Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B06AC02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ICATIBANT(Ικατιβάντη)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: περίπου 1-2 ώρες (ενήλικες), περίπου 2 ώρες (παιδιατρικοί ασθενείς)

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • PubChem: 1,4 ± 0,4 ώρες
2 ώρες ΠΧΠ (SPC)
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρά PubChem
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

10 ώρες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του FIRAZYR και καλύπτουν 4 από 4 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. Συμπτωματική θεραπεία οξέων επεισοδίων κληρονομικού αγγειοοιδήματος

    σε: Ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω

    Με ανεπάρκεια του αναστολέα της C1-εστεράσης

    • D84 Άλλες ανοσοανεπάρκειες

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
υποδόρια
Χορήγηση:
Ως εφάπαξ δόση, με δυνατότητα επανάληψης έως 3 ενέσεις σε 24 ώρες (με μεσοδιάστημα 6 ωρών).
Δόση έναρξης:
30 mg
  • Ενήλικες
    Δόση30 mg
    Μέγ. δόση3 ενέσεις εντός 24 ωρών, 8 ενέσεις μηνιαίως
    Εφάπαξ υποδόρια ένεση. Δυνατότητα χορήγησης δεύτερης ένεσης μετά από 6 ώρες και τρίτης ένεσης 6 ώρες μετά τη δεύτερη σε περίπτωση ανεπαρκούς ανακούφισης ή επανεμφάνισης συμπτωμάτων.
  • Παιδιά και έφηβοι (2 έως 17 ετών, 12 kg έως 25 kg)
    Δόση10 mg (1,0 ml)
    Δόση βάσει σωματικού βάρους. Όχι περισσότερες από 1 ένεση ανά επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.
  • Παιδιά και έφηβοι (2 έως 17 ετών, 26 kg έως 40 kg)
    Δόση15 mg (1,5 ml)
    Δόση βάσει σωματικού βάρους. Όχι περισσότερες από 1 ένεση ανά επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.
  • Παιδιά και έφηβοι (2 έως 17 ετών, 41 kg έως 50 kg)
    Δόση20 mg (2,0 ml)
    Δόση βάσει σωματικού βάρους. Όχι περισσότερες από 1 ένεση ανά επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.
  • Παιδιά και έφηβοι (2 έως 17 ετών, 51 kg έως 65 kg)
    Δόση25 mg (2,5 ml)
    Δόση βάσει σωματικού βάρους. Όχι περισσότερες από 1 ένεση ανά επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.
  • Παιδιά και έφηβοι (2 έως 17 ετών, >65 kg)
    Δόση30 mg (3,0 ml)
    Δόση βάσει σωματικού βάρους. Όχι περισσότερες από 1 ένεση ανά επεισόδιο κληρονομικού αγγειοοιδήματος.
  • Παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών ή με σωματικό βάρος λιγότερο από 12 kg
    Δεν μπορεί να προταθεί κάποιο δοσολογικό σχήμα καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει καθιερωθεί.
  • Ηλικιωμένοι
    Περιορισμένες πληροφορίες για ασθενείς άνω των 65 ετών. Έχει παρατηρηθεί αυξημένη συστηματική έκθεση στην ικατιβάντη. Η σημασία αυτού του ευρήματος σε σχέση με την ασφάλεια είναι άγνωστη (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Λαρυγγικά επεισόδια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με λαρυγγικά επεισόδια
    Θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα μετά την ένεση μέχρι ο γιατρός να θεωρήσει ότι είναι ασφαλής η έξοδός τους από το νοσοκομείο.
  • Ισχαιμική καρδιοπάθεια
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία ισχαιμική καρδιοπάθεια ή με ασταθή στηθάγχη
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση του Ικατιβάντη.
  • Αγγειακό Εγκεφαλικό επεισόδιο
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς στις εβδομάδες που έπονται ενός αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου
    Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση ικατιβάντης.
  • Παροχέας φροντίδας/αυτο-χορήγηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι δεν έχουν λάβει ποτέ στο παρελθόν το Ικατιβάντη
    Η πρώτη θεραπεία θα πρέπει να δοθεί σε νοσηλευτικό ίδρυμα ή υπό την καθοδήγηση γιατρού.
  • Παροχέας φροντίδας/αυτο-χορήγηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς ή παροχέας φροντίδας (σε περίπτωση ανεπαρκούς ανακούφισης ή υποτροπής των συμπτωμάτων μετά από αυτο-χορήγηση)
    Συνιστάται να αναζητήσει ιατρική συμβουλή. Για τους ενήλικες, οι επακόλουθες δόσεις που ενδέχεται να απαιτούνται για το ίδιο επεισόδιο θα πρέπει να χορηγηθούν σε νοσηλευτικό ίδρυμα (βλ. Δοσολογία). Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χορήγηση επακόλουθων δόσεων για το ίδιο επεισόδιο σε εφήβους ή παιδιά.
  • Λαρυγγικό επεισόδιο (σε αυτο-χορήγηση)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν λαρυγγικό επεισόδιο (ακόμα κι αφότου έχουν λάβει την ένεση στο σπίτι τους)
    Θα πρέπει πάντα να αναζητούν ιατρική συμβουλή και να παρακολουθούνται σε ιατρικό ίδρυμα.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    προσοχή
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 χιλιοστογραμμάρια) νατρίου ανά σύριγγα και, κατά συνέπεια, θεωρείται ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμός
    Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη θεραπεία περισσότερων του ενός επεισοδίων κληρονομικού αγγειοοιδήματος με Ικατιβάντη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ)
    αντένδειξη
    Πιθανή ενίσχυση των επιπέδων βραδυκινίνης
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση αντενδείκνυται σε ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Ερύθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Ερύθημα στη θέση ένεσης
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Μωλωπισμός στη θέση ένεσης
  • Αίσθημα καύσης στη θέση ένεσης
  • Υποαισθησία στη θέση ένεσης
  • Αιμωδία στη θέση ένεσης
  • Οίδημα στη θέση ένεσης
  • Πόνος στη θέση ένεσης
  • Αίσθημα πίεσης στη θέση ένεσης
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
  • Ζέστη στη θέση ένεσης
Γενικές
  • Αιμάτωμα στη θέση ένεσης
  • Ερεθισμός στη θέση ένεσης
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
  • Διόγκωση στη θέση ένεσης
  • Πυρεξία
Εργαστηριακές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αίσθημα καύσης στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αίσθημα πίεσης στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αιμάτωμα στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αιμωδία στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Διόγκωση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ερεθισμός στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ερύθημα στη θέση ένεσης
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ζέστη στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μωλωπισμός στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Οίδημα στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Πόνος στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Υποαισθησία στη θέση ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιπτώσεις στην εμφύτευση στη μήτρα και στον τοκετό, αλλά ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την εγκυμοσύνη μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (π.χ. για τη θεραπεία ενδεχομένως απειλητικών για τη ζωή λαρυγγικών επεισοδίων).
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Η ικατιβάντη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αρουραίων. Δεν είναι γνωστό εάν απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα αλλά συνιστάται οι γυναίκες που θηλάζουν και επιθυμούν να λάβουν Ικατιβάντη να διακόψουν τον θηλασμό για χρονικό διάστημα 12 ωρών μετά από τη χορήγηση της θεραπείας.
  • Γονιμότητα
    Σε αρουραίους και σκύλους, η επαναλαμβανόμενη χρήση ικατιβάντης κατέληξε σε επιδράσεις στα αναπαραγωγικά όργανα. Δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα σε αρσενικούς ποντικούς και αρουραίους. Σε μελέτη σε υγιείς άνδρες και γυναίκες, δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές αλλαγές στις αναπαραγωγικές ορμόνες, στην ωχρινική λειτουργία ή στη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου στις γυναίκες, ούτε στον αριθμό, στην κινητικότητα και στη μορφολογία των σπερματοζωαρίων στους άνδρες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • παροδικό ερύθημα
  • κνησμός
  • έξαψη
  • υπόταση
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Το Firazyr έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Έχουν αναφερθεί συμπτώματα όπως κόπωση, λήθαργος, καταπόνηση, υπνημία και ζάλη, τα οποία ενδέχεται να εμφανιστούν και ως αποτέλεσμα ενός επεισοδίου κληρονομικού αγγειοοιδήματος. Συνιστάται οι ασθενείς να μην οδηγούν και να μην χειρίζονται μηχανές εάν νιώθουν κούραση ή ζάλη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Χλωριούχο νάτριο
Οξικό οξύ, παγόμορφο (για τη ρύθμιση του pH)
Υδροξείδιο του νατρίου (για τη ρύθμιση του pH)
Ύδωρ για ενέσιμα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αιματολογικοί παράγοντες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του κληρονομικού αγγειοοιδήματος, κωδικός ATC: B06AC02.

Μηχανισμός δράσης

Το κληρονομικό αγγειοοίδημα (αυτοσωματική κυρίαρχη νόσος) προκαλείται από την απουσία ή δυσλειτουργία του αναστολέα της C1-εστεράσης. Τα επεισόδια κληρονομικού αγειοοιδήματος συνοδεύονται από αυξημένη απελευθέρωση βραδυκινίνης, που αποτελεί τον βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη κλινικών συμπτωμάτων.

Η ικατιβάντη είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής του υποδοχέα βραδυκινίνης τύπου 2 (Β2). Πρόκειται για ένα συνθετικό δεκαπεπτίδιο του οποίου η δομή είναι παρόμοια με αυτήν της βραδυκινίνης, αλλά με 5 μη πρωτεϊνογενή αμινοξέα. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις βραδυκινίνης που χαρακτηρίζουν το κληρονομικό αγγειοοίδημα αποτελούν τον βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη των κλινικών συμπτωμάτων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σε νεαρά υγιή άτομα, η ικατιβάντη χορηγούμενη σε δόσεις των 0,8 mg/kg για χρονικό διάστημα 4 ωρών, 1,5 mg/kg/ημέρα ή 0,15 mg/kg/ημέρα για 3 ημέρες, είχε ως αποτέλεσμα την πρόληψη εμφάνισης υπότασης, αγγειοδιαστολής και αντανακλαστικής ταχυκαρδίας που προκαλούνται από τη βραδυκινίνη. Η ικατιβάντη καταδείχθηκε ότι είναι ανταγωνιστής ακόμα και όταν η δόση βραδυκινίνης είναι τετραπλάσια.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Σε αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν ικατιβάντη είχαν ταχύτερο μέσο χρόνο επέλευσης ανακούφισης των συμπτωμάτων (2,0, 2,5 και 2,0 ώρες αντίστοιχα) σε σύγκριση με το τρανεξαμικό οξύ (12 ώρες) και με το εικονικό φάρμακο (4,6 και 19,8 ώρες). Η θεραπευτική επίδραση της ικατιβάντης επιβεβαιώθηκε από τα δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας.

Στον παιδιατρικό πληθυσμό, ο συνολικά διάμεσος χρόνος για την επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων ήταν 1,0 ώρα (95% διάστημα εμπιστοσύνης, 1,0-1,1 ώρα). Στη 1 και στις 2 ώρες μετά τη θεραπεία, περίπου στο 50% και 90% των ασθενών παρουσιάστηκε επέλευση της ανακούφισης των συμπτωμάτων.

Συνολικά, ο διάμεσος χρόνος για ελάχιστα συμπτώματα (ο νωρίτερος χρόνος μετά τη θεραπεία όταν όλα τα συμπτώματα ήταν είτε ήπια ή απόντα) ήταν 1,1 ώρα (95% διάστημα εμπιστοσύνης, 1,0-2,0 ώρες).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ικατιβάντης έχουν προσδιορισθεί σε μελέτες τόσο ενδοφλέβιας όσο και υποδόριας χορήγησης σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ικατιβάντης σε ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα είναι παρόμοιο με αυτό υγιών εθελοντών.

Απορρόφηση

Μετά από την υποδόρια χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ικατιβάντης είναι 97%. Ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης είναι περίπου 30 λεπτά.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής (Vss) της ικατιβάντης είναι περίπου 20-25 L. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 44%.

Βιομετασχηματισμός

Η ικατιβάντη μεταβολίζεται εκτενώς από πρωτεολυτικά ένζυμα σε ανενεργούς μεταβολίτες που απεκκρίνονται κυρίως με τα ούρα.

Μελέτες in vitro έχουν επιβεβαιώσει ότι η ικατιβάντη δεν αποδομείται μέσω οξειδωτικών μεταβολικών διεργασιών, και δεν αποτελεί αναστολέα των κυρίων ισοενζύμων (CYP 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1, και 3A4) του κυτοχρώματος P450 (CYP) και δεν αποτελεί επαγωγέα του CYP 1A2 και 3A4.

Αποβολή

Η ικατιβάντη αποβάλλεται κυρίως μεταβολιζόμενη, ενώ λιγότερο από το 10% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο μέσω των ούρων. Η κάθαρση είναι περίπου 15-20 L/h και δεν εξαρτάται από τη δόση. Ο τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1-2 ώρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Τα δεδομένα υποδεικνύουν μείωση της κάθαρσης σχετιζόμενης με την ηλικία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ποσοστό έκθεσης 50-60% υψηλότερο στα ηλικιωμένα άτομα (75-80 ετών) σε σύγκριση με ασθενείς ηλικίας 40 ετών.

Φύλο

Τα δεδομένα δεικνύουν ότι δεν υπάρχει διαφορά στην κάθαρση μεταξύ γυναικών και ανδρών μετά από διόρθωση για το σωματικό βάρος.

Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία

Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η έκθεση στην ικατιβάντη δεν επηρεάζεται από την ηπατική ή τη νεφρική δυσλειτουργία.

Φυλή

Οι πληροφορίες για μεμονωμένο επίδραση λόγω φυλής είναι περιορισμένες. Τα διαθέσιμα δεδομένα έκθεσης δεν δεικνύουν διαφορά στην κάθαρση μεταξύ μη λευκών (n = 40) και λευκών (n = 132) ατόμων.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η φαρμακοκινητική της ικατιβάντης χαρακτηρίστηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα. Έπειτα από εφάπαξ υποδόρια χορήγηση (0,4 mg/kg έως κατά το μέγιστο 30 mg), ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστης συγκέντρωσης είναι περίπου 30 λεπτά και ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι περίπου 2 ώρες. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην έκθεση στην ικατιβάντη μεταξύ ασθενών με κληρονομικό αγγειοοίδημα με και χωρίς κάποιο επεισόδιο. Μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική μοντελοποίηση χρησιμοποιώντας δεδομένα ενηλίκων και παιδιατρικών ασθενών έδειξε ότι η κάθαρση της ικατιβάντης σχετίζεται με το σωματικό βάρος, με χαμηλότερες τιμές κάθαρσης να παρατηρούνται για χαμηλότερα σωματικά βάρη στον παιδιατρικό πληθυσμό με κληρονομικό αγγειοοίδημα. Σύμφωνα με τη μοντελοποίηση για χορήγηση δόσεων σύμφωνα με το φάσμα βάρους, η προβλεπόμενη έκθεση στην ικατιβάντη στον παιδιατρικό πληθυσμό με κληρονομικό αγγειοοίδημα (βλ. Δοσολογία) είναι χαμηλότερη από την παρατηρούμενη έκθεση σε μελέτες που διεξάχθηκαν με ενήλικους ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Το ικατιβάντη είναι ένας ανταγωνιστής που ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον υποδοχέα βραδυκινίνης Β2, με συγγένεια παρόμοια με τη βραδυκινίνη. Το κληρονομικό αγγειοοίδημα προκαλείται από απουσία ή δυσλειτουργία του αναστολέα C1-εστεράσης, ενός βασικού ρυθμιστή της…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλοι αιματολογικοί παράγοντες, φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του κληρονομικού αγγειοοιδήματος, κωδικός ATC: B06AC02. ### Μηχανισμός δράσης Το κληρονομικό αγγειοοίδημα (αυτοσωματική κυρίαρχη νόσος) προκαλείται…
Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ικατιβάντης έχουν προσδιορισθεί σε μελέτες τόσο ενδοφλέβιας όσο και υποδόριας χορήγησης σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ικατιβάντης σε ασθενείς με κληρονομικό αγγειοοίδημα είναι παρόμοιο με…
Μεταβολισμός
Το ικατιβάντης μεταβολίζεται από πρωτεολυτικά ένζυμα σε ανενεργούς μεταβολίτες. Το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκεται στο μεταβολισμό του ικατιβάντης.
Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ικατιβάντης μετά από υποδόρια δόση 30 mg είναι περίπου 97%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) 974 ± 280 ng/mL επιτεύχθηκαν μετά τη χορήγηση μίας μόνο υποδόριας δόσης 30 mg. Η AUC ήταν 2165 ± 568 ng∙hr/mL. Το…

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Μετά από πρόκληση βραδυκινίνης, η ενδοφλέβια χορήγηση ικατιβάντης προκάλεσε εξαρτώμενη από τη δόση και το χρόνο αναστολή της ανάπτυξης υπότασης, αγγειοδιαστολής και αντανακλαστικής ταχυκαρδίας που προκαλείται από βραδυκινίνη σε υγιείς νεαρούς εθελοντές. Ενδοφλέβιες δόσεις ικατιβάντης 0,4 και 0,8 mg/kg που χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως για 4 ώρες ανέστειλαν την απόκριση στην πρόκληση βραδυκινίνης για 6 έως 8 ώρες μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης. Βάσει ανάλυσης έκθεσης-απόκρισης, προβλέπεται ότι μια υποδόρια δόση 30 mg ικατιβάντης θα είναι αποτελεσματική κατά της πρόκλησης βραδυκινίνης για τουλάχιστον 6 ώρες. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Η επίδραση 30 και 90 mg ικατιβάντης μετά από μία μόνο υποδόρια ένεση στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και ενεργό μάρτυρα (μοξιφλοξασίνη 400 mg) μελέτη τεσσάρων περιόδων διασταύρωσης (thorough QT study) σε 72 υγιείς εθελοντές. Σε μια μελέτη με αποδεδειγμένη ικανότητα ανίχνευσης μικρών επιδράσεων, το ανώτατο όριο του μονομερούς 95% διαστήματος εμπιστοσύνης για το μεγαλύτερο προσαρμοσμένο στο εικονικό φάρμακο, διορθωμένο ως προς τη βασική γραμμή QTc με τη μέθοδο ατομικής διόρθωσης (QTcI) ήταν κάτω από 10 ms, το όριο για ρυθμιστική ανησυχία. Η δόση των 90 mg επαρκεί για να αντιπροσωπεύει το κλινικό σενάριο υψηλής έκθεσης.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Το ικατιβάντη είναι ένας ανταγωνιστής που ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον υποδοχέα βραδυκινίνης Β2, με συγγένεια παρόμοια με τη βραδυκινίνη. Το κληρονομικό αγγειοοίδημα προκαλείται από απουσία ή δυσλειτουργία του αναστολέα C1-εστεράσης, ενός βασικού ρυθμιστή της πρωτεολυτικής αλυσιδωτής αντίδρασης του Παράγοντα XII/καλλικρεΐνης που οδηγεί στην παραγωγή βραδυκινίνης. Η βραδυκινίνη είναι ένας αγγειοδιασταλτικός παράγοντας που πιστεύεται ότι ευθύνεται για τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της HAE, όπως εντοπισμένο οίδημα, φλεγμονή και πόνο. Το ικατιβάντη αναστέλλει τη σύνδεση της βραδυκινίνης με τον υποδοχέα Β2, αντιμετωπίζοντας έτσι τα κλινικά συμπτώματα μιας οξείας, επεισοδιακής κρίσης HAE.
biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ικατιβάντης μετά από υποδόρια δόση 30 mg είναι περίπου 97%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) 974 ± 280 ng/mL επιτεύχθηκαν μετά τη χορήγηση μίας μόνο υποδόριας δόσης 30 mg. Η AUC ήταν 2165 ± 568 ng∙hr/mL. Το ικατιβάντης δεν συσσωρεύτηκε μετά από πολλαπλές δόσεις. Το φαρμακοκινητικό προφίλ του ικατιβάντης έχει χαρακτηριστεί σε μελέτες που χρησιμοποίησαν τόσο ενδοφλέβια όσο και υποδόρια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς. Το φαρμακοκινητικό προφίλ του ικατιβάντης σε ασθενείς με HAE είναι παρόμοιο με αυτό των υγιών εθελοντών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του ικατιβάντης μετά από υποδόρια δόση 30 mg είναι περίπου 97%. Μετά από υποδόρια χορήγηση μίας μόνο δόσης 30 mg ικατιβάντης σε υγιείς εθελοντές (N=96), παρατηρήθηκε μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) 974 ± 280 ng/mL μετά από περίπου 0,75 ώρες. Ο μέσος όρος της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC0-∞) μετά από μία μόνο δόση 30 mg ήταν 2165 ± 568 ng·hr/mL, χωρίς ενδείξεις συσσώρευσης ικατιβάντης μετά από τρεις δόσεις 30 mg που χορηγήθηκαν με διαφορά 6 ωρών.

Οι ανενεργοί μεταβολίτες του ικατιβάντης απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, με λιγότερο από 10% της δόσης να αποβάλλεται ως αμετάβλητο φάρμακο.

Μετά από υποδόρια χορήγηση, ο όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss) ήταν 29,0 ± 8,7 L.

Μετά από υποδόρια χορήγηση, η κάθαρση πλάσματος ήταν 245 ± 58 mL/min.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την πρωτεϊνική πρόσδεση του ικατιβάντης.
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Το ικατιβάντης μεταβολίζεται από πρωτεολυτικά ένζυμα σε ανενεργούς μεταβολίτες. Το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 δεν εμπλέκεται στο μεταβολισμό του ικατιβάντης.
hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more
Μετά από υποδόρια χορήγηση, η μέση ημιζωή αποβολής ήταν 1,4 ± 0,4 ώρες.
category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.

Ενώσεις και φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνδεση του υποδοχέα ή τη σηματοδότηση των κυττάρων από τους ΒΡΑΔΥΚΙΝΙΝΗ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Β2.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

7PG89G35Q7

ICATIBANT

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης

Το ικατιβάντης είναι Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης. Ο μηχανισμός δράσης του ικατιβάντης είναι ως Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης.

ICATIBANT

Ανταγωνιστές Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης [MoA]; Ανταγωνιστής Β2 Υποδοχέα Βραδυκινίνης [EPC]

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6918173
Μοριακός τύπος
C59H89N19O13S
Μοριακό βάρος
1304.5
IUPAC
(2S)-2-[[(2S,3aS,7aS)-1-[(3R)-2-[(2S)-2-[[(2S)-2-[[2-[[(2S,4R)-1-[(2S)-1-[(2S)-2-[[(2R)-2-amino-5-(diaminomethylideneamino)pentanoyl]amino]-5-(diaminomethylideneamino)pentanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]-4-hydroxypyrrolidine-2-carbonyl]amino]acetyl]amino]-3-thiophen-2-ylpropanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]-3,4-dihydro-1H-isoquinoline-3-carbonyl]-2,3,3a,4,5,6,7,7a-octahydroindole-2-carbonyl]amino]-5-(diaminomethylideneamino)pentanoic acid
InChIKey
QURWXBZNHXJZBE-SKXRKSCCSA-N
Κατάταξη MeSH

Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.

Ενώσεις και φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνδεση του υποδοχέα ή τη σηματοδότηση των κυττάρων από τους ΒΡΑΔΥΚΙΝΙΝΗ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ Β2.