Αντιβιοτικά

ATC CODE J02AC02

ITRACONAZOLE

Ιτρακοναζόλη

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω …

Chemical structure of ITRACONAZOLE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων. H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει. Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη). Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών. Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις. Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία. Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.

Κύρια Ένδειξη

For the treatment of the following fungal infections in immunocompromised and non-immunocompromised patients: pulmonary and extrapulmonary blastomycosis, histoplasmosis, aspergillosis, and onychomycosis.

Χρόνος Ημιζωής

21h

21 hours

Σύνδεση Πρωτεϊνών

99.8%

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Itraconazole interacts with 14-α demethylase, a cytochrome P-450 enzyme necessary to convert lanosterol to ergosterol. As ergosterol is an …

Οδός Αποβολής

Itraconazole is metabolized predominately by the cytochrome P450 3A4 isoenzyme system (CYP3A4) in the liver, resulting in the formation of several …

Όγκος Κατανομής

* 796 ± 185 L

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

1 κεφάλαια
5.2 EOΦ therapeutic chapter

Aντιμυκητιασικά

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι...

+
Περιγραφή
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων. H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει. Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη). Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών. Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις. Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία. Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
Ενδείξεις
Καψάκια: Ενδημικές μυκητιάσεις: ιστοπλάσμωση, βλαστομύκωση, παρακοκκιδιοϊδομύκωση. Συστηματικές μυκητιάσεις: Πνευμονική και εξωπνευμονική ασπεργίλλωση, συστηματική καντιντίαση, κρυπτοκοκκικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας) σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς, πρωτοπαθής και δευτεροπαθής προφύλαξη της ιστοπλάσμωσης και της κρυπτοκοκκικής μηνιγγίτιδας σε ασθενείς με AIDS. Στοματοφαρυγγική καντιντίαση σε ασθενείς HIV θετικούς. Δερματομυκητιάσεις και ονυχομυκητιάσεις από δερματόφυτα και ζυμομύκητες, ποικιλόχρους πιτυρίαση (εκτεταμένες μορφές). Οξεία αιδοιοκολπική καντιντίαση ή υποτροπιάζουσα επιβεβαιωμένη με καλλιέργεια. Μυκητιασική κερατίτιδα. Πόσιμο διάλυμα: Στοματική και/ή οισοφαγική καντιντίαση σε ασθενείς με HIV (+) ή άλλους ανοσοκατασταλμένους. Προφύλαξη των εν τω βάθει μυκητιάσεων, όταν η καθιερωμένη θεραπεία θεωρείται ακατάλληλη, σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες ή σε αυτούς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση μυελού των οστών και αναμένεται να είναι ουδετεροπενικοί (δηλ. <500 κύτταρα/ μl). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα αποτελεσματικότητας στην πρόληψη της ασπεργίλλωσης.
Αντενδείξεις
Κύηση, γαλουχία, συγχορήγηση με τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, σισα- 5. ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ πρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη, (επιμήκυνση QT διαστήματος, κοιλιακές αρρυθμίες, torsades de pointes) μιζολαστίνη, δοφετιλίδη, μεταβολιζόμενοι από το CYP3A4 αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης όπως σιμβαστατίνη και λοβαστατίνη, τριαζολάμη και από του στόματος χορηγούμενη μιδαζολάμη.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Eίναι σχετικά ασυνήθεις και ήπιες (5-8%). Oι πιο συχνές είναι γαστρεντερικές ενοχλήσεις (ναυτία, κοιλιακά άλγη, δυσπεψία), παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων στον ορό. Θεωρείται λιγότερο ηπατοτοξική από την κετοκοναζόλη. Eπίσης σπάνια αναφέρονται κεφαλαλγία, υποκαλιαιμία, υπέρταση και οίδημα.
Αλληλεπιδράσεις
Δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη ή φαινυτοΐνη, γιατί μειώνονται τα επίπεδα της ιτρακοναζόλης στον ορό. Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 όπως ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη και ερυθρομυκίνη μπορεί να αυξήσουν τη βιοδιαθεσιμότητά της. Φάρμακα των οποίων τα επίπεδα στο πλάσμα, οι επιδράσεις και οι ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να παρακολουθούνται και η δοσολογία τους να ελαττώνεται, αν κριθεί αναγκαίο: Αντιπηκτικά και αντιδιαβητικά από το στόμα, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, ορισμένα αντινεοπλασματικά φάρμακα όπως αλκαλοειδή της Vinca, βουσουλφάνη, δοσεταξέλη και τριμετρεξάτη, αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου, κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, διγοξίνη, καρβαμαζεπίνη, βουσπιρόνη, αλφαιντανύλη, αλπραζολάμη, μιδαζολάμη χορηγούμενη ενδοφλεβίως, μεθυλπρεδνιζολόνη.
Προσοχή στη χορήγηση
H ιτρακοναζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας εκτός εάν το όφελος υπερτερεί καθαρά του κινδύνου. Να παρακολουθείται εργαστηριακά η ηπατική λειτουργία σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο και σε συνεχιζόμενη για διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός θεραπεία. Ασθενείς που εκδηλώνουν ύποπτα συμπτώματα ηπατίτιδας να υποβάλλονται αμέσως σε έλεγχο. Σε HIV θετικούς ασθενείς η συχνά προϋπάρχουσα υποχλωρυδρία μειώνει την απορρόφηση 5.2 AΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ του φαρμάκου. Eπαρκή αντισυλληπτικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται από γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Στα παιδιά δεν έχει μελετηθεί συστηματικά γιαυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε απόλυτη ανάγκη.
Δοσολογία
Καψάκια: Αιδοιοκολπική καντιντίαση οξεία ή υποτροπιάζουσα 200mg 2 φορές ημερησίως για 1 ημέρα ή 200 mg εφάπαξ ημερησίως για 3 ημέρες. Ποικιλόχρους πιτυρίαση 200mg εφάπαξ ημερησίως για 7 ημέρες, δερματοφυτιάσεις 200mg εφάπαξ ημερησίως για 7 ημέρες ή 100mg εφάπαξ ημερησίως για 15 ημέρες (πέλματα και παλάμες απαιτούν επιπρόσθετη θεραπεία 200mg δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες ή 100mg ημερησίως, για 30 ημέρες). Καντιντίαση στοματοφαρυγγικής κοιλότητας σε ασθενείς HIV(+) 100mg εφάπαξ ημερησίως για 15 ημέρες (σε ουδετεροπενικούς, μεταμοσχευθέντες ή ασθενείς με AIDS οι δόσεις ίσως χρειασθεί να αυξηθούν). Μυκητιασική κερατίτιδα 200mg εφάπαξ ημερησίως για 21 ημέρες. Ονυχομυκητίαση 200mg εφάπαξ ημερησίως για 3 μήνες ή 200mg 2 φορές ημερησίως μία εβδομάδα ανά μήνα για 3 μήνες (χέρια) ή 3-4 μήνες (πόδια). Ασπεργίλλωση 200mg/12ωρο για 2-5 μήνες. Καντιντίαση 100-200mg εφάπαξ ημερησίως για 3 εβδομάδες-7 μήνες (σε περιπτώσεις διάσπαρτης νόσου 200mg/ 12ωρο). Μημηνιγγιτιδική κρυπτοκόκκωση 200mg εφάπαξ ημερησίως για 2 μήνες-1 έτος. Κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα 200mg/12ωρο για 4-6 εβδομάδες. Ιστοπλάσμωση 200mg 1-2 φορές την ημέρα για 8 μήνες. Σποροτρίχωση 100mg εφάπαξ ημερησίως για 3-12 μήνες. Παρακοκκιδιοϊδομύκωση 100mg εφάπαξ ημερησίως για 6 μήνες. Χρωμομύκωση 100-200mg εφάπαξ ημερησίως για 6 μήνες. Βλαστομύκωση 100mg εφάπαξ ημερησίως για 6 μήνες ή 200mg, 2 φορές την ημέρα. Πόσιμο διάλυμα: Στοματική και/ή οισοφαγική καντιντίαση 200mg την ημέρα σε δύο ή σε μία λήψη για 1 εβδομάδα και αν δεν σημειωθεί αποτέλεσμα για 1 εβδομάδα επιπλέον. Στοματική και/ή οισοφαγική καντιντίαση ανθεκτική στη φλουκοναζόλη 100-200 mg 2 φορές την ημέ- ρα για 2 εβδομάδες και αν δεν σημειωθεί αποτέλεσμα για 2 εβδομάδες επιπλέον (αν ληφθεί η ημερήσια δόση των 400mg, αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για περισσότερο από 2 εβδομάδες). Προφύλαξη των εν τω βάθει μυκητιάσεων: 5 mg/kg την ημέρα σε δύο λήψεις αμέσως πριν την κυτταροστατική θεραπεία και μια εβδομάδα πριν τη μεταμόσχευση. Η θεραπεία συνεχίζεται μέχρι την ανάκαμψη των ουδετερόφιλων (δηλ. > 1000 κύτταρα/ μl).
Φαρμακευτικά προϊόντα
ETREL/Φαρμεξ: caps 100mg x 4, x 6, x 15 IDRANOX/Gap: caps 100mg x 15 ISOFLON/Proel: oral.sol 10mg/ml fl x 150ml ITRABEST/Φοινιξφαρμ: oral.sol 10mg/ml fl x 150ml ITRAVIRON/Farmedia: caps 100mg x 28 ITRAZOL/Verisfield U.K.: caps 100mg x 6, x 28 - oral.sol 10mg/ml bottle x 150ml MESMOR/Rafarm: caps 100mg x 28 PROMINOX/Alet: caps 100mg x 6, x 15, x 28 STERGINOX/Νοβοφαρμ: caps 100mg x 15 SPORANOX/Janssen-Cilag: caps 100mg x 4, x 6, x 15- oral.sol 10mg/ml bottle x 150ml SPORIZOLE/Target: caps 100mg x 6, x 15, x 28

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν ITRACONAZOLE.

Φόρτωση σκευασμάτων...