλάσματος του αίματος. Kατά συνέπεια, όταν χορηγείται συμπυκνωμένη λευκωματίνη, πρέπει να διασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς. Oι ασθενείς παρακολουθούνται προσεκτικά για προφύλαξη από κυκλοφοριακή υπερφόρτιση και υπερενυδάτωση. Σε περίπτωση που ο απαιτούμενος όγκος ανθρώπινης λευκωματίνης 20% ή 25% υπερβαίνει τα 200 ml, χορηγούνται επιπροσθέτως κατάλληλα διαλύμα- 506
Δοσολογία
H δοσολογία και η ταχύτητα έγχυσης προσαρμόζονται στις εκάστοτε ανάγκες του συγκεκριμένου ασθενή. Για τον καθορισμό της απαιτούμενης δόσης πρέπει να διενεργούνται μετρήσεις του κυκλοφορούντος όγκου και όχι των επιπέδων της λευκωματίνης στο πλάσμα. Χορηγείται απευθείας ενδοφλεβίως ή μετά από αραίωση σε ισότονο διάλυμα π.χ. γλυκόζη 5% ή χλωριούχο νάτριο 0.9%. Δεν πρέπει να αραιώνεται με ενέσιμο ύδωρ, διότι είναι δυνατόν να προκαλέσει αιμόλυση. Για τις περιπτώσεις εκτεταμένης υποκατάστασης ή με αιματοκρίτη <30% βλ. Προσοχή στη χορήγηση.
Φαρμακευτικά προϊόντα
ALBUMINATIV/Octapharma: inj.so.inf 200mg /ml 1vial x 50ml, x 100ml ALBUMIN LFB/Vianex: inj.so.inf 20% 1vial x 50ml, x 100ml ALBUREX/Demo: sol.iv.inf 20% 1vial x 50ml, x 100ml HUMAN ALBUMIN/BAYER/Bayer: inj.so.inf 250mg/ml 1vial x 50ml, 1vial x 100ml HUMAN ALBUMIN/BEHRING/ΖLB Behring: inj.so.inf 20% fl x 50ml, fl x 100ml HUMAN ALBUMIN/BIOTEST - LOW SALT CONTENT/Biotest: inj.so.inf 20% bottle x 50ml, bottle x 100ml HUMAN ALBUMIN/GRIFOLS/Demo: inj. so. inf 200mg/ml vial x 50ml, vial x 100ml ZENALB/Galenica: inj.so.inf 20% bottle x 50ml, bt x 100ml
9.3.2 EOΦ therapeutic chapter

Yποκατάστατα πλάσματος

Eίναι διαλύματα υδροξυαιθυλαμύλου, δεξτρανών και ζελατίνης που έχουν την ιδιότητα κατακράτησης νερού στο μόριό τους. Οι μεγαλομοριακές αυτές ουσίες παραμένουν για μακρύ χρονικό διάστημα στην κυκλοφορία του αίματος και...

+
Περιγραφή
Eίναι διαλύματα υδροξυαιθυλαμύλου, δεξτρανών και ζελατίνης που έχουν την ιδιότητα κατακράτησης νερού στο μόριό τους. Οι μεγαλομοριακές αυτές ουσίες παραμένουν για μακρύ χρονικό διάστημα στην κυκλοφορία του αίματος και μεταβολίζονται βραδέως, ώστε να συγκρατούν νερό και να διατηρούν φυσιολογικό όγκο κυκλοφορούντων υγρών. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του shock που οφείλεται σε αιμορραγία ή απώλεια πλάσματος (εγκαύματα) καθώς και στις περιπτώσεις που απαιτείται αραίωση του αίματος ως προς τα έμμορφα συστατικά του. Τα προϊόντα αυτά διευκολύνουν τη μικροκυκλοφορία και ορισμένα βελτιώνουν τα ρεολογικά χαρακτηριστικά του αίματος (π.χ. υδροξυαιθυλάμυλο). Πλεονέκτημά τους είναι το χαμηλό κόστος καθώς και η χορήγηση τους ανεξαρτήτως ομάδας αίματος. Μειονεκτήματα των δεξτρανών είναι η παρεμβολή τους στον προσδιορισμό ουσιών που καθημερινά είναι αναγκαίος στην κλινική πράξη και στην παρεμπόδιση συχνά του καθορισμού των ομάδων αίματος και της άμεσης διασταύρωσης, η πιθανότητα αλλεργικών αντιδράσεων (σημαντικό επίσης και για τις ζελατίνες) και η αρνητική επίδραση στους παράγοντες πήξης του αίματος.
Ενδείξεις
Αποκατάσταση και διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος, όταν έχει αποδειχθεί η έλλλειψη του όγκου και ότι είναι κατάλληλη η χρήση ενός κολλοειδούς.
Αντενδείξεις
Iστορικό αλλεργικής αντίδρασης σε προϊόντα λευκωματίνης. Όλες οι αντιδράσεις στις οποίες η υπερογκαιμία και οι επιπτώσεις της (π.χ. αυξημένος όγκος παλμού, αυξημένη πίεση αίματος) ή η αιμοαραίωση αντιπροσωπεύουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον ασθενή. Παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων είναι: Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση, οισοφαγικοί κιρσοί, πνευμονικό οίδημα, αιμορραγική διάθεση, σοβαρή αναιμία, ανουρία νεφρικής και μετανεφρικής αιτιολογίας. Συμπυκνωμένα διαλύματα: Αφυδάτωση (να εγχέεται ταυτόχρονα επαρκής ποσότητα υγρού).
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
H εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από έγχυση ανθρώπινης λευκωματίνης είναι σπάνια. Ήπιας μορφής αντιδράσεις όπως εξάψεις, κνίδωση, πυρετός, ναυτία, συνήθως εξαφανίζονται ταχέως εφόσον επιβραδυνθεί ή διακοπεί η έγχυση. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανισθούν αντιδράσεις που φθάνουν μέχρι καταπληξίας. Στις περιπτώσεις αυτές διακόπτεται η έγχυση και ακολουθείται η κατάλληλη θεραπεία.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε περιπτώσεις εμφάνισης αλλεργικών ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεων, διακόπτεται αμέσως η έγχυση. Eάν οι αντιδράσεις επιμένουν συνιστάται κατάλληλη θεραπεία. Πρέπει να ακολουθούνται οι ισχύουσες ειδικές οδηγίες για την αντιμετώπιση της καταπληξίας. H κολλοειδωσμωτική δράση της ανθρώπινης λευκωματίνης 20% είναι περίπου τετραπλάσια αυτής του πλάσματος του αίματος. Kατά συνέπεια, όταν χορηγείται συμπυκνωμένη λευκωματίνη, πρέπει να διασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς. Oι ασθενείς παρακολουθούνται προσεκτικά για προφύλαξη από κυκλοφοριακή υπερφόρτιση και υπερενυδάτωση. Σε περίπτωση που ο απαιτούμενος όγκος ανθρώπινης λευκωματίνης 20% ή 25% υπερβαίνει τα 200 ml, χορηγούνται επιπροσθέτως κατάλληλα διαλύμα- 9. ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΘΡΕΨΗΣ τα ηλεκτρολυτών για διατήρηση φυσιολογικού ισοζυγίου υγρών. Eναλλακτικά μπορεί να συνεχιστεί η θεραπεία με λευκωματίνη 5%. Eάν πρόκειται να αντικατασταθούν σχετικά μεγάλες ποσότητες είναι αναγκαίος ο έλεγχος της πήξης και του αιματοκρίτη. Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για να διασφαλισθεί η επαρκής υποκατάσταση των άλλων συστατικών του αίματος (παραγόντων πήξης, ηλεκτρολυτών, αιμοπεταλίων, και ερυθροκυττάρων). Eάν ο αιματοκρίτης μειωθεί κάτω του 30% χορηγούνται συμπυκνωμένα ερυθροκύτταρα. Σε ορισμένα προϊόντα που περιέχουν και γλυκόζη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χορήγηση σε διαβητικούς. Kατά την κύηση και τη γαλουχία η λευκωματίνη χορηγείται μόνον εφόσον είναι εντελώς απαραίτητη. Bλέπε επίσης εισαγωγή κεφ. 2.12.
Δοσολογία
H δοσολογία και η ταχύτητα έγχυσης προσαρμόζονται στις εκάστοτε ανάγκες του συγκεκριμένου ασθενή. Για τον καθορισμό της απαιτούμενης δόσης πρέπει να διενεργούνται μετρήσεις του κυκλοφορούντος όγκου και όχι των επιπέδων της λευκωματίνης στο πλάσμα. Χορηγείται απευθείας ενδοφλεβίως ή μετά από αραίωση σε ισότονο διάλυμα π.χ. γλυκόζη 5% ή χλωριούχο νάτριο 0.9%. Δεν πρέπει να αραιώνεται με ενέσιμο ύδωρ, διότι είναι δυνατόν να προκαλέσει αιμόλυση. Για τις περιπτώσεις εκτεταμένης υποκατάστασης ή με αιματοκρίτη <30% βλ. Προσοχή στη χορήγηση.
Φαρμακευτικά προϊόντα
ALBUMINATIV/Octapharma: inj.so.inf 200mg /ml 1vial x 50ml, x 100ml ALBUMIN LFB/Vianex: inj.so.inf 20% 1vial x 50ml, x 100ml ALBUREX/Demo: sol.iv.inf 20% 1vial x 50ml, x 100ml HUMAN ALBUMIN/BAYER/Bayer: inj.so.inf 250mg/ml 1vial x 50ml, 1vial x 100ml HUMAN ALBUMIN/BEHRING/ΖLB Behring: inj.so.inf 20% fl x 50ml, fl x 100ml HUMAN ALBUMIN/BIOTEST - LOW SALT CONTENT/Biotest: inj.so.inf 20% bottle x 50ml, bottle x 100ml HUMAN ALBUMIN/GRIFOLS/Demo: inj. so. inf 200mg/ml vial x 50ml, vial x 100ml ZENALB/Galenica: inj.so.inf 20% bottle x 50ml, bt x 100ml
14.1 EOΦ therapeutic chapter

Eνεργητική ανοσοποίηση - Εμβόλια

Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση...

+
Human Rotavirus Vaccine Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση λοιμωδών νοσημάτων (π.χ. ευλογιά). Επειδή τα εμβόλια χορηγούνται σε υγιή άτομα, κυρίως σε βρέφη και παιδιά, πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους: α) το εμβόλιο να μην προκαλεί νόσο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες β) να εξασφαλίζει μακροχρόνια ανοσία, αν είναι δυνατό, για όλη τη ζωή γ) ο εμβολιαζόμενος να μη μεταδίδει νόσο σε επίνοσα άτομα και δ) να είναι δυνατή η μέτρηση της αντισωματικής απάντησης. Η σύνθεση των εμβολίων περιλαμβάνει: 1. Τα αντιγόνα που μπορεί να είναι α) ζώντες εξασθενημένοι ιοί ή βακτήρια (πολιομυελίτιδας-Sabin, ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, BCG), β) αδρανοποιηθέντες ιοί ή βακτήρια (γρίππης, κοκκύτη, τύφου), γ) αδρανοποιημένες εξωτοξίνες μικροοργανισμών (τοξοειδές διφθερίτιδας και τετάνου), τμήμα ιού ή μικροβίου (γρίππης, πνευμονιόκοκκου, μηνιγγιτιδόκοκκου, αιμόφιλου της ινφλουέντζας) και δ) να είναι πρωτεϊνικής φύσεως (παρασκευή με την τεχνική του ανασυνδυασμένου DNA, όπως το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β). 2. Ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή απεσταγμένο νερό ή ακόμα και θρεπτικό υλικό των ιστικών καλλιεργειών, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε πρωτεΐνες ή άλλα προϊόντα του καλλιεργητικού υλικού (λεύκωμα ωού, αντιγόνα ιστικών καλλιεργειών κλπ.). 3. Συντηρητικά, σταθεροποιητικούς παράγοντες και ίχνη χημικών ουσιών που αποτελούν απαραίτητη προσθήκη για την παρεμπόδιση ανάπτυξης μικροβίων ή για τη σταθεροποίηση του αντιγόνου (αντιβιοτικά, φορμαλδεΰδη, γλυκίνη, υδραργυρικά άλατα κλπ.). Aν το εμβολιαζόμενο άτομο είναι αλλεργικό στις ουσίες αυτές τότε μπορούν να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας. 4. Eπιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες (αργίλιο) έτσι ώστε το αντιγόνο να κατακρατείται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα στο σημείο της ένεσης και να παρατείνεται η διέγερση για πρόκληση αντισωμάτων. Τα εμβόλια που περιέχουν επιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες θα πρέπει να ενίονται βαθιά στη μυϊκή μάζα γιατί η υποδόρια χορήγησή τους μπορεί να προκαλέσει έντονα τοπικά ερεθιστικά φαινόμενα (μέχρι και ιστική νέκρωση). Για τη διατήρηση και τον τρόπο χορήγησης των εμβολίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οδηγίες της παρασκευάστριας εταιρείας. Κατά κανόνα τα εμβόλια διατηρούνται σε χαμηλή θερμοκρασία, συνήθως +2° έως +8°C, εκτός από ελάχιστα σκευάσματα που απαιτούν χαμηλότερη θερμοκρασία. Όταν χρησιμοποιούνται εμβόλια από νεκρούς ιούς η ανοσολογική ανταπόκριση και η διάρκεια της ανοσίας υπολείπονται σε σχέση με αυτές που προκαλούνται από ζώντες εξασθενημένους ιούς. Επίσης η ανοσία που αποκτάται μετά από φυσική λοίμωξη είναι πιό ικανοποιητική σε διάρκεια και ένταση από αυτή που προκαλείται μετά από τον εμβολιασμό. Τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως μέτριο ή υψηλό πυρετό, πόνο, ερυθρότητα και οίδημα στο σημείο του εμβολιασμού, καταβολή, εξάνθημα, κνησμό, κεφαλαλγία και σπανίως γενικευμένη αλλεργική αντίδραση. Η πρόκληση νόσου από εμβόλια είναι σπάνια ή ως ατύχημα μετά από χορήγηση ατελώς εξασθενημένων ή αδρανοποιημένων εμβολίων ή μετά από χορήγηση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, όπως BCG ή Sabin κυρίως σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Γι' αυτό τα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς ή μικρόβια πρέπει να αποφεύγονται στα άτομα με συγγενή ή επίκτητη διαταραχή του ανοσολογικού συστήματος. Ο εμβολιασμός πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διαδρομή οξέων εμπυρέτων νοσημάτων, σε άτομα που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και κατά την εγκυμοσύνη. Η αναβολή του εμβολιασμού κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί γενική τακτική, όπως και για κάθε άλλο φάρμακο, το οποίο δεν πρέπει να χορηγείται αν δεν υπάρχει απόλυτη ένδειξη. Επειδή όμως κανένα εμβόλιο δεν έχει ενοχοποιηθεί ότι προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στο έμβρυο, δεν συνιστάται έκτρωση, αν κατά λάθος εμβολιασθεί μία έγκυος με οποιοδήποτε εμβόλιο. Το Χρονοδιάγραμμα εμβολιασμών για τα βρέφη και τα παιδιά φαίνεται στους Πίνακες 14.1, 14.2 και 14.3, ενώ για τους ενήλικες στον Πίνακα 14.4. Η ταυτόχρονη χορήγηση εμβολίων δεν επηρεάζει την αντισωματική απάντηση και δεν αυξάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες, γι' αυτό και συνιστάται. Τα μεσοδιαστήματα εμβολιασμών πρέπει να τηρούνται για να έχουμε ικανοποιητική ανοσολογική απάντηση. Συνήθως, μεταξύ αδρανοποιημένων ή νεκρών εμβολίων απαιτείται μεσοδιάστημα ενός μηνός και μεταξύ ζώντων εξασθενημένων δύο μηνών. Εάν τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των εμβολιασμών είναι μεγαλύτερα από τα αναγραφόμενα στους Πίνακες, τονίζεται ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται δόσεις αλλά να συνεχίζεται ο εμβολιασμός για τη συμπλήρωση του αριθμού των δόσεων. t14.1.jpg: t14.2.jpg: t14.3.jpg: t14.4.jpg: ΔIEΘNEIΣ ΣYMBOΛIΣMOI EMBOΛIΩN KAI OΔOI XOPHΓHΣHΣ TOYΣ BCG: (BACILLE CALMETTE-GUERIN): Eμβόλιο κατά της φυματίωσης Περιέχει εξασθενημένα βακτηρίδια μυκοβακτηριδίου φυματίωσης βοείου τύπου. Χορηγείται ενδοδερμικά στην κατάφυση του δελτοειδούς μυός. DT: (DIPHTHERIA-TETANUS): Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. DTaP: (DIPHTHERIA-TETANUS-ACELLULAR PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και ακυτταρικό κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και αδρανοποιημένη κοκκυτική τοξίνη, νηματοειδή αιμοσυγκολλητίνη, διάφορα αιμοσυγκολλητινογόνα και περτακτίνη, ουσία της εξωτερικής κυτταρικής μεμβράνης του αιμόφιλου κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. DTP: (DIPHTHERIA-TETANUS-PERTUSSIS): Τριπλό εμβόλιο διφθερίτιδας- τετάνου και κοκκύτου. Περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας, τετάνου και νεκρούς αιμόφιλους κοκκύτου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. Hep.A: (HAV) (HEPATITIS A): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας A. Περιέχει νεκρό ιό ηπατίτιδας A του στελέχους HΜ175 που έχει αδρανοποιηθεί με φορμαλδεΰδη. Χορηγείται ενδομυϊκά. Hep.B: (HBV) (HEPATITIS B): Eμβόλιο κατά της ηπατίτιδας B. Περιέχει ανασυνδυασμένο αντιγόνο επιφανείας ιού ηπατίτιδας Β (πρωτεΐνη S). Χορηγείται ενδομυϊκά. Hib: (HAEMOPHILUS INFLUENZAE b): Eμβόλιο αιμοφίλου τύπου b. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά. IPV: (INACTIVATED POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SALK, περιέχει αδρανοποιημένους ιούς πολιομυελίτιδας, ορότυπους 1, 2 και 3. Χορηγείται ενδομυϊκά. MCCV: (MENINGOCOCCUS C CONJUGATE VACCINE) Eμβόλιο μηνιγγιτιδοκόκκου οροομάδας C. Περιέχει πολυσακχαρίτη της κάψας του μικροβίου συζευγμένο με πρωτεΐνη (ανατοξίνη τετάνου ή διφθερίτιδας). Χορηγείται ενδομυϊκά. MMR: (MEASLES, MUMPS, RUBELLA): Eμβόλιο κατά της ιλαράς, παρωτίτιδας, ερυθράς Περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς. Χορηγείται ενδομυϊκά ή υποδόρια. OPV: (ORAL POLIO VACCIN): Το εμβόλιο SABIN, περιέχει ζώντες εξασθενημένους ιούς πολιομυελίτιδας ορότυπους 1, 2 και 3. Χορήγηση: από το στόμα. RIG: (RABIES IMMUNE GLOBULIN): Ανθρώπινος αντιλυσσικός ορός. Χορηγείται ενδομυϊκώς, ταυτόχρονα με το εμβόλιο, σε άλλο σημείο του σώματος. RVA: (RABIES VACCINE ABSORBED): Εμβόλιο κατά της λύσσας. Τo RNA του ιού έχει ειδικά καλλιεργηθεί σε διπλοειδή κύτταρα ανθρώπου. Χορηγείται ενδομυϊκά. T: (TETANUS): Εμβόλιο τετάνου. Περιέχει ανατοξίνη τετάνου. Χορήγηση: ενδομυϊκά. Td: Διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου τύπου ενηλίκου. Περιέχει ελαττωμένη ποσότητα διφθεριτικής ανατοξίνης (2 iu σε 0.5 ml) και κανονική δόση τετανικής ανατοξίνης. Χορήγηση: ενδομυϊκά.

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν HUMAN MENOPAUSAL GONADOTROPHIN.

Φόρτωση σκευασμάτων...