Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B06AC02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ICATIBANT

Ικατιβάντη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αιματολογικοί παράγοντες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του κληρονομικού αγγειοοιδήματος, κωδικός ATC: B06AC02.

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • D84 Άλλες ανοσοανεπάρκειες

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξέα επεισόδια κληρονομικού αγγειοοιδήματος

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
Εφάπαξ, με δυνατότητα επαναχορήγησης μετά από 6 ώρες (μέγιστο 3 ενέσεις εντός 24 ωρών)
Δόση έναρξης:
30 mg
Τιτλοποίηση:
Σε περίπτωση ανεπαρκούς ανακούφισης ή επανεμφάνισης των συμπτωμάτων μπορεί να χορηγηθεί δεύτερη ένεση Ικατιβάντη μετά από 6 ώρες. Εάν η δεύτερη ένεση δεν προσφέρει επαρκή ανακούφιση ή παρατηρηθεί επανεμφάνιση των συμπτωμάτων, μπορεί να χορηγηθεί τρίτη ένεση Ικατιβάντη 6 ώρες μετά από τη δεύτερη.
  • Ενήλικες
    Δόση30 mg
    Μέγ. δόση3 ενέσεις εντός 24 ωρών, 8 ενέσεις μηνιαίως
    Εφάπαξ υποδόρια ένεση. Δυνατότητα επαναχορήγησης δεύτερης και τρίτης ένεσης μετά από 6 ώρες εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επανεμφανίζονται.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (2 έως 17 ετών)
    ΔόσηΒάσει σωματικού βάρους (βλ. Πίνακα 1)
    Μέγ. δόση1 ένεση ανά επεισόδιο
    Όχι περισσότερες από 1 ένεση Ικατιβάντη ανά επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.
  • Παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών ή με σωματικό βάρος < 12 kg
    Δεν μπορεί να προταθεί δοσολογικό σχήμα. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθιερωθεί.
  • Ηλικιωμένοι (>65 ετών)
    Περιορισμένες πληροφορίες. Έχει παρατηρηθεί αυξημένη συστηματική έκθεση στην ικατιβάντη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η σημασία αυτού του ευρήματος σε σχέση με την ασφάλεια του Ικατιβάντη είναι άγνωστη.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Λαρυγγικά επεισόδια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λαρυγγικά επεισόδια
    Θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα μετά την ένεση μέχρι ο γιατρός να θεωρήσει ότι είναι ασφαλής η έξοδός τους από το νοσοκομείο. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν λαρυγγικό επεισόδιο θα πρέπει πάντα να αναζητούν ιατρική συμβουλή και να παρακολουθούνται σε ιατρικό ίδρυμα ακόμα κι αφότου έχουν λάβει την ένεση στο σπίτι τους.
  • Ισχαιμική καρδιοπάθεια
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με οξεία ισχαιμική καρδιοπάθεια ή με ασταθή στηθάγχη
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση του Ικατιβάντη.
  • Αγγειακό Εγκεφαλικό επεισόδιο
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς στις εβδομάδες που έπονται ενός αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση ικατιβάντης.
  • Παροχέας φροντίδας/αυτο-χορήγηση - Πρώτη θεραπεία
    Πληθυσμόςασθενείς οι οποίοι δεν έχουν λάβει ποτέ στο παρελθόν το Ικατιβάντη
    Η πρώτη θεραπεία θα πρέπει να δοθεί σε νοσηλευτικό ίδρυμα ή υπό την καθοδήγηση γιατρού.
  • Παροχέας φροντίδας/αυτο-χορήγηση - Επακόλουθες δόσεις
    Πληθυσμόςενήλικες σε περίπτωση ανεπαρκούς ανακούφισης ή υποτροπής των συμπτωμάτων μετά από αυτο-χορήγηση ή χορήγηση από κάποιο παροχέα φροντίδας
    Οι επακόλουθες δόσεις που ενδέχεται να απαιτούνται για το ίδιο επεισόδιο θα πρέπει να χορηγηθούν σε νοσηλευτικό ίδρυμα (βλ. Δοσολογία).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Πληθυσμόςπαιδιατρικός πληθυσμός
    Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη θεραπεία περισσότερων του ενός επεισοδίων κληρονομικού αγγειοοιδήματος με Ικατιβάντη.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
    αντένδειξη
    Πιθανή ενίσχυση των επιπέδων βραδυκινίνης.
    ΣύστασηΗ χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται σε ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Ερύθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Ερύθημα στη θέση ένεσης
Γενικές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
  • Αιμάτωμα στη θέση ένεσης
  • Ερεθισμός στη θέση ένεσης
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
  • Διόγκωση στη θέση ένεσης
  • Πυρεξία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Μωλωπισμός στη θέση ένεσης
  • Αίσθημα καύσης στη θέση ένεσης
  • Υποαισθησία στη θέση ένεσης
  • Αιμωδία στη θέση ένεσης
  • Οίδημα στη θέση ένεσης
  • Πόνος στη θέση ένεσης
  • Αίσθημα πίεσης στη θέση ένεσης
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
  • Ζέστη στη θέση ένεσης
Εργαστηριακές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αίσθημα καύσης στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αίσθημα πίεσης στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αιμάτωμα στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αιμωδία στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Διόγκωση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ερεθισμός στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ερύθημα στη θέση ένεσης
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ζέστη στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μωλωπισμός στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Οίδημα στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Πόνος στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Υποαισθησία στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Το Ικατιβάντη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την εγκυμοσύνη, μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (π.χ. για τη θεραπεία ενδεχομένως απειλητικών για τη ζωή λαρυγγικών επεισοδίων).
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στην ικατιβάντη. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιπτώσεις στην εμφύτευση στη μήτρα και στον τοκετό, αλλά ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται οι γυναίκες που θηλάζουν και επιθυμούν να λάβουν Ικατιβάντη να διακόψουν τον θηλασμό για χρονικό διάστημα 12 ωρών μετά από τη χορήγηση της θεραπείας.
    Η ικατιβάντη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αρουραίων σε συγκεντρώσεις παρόμοιες με αυτές στο μητρικό αίμα. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στη μεταγεννητική ανάπτυξη των νεογνών των αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν η ικατιβάντη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις αναπαραγωγικών ορμονών, στην ωχρινική λειτουργία ή στη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου σε γυναίκες, ούτε σημαντικές επιδράσεις στον αριθμό, την κινητικότητα και τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων σε άνδρες, σε μελέτη με υγιή ενήλικα άτομα.
    Σε αρουραίους και σκύλους, η επαναλαμβανόμενη χρήση ικατιβάντης κατέληξε σε επιδράσεις στα αναπαραγωγικά όργανα. Δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα σε αρσενικούς ποντικούς και αρουραίους.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • παροδικό ερύθημα
  • κνησμός
  • έξαψη
  • υπόταση
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Έχουν αναφερθεί συμπτώματα όπως κόπωση, λήθαργος, καταπόνηση, υπνηλία και ζάλη. Αυτά τα συμπτώματα ενδέχεται να εμφανιστούν και ως αποτέλεσμα επεισοδίου κληρονομικού αγγειοοιδήματος. Συνιστάται οι ασθενείς να μην οδηγούν και να μην χειρίζονται μηχανές εάν νιώθουν κούραση ή ζάλη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Χλωριούχο νάτριο
Οξικό οξύ, παγόμορφο (για τη ρύθμιση του pH)
Υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αιματολογικοί παράγοντες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του κληρονομικού αγγειοοιδήματος, κωδικός ATC: B06AC02.

Μηχανισμός δράσης

Το κληρονομικό αγγειοοίδημα (αυτοσωματική κυρίαρχη νόσος) προκαλείται από την απουσία ή δυσλειτουργία του αναστολέα της C1-εστεράσης. Τα επεισόδια κληρονομικού αγειοοιδήματος συνοδεύονται από αυξημένη απελευθέρωση βραδυκινίνης, που αποτελεί τον βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη κλινικών συμπτωμάτων.

Το κληρονομικό αγγειοοίδημα εκδηλώνεται με διαλείποντα επεισόδια υποδόριου και/ή υποβλεννογόνιου οιδήματος το οποίο εμφανίζεται στην ανώτερη αναπνευστική οδό, στο δέρμα και στο γαστρεντερικό σωλήνα. Ένα επεισόδιο διαρκεί συνήθως 2 έως 5 ημέρες.

Η ικατιβάντη είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής του υποδοχέα βραδυκινίνης τύπου 2 (Β2). Πρόκειται για ένα συνθετικό δεκαπεπτίδιο του οποίου η δομή είναι παρόμοια με αυτήν της βραδυκινίνης, αλλά με 5 μη πρωτεϊνογενή αμινοξέα. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις βραδυκινίνης που χαρακτηρίζουν το κληρονομικό αγγειοοίδημα αποτελούν τον βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη των κλινικών συμπτωμάτων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σε νεαρά υγιή άτομα, η ικατιβάντη χορηγούμενη σε δόσεις των 0,8 mg/kg για χρονικό διάστημα 4 ωρών, 1,5 mg/kg/ημέρα ή 0,15 mg/kg/ημέρα για 3 ημέρες, είχε ως αποτέλεσμα την πρόληψη εμφάνισης υπότασης, αγγειοδιαστολής και αντανακλαστικής ταχυκαρδίας που προκαλούνται από τη βραδυκινίνη. Η ικατιβάντη καταδείχθηκε ότι είναι ανταγωνιστής ακόμα και όταν η δόση βραδυκινίνης είναι τετραπλάσια.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας προήλθαν από μια αρχική ανοιχτή μελέτη Φάσης ΙΙ και από τρεις ελεγχόμενες μελέτες Φάσης ΙΙΙ.

Οι κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ (FAST-1 και FAST-2) ήταν τυχαιοποιημένες, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες δοκιμές και είχαν πανομοιότυπο σχεδιασμό εκτός από το συγκριτή (μία με από του στόματος λαμβανόμενο τρανεξαμικό οξύ ως συγκριτή και μία ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο). Συνολικά 130 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν προκειμένου να λάβουν είτε δόση 30 mg ικατιβάντης (63 ασθενείς) είτε συγκριτή (38 ασθενείς έλαβαν τρανεξαμικό οξύ και 29 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο). Τα επακόλουθα επεισόδια κληρονομικού αγγειοοιδήματος αντιμετωπίστηκαν σε μία ανοιχτή μελέτη επέκτασης. Οι ασθενείς που εμφάνισαν συμπτώματα λαρυγγικού αγγειοοιδήματος έλαβαν θεραπεία με ικατιβάντη στο πλαίσιο ανοιχτής μελέτης. Στις δοκιμές Φάσης ΙΙΙ, το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν ο χρόνος επέλευσης της ανακούφισης των συμπτωμάτων με τη χρήση οπτικής αναλογικής κλίμακας (VAS). Ο Πίνακας 3 δείχνει τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για αυτές τις μελέτες.

Η FAST-3 ήταν μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, με παράλληλες ομάδες μελέτη 98 ενήλικων ασθενών με διάμεση ηλικία 36 ετών. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε ικατιβάντη των 30 mg είτε το εικονικό φάρμακο μέσω υποδόριας ένεσης. Μια υποκατηγορία ασθενών στην παρούσα μελέτη παρουσίασε οξεία επεισόδια κληρονομικού αγγειοοιδήματος ενόσω λάμβανε ανδρογόνα, αντιινωδολυτικούς παράγοντες ή αναστολείς Cl. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν ο χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων που αξιολογήθηκε με τη χρήση σύνθετης οπτικής αναλογικής κλίμακας (VAS-3) αποτελούμενης από αξιολογήσεις διόγκωσης του δέρματος, δερματικού άλγους, και κοιλιακού άλγους. Ο Πίνακας 4 δείχνει τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη FAST 3.

Σε αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν ικατιβάντη είχαν ταχύτερο μέσο χρόνο επέλευσης ανακούφισης των συμπτωμάτων (2,0, 2,5 και 2,0 ώρες αντίστοιχα) σε σύγκριση με το τρανεξαμικό οξύ (12 ώρες) και με το εικονικό φάρμακο (4,6 και 19,8 ώρες). Η θεραπευτική επίδραση της ικατιβάντης επιβεβαιώθηκε από τα δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας.

Σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση αυτών των ελεγχόμενων μελετών φάσης ΙΙΙ, ο χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης του συμπτώματος και ο χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης του πρωταρχικού συμπτώματος ήταν παρόμοιοι ανεξάρτητα από την ηλικιακή ομάδα, το φύλο, τη φυλή, το σωματικό βάρος ή εάν ο ασθενής χρησιμοποιούσε ή όχι ανδρογόνα ή αντιινωδολυτικούς παράγοντες.

Η ανταπόκριση ήταν επίσης συνεπής σε επαναλαμβανόμενα επεισόδια στις ελεγχόμενες δοκιμές φάσης ΙΙΙ. Συνολικά 237 ασθενείς έλαβαν 1.386 δόσεις ικατιβάντης των 30 mg για 1.278 επεισόδια οξέος κληρονομικού αγγειοοιδήματος. Στα πρώτα 15 επεισόδια που αντιμετωπίστηκαν με λήψη Ικατιβάντη (1.114 δόσεις για 1.030 επεισόδια), οι διάμεσοι χρόνοι για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων ήταν παρόμοιοι στα επεισόδια (2,0 έως 2,5 ώρες). Το 92,4% αυτών των επεισοδίων οξέος κληρονομικού αγγειοοιδήματος αντιμετωπίστηκε με μια δόση Ικατιβάντη.

Πίνακας 3. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για FAST-1 και FAST-2

Ελεγχόμενη κλινική μελέτη του Ικατιβάντη έναντι τρανεξαμικού οξέος ή εικονικού φαρμάκου: Αποτελεσματικότητα

FAST-2 FAST-1
Τρανεξαμικό οξύ Ικατιβάντη Εικονικό φάρμακο
Άτομα προς θεραπεία 36 38
Oπτική αναλογική κλίμακα αναφοράς (mm) 63,7 61,5
Μεταβολή από την αρχική κατάσταση σε 4 ώρες -41,6 -14,6
Διαφορά μεταξύ θεραπειών (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, τιμή p) -27,8 (-39,4, -16,2) p < 0,001
Μεταβολή από την αρχική κατάσταση σε 12 ώρες -54,0 -30,3
Διαφορά μεταξύ θεραπειών (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, τιμή p) -24,1 (-33,6, -14,6) p < 0,001
Μέσος χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων (ώρες): Όλα τα επεισόδια (N = 74) 2,0 12,0
Ποσοστό απόκρισης (διάστημα εμπιστοσύνης,%) 4 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας: Όλα τα επεισόδια (N = 74) 80,0 (63,1, 91,6) 30,6 (16,3, 48,1)
Μέσος χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων: όλα τα συμπτώματα (ώρες): Κοιλιακό άλγος 1,6 3,5
Δερματικό οίδημα 2,6 18,1
Δερματικό άλγος 1,5 12,0
Μέσος χρόνος για την σχεδόν πλήρη ανακούφιση των συμπτωμάτων (ώρες): Όλα τα επεισόδια (N = 74) 10,0 51,0
Μέσος χρόνος για την ύφεση των συμπτωμάτων αξιολογούμενη από τον ασθενή (ώρες): Όλα τα επεισόδια (N = 74) 0,8 7,9
Μέσος χρόνος για τη συνολική βελτίωση του ασθενούς, αξιολογούμενη από τον ιατρό (ώρες): Όλα τα επεισόδια (N = 74) 1,5 6,9

Πίνακας 4. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για FAST 3

Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας: FAST-3, Ελεγχόμενη φάση - πληθυσμός ITT

Τελικό σημείο Στατιστικό Ικατιβάντη (n = 43) Εικονικό φάρμακο (n=45) τιμή p
Πρωτεύον τελικό σημείο: Χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων - σύνθετη VAS (ώρες) Διάμεση 2,0 19,8 <0,001
Άλλα τελικά σημεία: Χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης του πρωταρχικού συμπτώματος (ώρες) Διάμεση 1,5 18,5 < 0,001
Μεταβολή στη σύνθετη βαθμολογία VAS σε 2 ώρες μετά τη θεραπεία Μέση -19,74 -7,49 < 0,001
Μεταβολή στη σύνθετη βαθμολογία συμπτωμάτων που αξιολογείται από το υποκείμενο σε 2 ώρες Μέση -0,53 -0,22 < 0,001
Μεταβολή στη σύνθετη βαθμολογία συμπτωμάτων που αξιολογείται από τον ερευνητή σε 2 ώρες Μέση -0,44 -0,19 < 0,001
Χρόνος για την σχεδόν πλήρη ανακούφιση των συμπτωμάτων (ώρες) Διάμεση 8,0 36,0 0,012
Χρόνος για την αρχική βελτίωση των συμπτωμάτων που αξιολογούνται από το υποκείμενο (ώρες) Διάμεση 0,8 3,5 < 0,001
Χρόνος για την αρχική, οπτική βελτίωση των συμπτωμάτων που αξιολογούνται από τον ερευνητή (ώρες) Διάμεση 0,8 3,4 < 0,001

Συνολικά, 66 ασθενείς με επεισόδια κληρονομικού αγγειοοιδήματος στον λάρυγγα αντιμετωπίστηκαν σε αυτές τις ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια με αυτά που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με μη λαρυγγικά επεισόδια κληρονομικού αγγειοοιδήματος, όσον αφορά το χρόνο για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μια ανοικτή, μη τυχαιοποιημένη, ενός σκέλους μελέτη (HGT-FIR-086) πραγματοποιήθηκε με συνολικά 32 ασθενείς. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση ικατιβάντης (0,4mg/kg σωματικού βάρους έως τη μέγιστη δόση των 30 mg) και η πλειονότητα των ασθενών παρακολουθήθηκαν για τουλάχιστον 6 μήνες. Έντεκα ασθενείς ήταν σε προεφηβική κατάσταση και 21 ασθενείς ήταν είτε σε εφηβική ή σε μετεφηβική κατάσταση.

Ο πληθυσμός αποτελεσματικότητας αποτελείτο από 22 ασθενείς οι οποίοι είχαν λάβει θεραπεία με ικατιβάντη (11 προεφηβικής ηλικίας και 11 εφηβικής/μετεφηβικής ηλικίας) για επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.

Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν ο χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων που μετριέται χρησιμοποιώντας μια σύνθετη βαθμολογία συμπτωμάτων που αξιολογείται από τον ερευνητή. Ο χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων ορίστηκε ως η χρονική διάρκεια (σε ώρες) που χρειάστηκε για να συμβεί βελτίωση των συμπτωμάτων κατά 20%.

Συνολικά ο διάμεσος χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων ήταν 1,0 ώρα (95% διάστημα εμπιστοσύνης, 1,0-1,1 ώρα). Στη 1 και στις 2 ώρες μετά τη θεραπεία, περίπου στο 50% και 90% των ασθενών παρουσιάστηκε επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων.

Συνολικά, ο διάμεσος χρόνος για ελάχιστα συμπτώματα (ο νωρίτερος χρόνος μετά τη θεραπεία όταν όλα τα συμπτώματα ήταν είτε ήπια ή απόντα) ήταν 1,1 ώρα (95% διάστημα εμπιστοσύνης, 1,0-2,0 ώρες).

Φαρμακοκινητική

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ικατιβάντης έχουν προσδιορισθεί σε μελέτες τόσο ενδοφλέβιας όσο και υποδόριας χορήγησης σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ικατιβάντης σε ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα είναι παρόμοιο με αυτό υγιών εθελοντών.

Απορρόφηση

Μετά από την υποδόρια χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ικατιβάντης είναι 97%. Ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης είναι περίπου 30 λεπτά.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής (Vss) της ικατιβάντης είναι περίπου 20-25 L. Η δέσμευση στις πρωτεϊνες του πλάσματος είναι 44%.

Αποβολή

Η ικατιβάντη αποβάλλεται κυρίως μεταβολιζόμενη, ενώ λιγότερο από το 10% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο μέσω των ούρων. Η κάθαρση είναι περίπου 15-20 l/h και δεν εξαρτάται από τη δόση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1-2 ώρες.

Βιομετασχηματισμός

Η ικατιβάντη μεταβολίζεται εκτενώς από πρωτεολυτικά ένζυμα σε ανενεργούς μεταβολίτες που απεκκρίνονται κυρίως με τα ούρα.

Μελέτες in vitro έχουν επιβεβαιώσει ότι η ικατιβάντη δεν αποδομείται μέσω οξειδωτικών μεταβολικών διεργασιών, και δεν αποτελεί αναστολέα των κυρίων ισοενζύμων (CYP 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, και 3A4) του κυτοχρώματος P450 (CYP) και δεν αποτελεί επαγωγέα του CYP 1A2 και 3A4.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Τα δεδομένα υποδεικνύουν μείωση της κάθαρσης σχετιζόμενης με την ηλικία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ποσοστό έκθεσης 50-60% υψηλότερο στα ηλικιωμένα άτομα (75-80 ετών) σε σύγκριση με ασθενείς ηλικίας 40 ετών.

Φύλο

Τα δεδομένα δεικνύουν ότι δεν υπάρχει διαφορά στην κάθαρση μεταξύ γυναικών και ανδρών μετά από διόρθωση για το σωματικό βάρος.

Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία

Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η έκθεση στην ικατιβάντη δεν επηρεάζεται από την ηπατική ή τη νεφρική δυσλειτουργία.

Φυλή

Οι πληροφορίες για μεμονωμένο επίδραση λόγω φυλής είναι περιορισμένες. Τα διαθέσιμα δεδομένα έκθεσης δεν δεικνύουν διαφορά στην κάθαρση μεταξύ μη λευκών (n=40) και λευκών (n=132) ατόμων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική της ικατιβάντης χαρακτηρίστηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα στη μελέτη HGT-FIR-086 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Έπειτα από εφάπαξ υποδόρια χορήγηση (0,4 mg/kg έως κατά το μέγιστο 30 mg), ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης είναι περίπου 30 λεπτά και ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι περίπου 2 ώρες. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην έκθεση στην ικατιβάντη μεταξύ ασθενών με κληρονομικό αγγειοοίδημα με και χωρίς κάποιο επεισόδιο. Μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μοντελοποίηση χρησιμοποιώντας δεδομένα ενηλίκων και παιδιατρικών ασθενών έδειξε ότι η κάθαρση της ικατιβάντης σχετίζεται με το σωματικό βάρος, με χαμηλότερες τιμές κάθαρσης να παρατηρούνται για χαμηλότερα σωματικά βάρη στον παιδιατρικό πληθυσμό με κληρονομικό αγγειοοίδημα. Σύμφωνα με τη μοντελοποίηση για χορήγηση δόσεων σύμφωνα με το φάσμα βάρους, η προβλεπόμενη έκθεση στην ικατιβάντη στον παιδιατρικό πληθυσμό με κληρονομικό αγγειοοίδημα (βλ. Δοσολογία) είναι χαμηλότερη από την παρατηρούμενη έκθεση σε μελέτες που διεξάχθηκαν με ενήλικους ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα.

Μηχανισμός δράσης
Το ικατιμπάντη είναι ένας ανταγωνιστής που ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον υποδοχέα βραδυκινίνης Β2, με συγγένεια παρόμοια με τη βραδυκινίνη. Το κληρονομικό αγγειοοίδημα προκαλείται από απουσία ή δυσλειτουργία του αναστολέα C1-εστεράσης, ενός βασικού ρυθμιστή…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αιματολογικοί παράγοντες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του κληρονομικού αγγειοοιδήματος, κωδικός ATC: B06AC02. ### Μηχανισμός δράσης Το κληρονομικό αγγειοοίδημα (αυτοσωματική κυρίαρχη νόσος) προκαλείται από…
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ικατιβάντης έχουν προσδιορισθεί σε μελέτες τόσο ενδοφλέβιας όσο και υποδόριας χορήγησης σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ικατιβάντης σε ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα είναι παρόμοιο με…
Μεταβολισμός
Το ικατιμπάντης μεταβολίζεται από πρωτεολυτικά ένζυμα σε ανενεργούς μεταβολίτες. Το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκεται στο μεταβολισμό του ικατιμπάντης.
Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ικατιμπάντης μετά από υποδόρια δόση 30 mg είναι περίπου 97%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) 974 ± 280 ng/mL επιτεύχθηκαν μετά τη χορήγηση μίας μόνο υποδόριας δόσης 30 mg. Η AUC ήταν 2165 ± 568 ng∙hr/mL. Το…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Μετά από πρόκληση βραδυκινίνης, η ενδοφλέβια χορήγηση ικατιμπάντης προκάλεσε εξαρτώμενη από τη δόση και το χρόνο αναστολή της ανάπτυξης υπότασης, αγγειοδιαστολής και αντανακλαστικής ταχυκαρδίας που προκαλείται από βραδυκινίνη σε υγιείς νεαρούς εθελοντές. Ενδοφλέβιες δόσεις ικατιμπάντης 0,4 και 0,8 mg/kg που χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως για 4 ώρες ανέστειλαν την απόκριση στην πρόκληση βραδυκινίνης για 6 έως 8 ώρες μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης. Βάσει ανάλυσης έκθεσης-απόκρισης, προβλέπεται ότι μια υποδόρια δόση 30 mg ικατιμπάντης θα είναι αποτελεσματική κατά της πρόκλησης βραδυκινίνης για τουλάχιστον 6 ώρες. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Η επίδραση 30 και 90 mg ικατιμπάντης μετά από μία μόνο υποδόρια ένεση στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και ενεργό μάρτυρα (μοξιφλοξασίνη 400 mg) μελέτη τεσσάρων περιόδων διασταύρωσης (thorough QT study) σε 72 υγιείς εθελοντές. Σε μια μελέτη με αποδεδειγμένη ικανότητα ανίχνευσης μικρών επιδράσεων, το ανώτατο όριο του μονομερούς 95% διαστήματος εμπιστοσύνης για το μεγαλύτερο προσαρμοσμένο στο εικονικό φάρμακο, διορθωμένο ως προς τη βασική γραμμή QTc με τη μέθοδο ατομικής διόρθωσης (QTcI) ήταν κάτω από 10 ms, το όριο για ρυθμιστική ανησυχία. Η δόση των 90 mg επαρκεί για να αντιπροσωπεύει το κλινικό σενάριο υψηλής έκθεσης.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Το ικατιμπάντη είναι ένας ανταγωνιστής που ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον υποδοχέα βραδυκινίνης Β2, με συγγένεια παρόμοια με τη βραδυκινίνη. Το κληρονομικό αγγειοοίδημα προκαλείται από απουσία ή δυσλειτουργία του αναστολέα C1-εστεράσης, ενός βασικού ρυθμιστή της πρωτεολυτικής αλυσιδωτής αντίδρασης του Παράγοντα XII/καλλικρεΐνης που οδηγεί στην παραγωγή βραδυκινίνης. Η βραδυκινίνη είναι ένας αγγειοδιασταλτικός παράγοντας που πιστεύεται ότι ευθύνεται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της HAE, όπως εντοπισμένο οίδημα, φλεγμονή και πόνο. Το ικατιμπάντη αναστέλλει τη σύνδεση της βραδυκινίνης με τον υποδοχέα Β2, αντιμετωπίζοντας έτσι τα κλινικά συμπτώματα μιας οξείας, επεισοδιακής κρίσης HAE.
biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ικατιμπάντης μετά από υποδόρια δόση 30 mg είναι περίπου 97%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) 974 ± 280 ng/mL επιτεύχθηκαν μετά τη χορήγηση μίας μόνο υποδόριας δόσης 30 mg. Η AUC ήταν 2165 ± 568 ng∙hr/mL. Το ικατιμπάντης δεν συσσωρεύτηκε μετά από πολλαπλές δόσεις. Το φαρμακοκινητικό προφίλ του ικατιμπάντης έχει χαρακτηριστεί σε μελέτες που χρησιμοποίησαν τόσο ενδοφλέβια όσο και υποδόρια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς. Το φαρμακοκινητικό προφίλ του ικατιμπάντης σε ασθενείς με HAE είναι παρόμοιο με αυτό των υγιών εθελοντών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ικατιμπάντης μετά από υποδόρια δόση 30 mg είναι περίπου 97%. Μετά από υποδόρια χορήγηση μίας μόνο δόσης 30 mg ικατιμπάντης σε υγιείς εθελοντές (N=96), παρατηρήθηκε μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) 974 ± 280 ng/mL μετά από περίπου 0,75 ώρες. Ο μέσος όρος της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC0-∞) μετά από μία μόνο δόση 30 mg ήταν 2165 ± 568 ng·hr/mL, χωρίς ενδείξεις συσσώρευσης ικατιμπάντης μετά από τρεις δόσεις 30 mg που χορηγήθηκαν με διαφορά 6 ωρών.

Οι ανενεργοί μεταβολίτες του ικατιμπάντης απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, με λιγότερο από 10% της δόσης να αποβάλλεται ως αμετάβλητο φάρμακο.

Μετά από υποδόρια χορήγηση, ο όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss) ήταν 29,0 ± 8,7 L.

Μετά από υποδόρια χορήγηση, η κάθαρση πλάσματος ήταν 245 ± 58 mL/min.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την πρωτεϊνική πρόσδεση του ικατιμπάντης.
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Το ικατιμπάντης μεταβολίζεται από πρωτεολυτικά ένζυμα σε ανενεργούς μεταβολίτες. Το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκεται στο μεταβολισμό του ικατιμπάντης.
hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more
Μετά από υποδόρια χορήγηση, η μέση ημιζωή αποβολής ήταν 1,4 ± 0,4 ώρες.
category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.

Ενώσεις και φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνδεση του υποδοχέα ή τη σηματοδότηση των κυττάρων από τους ΒΡΑΔΥΚΙΝΙΝΗ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Β2.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

7PG89G35Q7

ICATIBANT

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης

Το ικατιμπάντης είναι Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης. Ο μηχανισμός δράσης του ικατιμπάντης είναι ως Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης.

ICATIBANT

Ανταγωνιστές Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης [MoA]; Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης [EPC]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1,4 ± 0,4 ώρες
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 10 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6918173
Μοριακός τύπος
C59H89N19O13S
Μοριακό βάρος
1304.5
IUPAC
(2S)-2-[[(2S,3aS,7aS)-1-[(3R)-2-[(2S)-2-[[(2S)-2-[[2-[[(2S,4R)-1-[(2S)-1-[(2S)-2-[[(2R)-2-amino-5-(diaminomethylideneamino)pentanoyl]amino]-5-(diaminomethylideneamino)pentanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]-4-hydroxypyrrolidine-2-carbonyl]amino]acetyl]amino]-3-thiophen-2-ylpropanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]-3,4-dihydro-1H-isoquinoline-3-carbonyl]-2,3,3a,4,5,6,7,7a-octahydroindole-2-carbonyl]amino]-5-(diaminomethylideneamino)pentanoic acid
InChIKey
QURWXBZNHXJZBE-SKXRKSCCSA-N
Κατάταξη MeSH

Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.

Ενώσεις και φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνδεση του υποδοχέα ή τη σηματοδότηση των κυττάρων από τους ΒΡΑΔΥΚΙΝΙΝΗ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Β2.