MIGLUSTAT
Μιγλουστάτη
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Άλλα φάρμακα της πεπτικής οδού και του μεταβολισμού, Κωδικός ATC: A16AX06 ### Τύπου 1 νόσος του Gaucher Η νόσος του Gaucher είναι μια κληρονομική μεταβολική διαταραχή προκαλούμενη από μια ανικανότητα διάσπασης του γλυκοσυλιοκεραμιδίου με αποτέλεσμα την …
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 100 mg τρεις φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Προσωρινή μείωση της δόσης σε 100 mg μία ή δύο φορές ημερησίως ενδέχεται να είναι απαραίτητη σε κάποιους ασθενείς λόγω διάρροιας.
-
Ενήλικες με τύπου 1 νόσο του GaucherΔόση100 mg τρεις φορές ημερησίωςΠροσωρινή μείωση της δόσης σε 100 mg μία ή δύο φορές ημερησίως ενδέχεται να είναι απαραίτητη σε κάποιους ασθενείς λόγω διάρροιας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός με τύπου 1 νόσο Gaucher (0-17 ετών)Η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ενήλικες με νόσο Niemann-Pick τύπου CΔόση200 mg τρεις φορές ημερησίωςΠροσωρινή μείωση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη σε κάποιους ασθενείς λόγω διάρροιας.
-
Έφηβοι με νόσο Niemann-Pick τύπου C (ηλικίας 12 ετών και άνω)Δόση200 mg τρεις φορές ημερησίωςΠροσωρινή μείωση της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητη σε κάποιους ασθενείς λόγω διάρροιας.
-
Παιδιά με νόσο Niemann-Pick τύπου C (κάτω των 12 ετών)Η δοσολογία προσαρμόζεται με βάση την επιφάνεια του σώματος. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 4 ετών.
-
Ηλικιωμένοι (> 70 ετών)Δεν υπάρχει εμπειρία.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤο Μιγλουστάτη δεν έχει αξιολογηθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΤρόμοςΠληθυσμόςΑσθενείς με τύπου 1 νόσο του Gaucher ή νόσο Niemann-Pick τύπου CΜείωση δόσης ή διακοπή της θεραπείας αν επιμείνει
-
Γαστρεντερικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείςΤροποποίηση της διατροφής (μείωση πρόσληψης σακχαρόζης, λακτόζης, υδατανθράκων), λήψη του Μιγλουστάτη ανάμεσα στα γεύματα, αντιδιαρροϊκά (π.χ. λοπεραμίδη), προσωρινή μείωση της δόσης. Διερεύνηση σε ασθενείς με χρόνια διάρροια ή άλλα εμμένοντα συμβάματα που δεν ανταποκρίνονται ή σε περίπτωση κλινικής επιδείνωσης (πιθανότητα νόσου του Crohn).
-
Επίδραση στη σπερματογένεσηΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείςΑξιόπιστες μέθοδοι αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 3 μήνες μετά τη διακοπή. Διακοπή του Μιγλουστάτη και αντισύλληψη για 3 μήνες πριν από σύλληψη.
-
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΧρήση με προσοχή. Δεν συνιστάται σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min/1,73m2).
-
Τύπου 1 νόσος του Gaucher (γενικά)ΠληθυσμόςΑσθενείς με τύπου 1 νόσο του GaucherΔεν υπάρχουν ενδείξεις υπεροχής του Μιγλουστάτη έναντι της Θεραπείας Υποκατάστασης Ενζύμων (ΘΥΕ). Δεν έχει αξιολογηθεί σε σοβαρή νόσο του Gaucher.
-
Περιφερική νευροπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με Μιγλουστάτη (ιδίως με τύπου 1 νόσο του Gaucher)Όλοι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε αρχική και επαναληπτική νευρολογική αξιολόγηση.
-
Αξιολόγηση οφέλους και συνέχιση θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου CΤο όφελος της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται τακτικά (π.χ. κάθε 6 μήνες). Η συνέχιση της θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται μετά από τουλάχιστον 1 χρόνο θεραπείας.
-
Μειωμένη ανάπτυξηΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς και έφηβοι με νόσο Niemann-Pick τύπου CΗ ανάπτυξη θα πρέπει να παρακολουθείται. Ο λόγος οφέλους/κινδύνου θα πρέπει να επανεκτιμάται για τη συνέχιση της θεραπείας.
-
ΝάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ιμιγλουκεράσηπροσοχήΕνδέχεται να οδηγήσει σε μειωμένη έκθεση στη μιγλουστάτη. Δεν έχει καμία επίπτωση ή έχει περιορισμένη επίπτωση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ιμιγλουκεράσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Απώλεια σωματικού βάρους
- Μειωμένη όρεξη
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία
- Τρόμος
- Περιφερική νευροπάθεια
- Αταξία
- Αμνησία
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Κοιλιακή διάταση/δυσφορία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκή αδυναμία
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες αγωγιμότητας νεύρου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑπώλεια σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή διάταση/δυσφορίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη σεξουαλική επιθυμίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες αγωγιμότητας νεύρουΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της μιγλουστάτης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έδειξαν μητρική και εμβρυική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης μειωμένης επιβίωσης του εμβρύου. Η μιγλουστάτη διαπερνά τον πλακούντα.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να λαμβάνεταιΔεν είναι γνωστό εάν η μιγλουστάτη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΠροσοχήΜελέτες σε επίμυ έχουν δείξει ότι η μιγλουστάτη έχει ανεπιθύμητες επιδράσεις στις παραμέτρους σπέρματος (κινητικότητα και μορφολογία) μειώνοντας τη γονιμότητα. Μέτρα αντισύλληψης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται από γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία. Αξιόπιστες μέθοδοι αντισύλληψης θα πρέπει να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται ενόσω άνδρες ασθενείς λαμβάνουν Μιγλουστάτη και για 3 μήνες μετά την διακοπή.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Άλλα φάρμακα της πεπτικής οδού και του μεταβολισμού, Κωδικός ATC: A16AX06
Τύπου 1 νόσος του Gaucher
Η νόσος του Gaucher είναι μια κληρονομική μεταβολική διαταραχή προκαλούμενη από μια ανικανότητα διάσπασης του γλυκοσυλιοκεραμιδίου με αποτέλεσμα την αποθήκευση, αυτού του υλικού στα λυσοσώματα και την πρόκληση εκτεταμένης παθολογίας. Η μιγλουστάτη είναι ένας αναστολέας της συνθάσης του γλυκοσυλιοκεραμιδίου, του ενζύμου που ευθύνεται για το πρώτο στάδιο σύνθεσης των περισσοτέρων γλυκολιπιδίων. Ιn vitro η συνθετάση του γλυκοσυλιοκεραμιδίου αναστέλλεται από τη μιγλουστάτη με συγκέντρωση ημίσειας ανασταλτικής ισχύος (IC50) 20-37 μM. Επιπροσθέτως, έχει αποδειχθεί πειραματικά in vitro ανασταλτική δράση κατά της μη λυσοσωμικής γλυκοσυλιοκεραμιδάσης. Η ανασταλτική δράση στη συνθετάση του γλυκοσυλιοκεραμιδίου αποτελεί το αιτιολογικό της θεραπείας μείωσης υποστρώματος στη νόσο του Gaucher. Η πιλοτική δοκιμή του Μιγλουστάτη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να λάβουν θεραπεία ΘΥΕ. Στους λόγους μη λήψης της ΘΥΕ περιλαμβάνονταν η επιβάρυνση από τις ενδοφλέβιες εγχύσεις και οι δυσκολίες στη φλεβική πρόσβαση. Σε αυτήν τη μη συγκριτική 12-μηνη μελέτη, συμμετείχαν είκοσι οκτώ ασθενείς με τύπου 1 νόσο του Gaucher ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας, και 22 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Στους 12 μήνες, υπήρξε μέση μείωση του όγκου του ήπατος κατά 12,1% και μέση μείωση του όγκου του σπληνός κατά 19,0%. Παρατηρήθηκε μία μέση αύξηση της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης κατά 0,26 g/dl και μία μέση αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων κατά 8,29 × 109/l. Στη συνέχεια, δεκαοκτώ ασθενείς συνέχισαν να λαμβάνουν το Μιγλουστάτη στα πλαίσια ενός προαιρετικού πρωτοκόλλου παρατεταμένης θεραπείας. Αξιολογήθηκε το κλινικό όφελος στους 24 και στους 36 μήνες σε 13 ασθενείς. Μετά από 3 έτη συνεχούς θεραπείας με Μιγλουστάτη, η μέση μείωση του όγκου του ήπατος και του σπληνός ήταν 17,5% και 29,6% αντίστοιχα. Η μέση αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων ήταν 22,2 x 109/l και η μέση αύξηση της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης ήταν 0,95 g/dl. Σε μια δεύτερη ανοικτή, ελεγχόμενη μελέτη τυχαιοποιήθηκαν 36 ασθενείς που είχαν λάβει ΘΥΕ επί 2 έτη τουλάχιστον, σε τρεις ομάδες θεραπείας: συνέχιση με ιμιγλουκεράση, ιμιγλουκεράση σε συνδυασμό με Μιγλουστάτη ή μετάταξη στο Μιγλουστάτη. Η μελέτη αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια μίας 6-μηνης περιόδου τυχαιοποιημένης σύγκρισης ακολουθούμενης από 18- μηνη παράταση, όπου όλοι οι ασθενείς έλαβαν Μιγλουστάτη ως μονοθεραπεία. Στους 6 πρώτους μήνες στους ασθενείς που μετατάχθηκαν στο Μιγλουστάτη, ο όγκος του ήπατος και του σπληνός και τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης παρέμειναν αμετάβλητα. Σε μερικούς ασθενείς υπήρξαν μειώσεις του αριθμού των αιμοπεταλίων και αυξήσεις της δραστικότητας της χιτοτριοσιδάσης, γεγονός που υποδεικνύει ότι η μονοθεραπεία με Μιγλουστάτη ενδέχεται να μην διατηρεί τον ίδιο έλεγχο ενεργότητας της νόσου σε όλους τους ασθενείς. 29 ασθενείς συνέχισαν στην περίοδο παράτασης. Σε σύγκριση με τις μετρήσεις στους 6 μήνες, ο έλεγχος της ασθένειας ήταν αμετάβλητος έπειτα από 18 και 24 μήνες μονοθεραπείας με Μιγλουστάτη (20 και 6 ασθενείς, αντίστοιχα). Κανένας ασθενής δεν παρουσίασε ταχεία επιδείνωση της τύπου 1 νόσου του Gaucher έπειτα από τη μετάταξη σε μονοθεραπεία με Μιγλουστάτη. Στις ανωτέρω δύο μελέτες, χορηγήθηκε συνολική δόση 300 mg Μιγλουστάτη ημερησίως σε τρεις επιμέρους δόσεις. Διεξήχθη μια πρόσθετη μελέτη μονοθεραπείας σε 18 ασθενείς με συνολική δόση ίση με 150 mg ημερησίως και τα αποτελέσματα δείχνουν μειωμένη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με μία συνολική δόση των 300 mg ημερησίως. Σε μία ανοικτής επισήμανσης, μη συγκριτική 2ετή μελέτη συμμετείχαν 42 ασθενείς με τύπου 1 νόσο του Gaucher, οι οποίοι είχαν λάβει ΘΥΕ επί 3 έτη τουλάχιστον και ικανοποιούσαν τα κριτήρια σταθερής νόσου για 2 έτη τουλάχιστον. Οι ασθενείς είχαν μετατεθεί σε μονοθεραπεία με μιγλουστάτη 100 mg τρεις φορές ημερησίως. Ο όγκος του ήπατος (κύρια μεταβλητή αποτελεσματικότητας) παρέμεινε αμετάβλητος από την έναρξη μέχρι τη λήξη της θεραπείας. Έξι ασθενείς διέκοψαν πρόωρα τη θεραπεία με μιγλουστάτη για λόγους πιθανής επιδείνωσης της νόσου, όπως ορίζεται στη μελέτη. Δεκατρείς ασθενείς διέκοψαν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητου συμβάματος. Μικρές μέσες μειώσεις της αιμοσφαιρίνης [-0,95 g/dl (95% CI: -1,38, -0,53)] και του αριθμού των αιμοπεταλίων [-44,1 × 109/l (95% CI: -57,6, -30,7)] παρατηρήθηκαν ανάμεσα στην έναρξη και τη λήξη της θεραπείας. Είκοσι ένας ασθενείς ολοκλήρωσαν την 24-μηνη θεραπεία με μιγλουστάτη. Από αυτούς τους ασθενείς, οι 18 βρίσκονταν κατά την έναρξη εντός των καθιερωμένων θεραπευτικών στόχων ως προς τον όγκο του ήπατος και του σπληνός, των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και τον αριθμό των αιμοπεταλίων, ενώ 16 ασθενείς παρέμειναν εντός όλων αυτών των θεραπευτικών στόχων κατά το Μήνα 24. Εκδηλώσεις της τύπου 1 νόσου του Gaucher στα οστά αξιολογήθηκαν σε 3 ανοιχτές κλινικές μελέτες σε ασθενείς υπό θεραπεία με μιγλουστάτη 100 mg τρεις φορές ημερησίως για διάστημα έως 2 χρόνια (n= 72). Από την αθροιστική ανάλυση μη ελεγχόμενων δεδομένων, οι τιμές z-score της οστικής πυκνότητας στην οσφυική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και στη διάφυση μηριαίου αυξήθηκαν περισσότερο από 0,1 μονάδες από την αρχική τιμή σε 27 (57%) και 28 (65%) των ασθενών με διαμήκεις μετρήσεις της οστικής πυκνότητας. Δεν υπήρξαν περιστατικά οστικής κρίσης, οστεονέκρωσης ή κατάγματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Νόσος Niemann-Pick τύπου C
Η νόσος Niemann-Pick τύπου C είναι μία πολύ σπάνια, σταθερά εξελισσόμενη και τελικά θανατηφόρα νευροεκφυλιστική διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από διαταραγμένη ενδοκυττάρια διακίνηση των λιπιδίων. Οι νευρολογικές εκδηλώσεις θεωρούνται δευτερεύουσες της μη φυσιολογικής συσσώρευσης γλυκοσφιγγολιπιδίων στα νευρωνικά και τα νευρογλοιακά κύτταρα. Τα δεδομένα που τεκμηριώνουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Μιγλουστάτη στη νόσο Niemann-Pick τύπου C προέκυψαν από μια προοπτική κλινική μελέτη ανοικτής επισήμανσης και από μια αναδρομική επισκόπηση. Η κλινική μελέτη συμπεριέλαβε 29 ενήλικες και νεαρούς ασθενείς σε μια 12μηνη ελεγχόμενη περίοδο, ακολουθούμενη από παράταση θεραπείας με συνολική διάρκεια κατά μέσο όρο 3,9 έτη και έως 5,6 έτη. Επιπροσθέτως, 12 παιδιατρικοί ασθενείς εντάχθηκαν σε μια μη-ελεγχόμενη υπο-μελέτη με συνολική διάρκεια κατά μέσο όρο 3,1 έτη και έως 4,4 έτη. Μεταξύ των 41 ασθενών που εντάχθηκαν στην μελέτη, οι 14 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με Μιγλουστάτη για περισσότερα από 3 χρόνια. Η επισκόπηση περιελάμβανε περιστατικά 66 ασθενών που είχαν λάβει θεραπεία με Μιγλουστάτη εκτός κλινικής δοκιμής για μέση διάρκεια 1,5 έτη. Και οι δύο ομάδες δεδομένων περιελάμβαναν παιδιατρικούς, εφήβους και ενήλικες ασθενείς με ένα εύρος ηλικιών από 1 έως 43 έτη. Η συνήθης δόση του Μιγλουστάτη για τους ενήλικες ασθενείς ήταν 200 mg τρεις φορές ημερησίως και προσαρμόστηκε με βάση την επιφάνεια σώματος στους παιδιατρικούς ασθενείς. Συνολικά τα δεδομένα έδειξαν ότι η θεραπεία με Μιγλουστάτη μπορεί να μειώσει την πρόοδο των κλινικά σημαντικών νευρολογικών συμπτωμάτων σε ασθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου C. Το όφελος της θεραπείας με Μιγλουστάτη για τις νευρολογικές εκδηλώσεις σε ασθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου C πρέπει να αξιολογείται τακτικά, π.χ. κάθε 6 μήνες. Η συνέχιση της θεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται μετά από τουλάχιστον 1 έτος θεραπείας με Μιγλουστάτη, (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της μιγλουστάτης αξιολογήθηκαν σε υγιή άτομα, σε μικρό αριθμό ασθενών με τύπου 1 νόσο του Gaucher, νόσο Fabry, ασθενείς μολυσμένους με HIV, και σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά με νόσο Niemann-Pick τύπου C ή νόσο του Gaucher τύπου 3. Η κινητική της μιγλουστάτης παρουσιάζεται γραμμική ως προς τη δόση και μη χρονοεξαρτώμενη. Στα υγιή άτομα η μιγλουστάτη απορροφάται ταχέως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2 ώρες περίπου μετά από τη δόση. Δεν έχει καθοριστεί η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η ταυτόχρονη χορήγηση τροφής μειώνει το ποσοστό απορρόφησης (το Cmax μειώθηκε κατά 36% και το tmax καθυστέρησε κατά 2 ώρες), αλλά δεν έχει στατιστικώς σημαντικές επιδράσεις στο βαθμό απορρόφησης της μιγλουστάτης (η AUC μειώθηκε κατά 14%). Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της μιγλουστάτης είναι 83 l. Η μιγλουστάτη δε δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. H μιγλουστάτη απομακρύνεται κυρίως με νεφρική απέκκριση, με το από τα ούρα ανακτώμενο αναλλοίωτο φαρμάκου να αποτελεί το 70-80% της δόσης. Η φαινόμενη από στόματος κάθαρση (CL/F) είναι 230 ± 39 ml/λεπτό. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 6-7 ώρες. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 100 mg 14C-μιγλουστάτη σε υγιείς εθελοντές, 83% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 12% στα κόπρανα. Αρκετοί μεταβολίτες εντοπίστηκαν στα ούρα και τα κόπρανα. Ο ευρισκόμενος σε μεγαλύτερη ποσότητα μεταβολίτης στα ούρα ήταν το γλυκουρονίδιο της μιγλουστάτης που αποτελεί το 5% της δόσης. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας στο πλάσμα ήταν 150 h υποδηλώνοντας την παρουσία ενός ή περισσοτέρων μεταβολιτών με πολύ μεγάλο χρόνο ημιζωής. Ο μεταβολίτης στον οποίο αποδίδεται αυτό δεν έχει προσδιοριστεί, όμως αυτός μπορεί να συσσωρεύεται και να φτάνει σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν αυτές της σταθεροποιημένης κατάστασης της μιγλουστάτης. Η φαρμακοκινητική της μιγλουστάτης είναι παρόμοια σε ενήλικες ασθενείς με νόσο του Gaucher τύπου 1 και σε ασθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου C συγκρινόμενη με αυτή των υγιών ατόμων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Φαρμακοκινητικά δεδομένα ελήφθησαν από παιδιατρικούς ασθενείς με νόσο του Gaucher τύπου 3 ηλικίας 3 έως 15 ετών, και από ασθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου C ηλικίας 5-16 ετών. Δοσολογία σε παιδιά 200 mg τρεις φορές ημερησίως προσαρμοσμένη με βάση την επιφάνεια σώματος επέφερε τιμές Cmax και AUCc που ήταν περίπου διπλάσιες αυτών που επιτεύχθηκαν μετά από 100 mg τρεις φορές ημερησίως σε ασθενείς με τύπου 1 νόσο του Gaucher, γεγονός που συμφωνεί με την γραμμική ως προς τη δόση φαρμακοκινητική της μιγλουστάτης. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η συγκέντρωση της μιγλουστάτης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό 6 ασθενών με νόσο του Gaucher τύπου 3 ήταν 31,4-67,2% της συγκέντρωσης του πλάσματος. Περιορισμένα δεδομένα, σε ασθενείς με τη νόσο του Fabry και με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας έδειξαν ότι η CL/F μειώνεται με τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Ενώ ο αριθμός των ατόμων με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας και μέτριας σοβαρότητας ήταν πολύ μικρός, τα δεδομένα υποδεικνύουν μία κατά προσέγγιση μείωση του CL/F της τάξης του 40% και του 60% αντίστοιχα, στην ήπια και μέτριας σοβαρότητας νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία). Τα δεδομένα στη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία περιορίζονται σε δύο ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 18 - 29 ml/min και δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα κάτω από αυτό το εύρος. Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν μία μείωση της CL/F κατά 70% τουλάχιστον σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση το εύρος των διαθέσιμων δεδομένων, δε σημειώθηκε καμία σημαντική σχέση ή τάση μεταξύ των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της μιγλουστάτης και των δημογραφικών μεταβλητών (ηλικία, δείκτης σωματικής μάζας, γένος ή φυλή). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ή στους ηλικιωμένους (> 70 ετών).
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Νόσος Gaucher τύπου 1 |
| — | Νόσος Niemann-Pick τύπου C | ||
| Βιταμίνη B12 | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | Νόσος Gaucher τύπου 1 |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νευρολογική αξιολόγηση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Αρχική και επαναληπτική | — |
| Ανάπτυξη | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Παιδιατρικοί ασθενείς και έφηβοι |
| Αξιολόγηση οφέλους θεραπείας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Τακτικά (π.χ. κάθε 6 μήνες) | Νόσος Niemann-Pick τύπου C |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Miglustat (εμπορική ονομασία: Zavesca) είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της νόσου Gaucher.
Αναστέλλει το ένζυμο γλυκοζυλοκεραμίδη συνθάση, ένα απαραίτητο ένζυμο για τη σύνθεση των περισσότερων γλυκοσφιγγολιπιδίων.
Χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε θεραπεία υποκατάστασης με ένζυμα (ERT) με ιμιγλουκεράση.
Το Miglustat είναι η πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη θεραπεία για ασθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου C (NP-C), εγκεκριμένο πρόσφατα για τη θεραπεία προοδευτικών νευρολογικών συμπτωμάτων σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Βραζιλία και τη Νότια Κορέα.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με ήπια έως μέτρια νόσο Gaucher τύπου 1 (μη νευροπαθητική) για τους οποίους η θεραπεία υποκατάστασης με ένζυμα δεν αποτελεί θεραπευτική επιλογή (π.χ. λόγω περιορισμών όπως αλλεργία, υπερευαισθησία ή κακή φλεβική πρόσβαση).
Τώρα εγκρίνεται σε ορισμένες χώρες για τη θεραπεία προοδευτικών νευρολογικών συμπτωμάτων σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με νόσο Niemann-Pick τύπου C (NP-C).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Το Miglustat, ένα N-αλκυλιωμένο ιμινοσάκχαρο, είναι ένα συνθετικό ανάλογο της D-γλυκόζης. Το Miglustat είναι αναστολέας του ενζύμου γλυκοζυλοκεραμίδη συνθάση, το οποίο είναι ένα ένζυμο γλυκοζυλοτρανσφεράσης υπεύθυνο για την καταλυτική δράση στη δημιουργία γλυκοζυλοκεραμίδης (γλυκερεβροζίτης).
Η γλυκοζυλοκεραμίδη είναι ένα υπόστρωμα για την ενδογενή γλυκερεβροζιδάση, ένα ένζυμο που παρουσιάζει έλλειψη στη νόσο Gaucher. Η συσσώρευση γλυκοζυλοκεραμίδης λόγω της απουσίας γλυκερεβροζιδάσης οδηγεί στην αποθήκευση αυτής της ουσίας στους λυσοσώμους των ιστικών μακροφάγων, προκαλώντας εκτεταμένη παθολογία λόγω διήθησης μακροφάγων εμποτισμένων με λίπος στα σπλάχνα, τους λεμφαδένες και τον μυελό των οστών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα δευτερογενείς αιματολογικές επιπλοκές, όπως σοβαρή αναιμία και θρομβοπενία, εκτός από την χαρακτηριστική προοδευτική ηπατοσπληνομεγαλία, καθώς και οστικές επιπλοκές, όπως οστεονέκρωση και οστεοπενία με δευτεροπαθή παθολογικά κατάγματα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Το Miglustat λειτουργεί ως ανταγωνιστικός και αναστρέψιμος αναστολέας του ενζύμου γλυκοζυλοκεραμίδη συνθάση, του αρχικού ενζύμου σε μια σειρά αντιδράσεων που οδηγούν στη σύνθεση των περισσότερων γλυκοσφιγγολιπιδίων.
Ο στόχος της θεραπείας με miglustat είναι η μείωση του ρυθμού της βιοσύνθεσης γλυκοσφιγγολιπιδίων, έτσι ώστε η ποσότητα του υποστρώματος γλυκοσφιγγολιπιδίων να μειωθεί σε ένα επίπεδο που επιτρέπει στην υπολειπόμενη δραστηριότητα του ελλιπούς ενζύμου γλυκερεβροζιδάσης να είναι πιο αποτελεσματική (θεραπεία με μείωση υποστρώματος), μειώνοντας τη συσσώρευση γλυκερεβροζίτης στους μακροφάγους.
Μελέτες in vitro και in vivo έχουν δείξει ότι το miglustat μπορεί να μειώσει τη σύνθεση γλυκοσφιγγολιπιδίων με βάση τη γλυκοζυλοκεραμίδη.
Σε κλινικές δοκιμές, το miglustat βελτίωσε τον όγκο του ήπατος και του σπλήνα, καθώς και τη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και την αιμοπεταλιακή τιμή.
Η αναστολή της σύνθεσης γλυκοσφιγγολιπιδίων έχει επίσης δείξει ότι μειώνει την ενδοκυτταρική αποθήκευση λιπιδίων, βελτιώνει την ενδοσωμική πρόσληψη φάσης ρευστού και ομαλοποιεί τη μεταφορά λιπιδίων στα περιφερικά B-λεμφοκύτταρα ασθενών NP-C, με αποτέλεσμα τη μείωση της δυνητικά νευροτοξικής συσσώρευσης γαγγλιοσιδίων GM2 και GM3, λακτοζυλοκεραμίδης και γλυκοζυλοκεραμίδης, πιθανώς αποτρέποντας περαιτέρω νευρική βλάβη.
Άλλες μελέτες έχουν επίσης υποδείξει ότι το miglustat μπορεί να τροποποιεί έμμεσα την ενδοκυτταρική ομοιόσταση του ασβεστίου μέσω των επιδράσεών του στα επίπεδα γλυκοζυλοκεραμίδης, και στοιχεία έχουν δείξει ότι ένας εκκινητικός παράγοντας στην παθογένεση της NP-C μπορεί να είναι η διαταραγμένη ομοιόσταση του ασβεστίου που σχετίζεται με την αποθήκευση σφιγγοσίνης.
Επομένως, η επίδραση που ασκεί το miglustat στα ενδοκυτταρικά επίπεδα ασβεστίου μπορεί να επηρεάσει έναν σημαντικό υποκείμενο παθογενετικό μηχανισμό της NP-C.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Το Miglustat έχει χορηγηθεί σε δόσεις έως 3000 mg/ημέρα (περίπου 10 φορές η συνιστώμενη αρχική δόση που χορηγείται σε ασθενείς με Gaucher) για έως και έξι μήνες σε ασθενείς θετικούς στον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις μελέτες HIV περιελάμβαναν γερμανοκυτταροπενία, ζάλη και παραισθησία.
Λευκοπενία και ουδετεροπενία έχουν επίσης παρατηρηθεί σε παρόμοια ομάδα ασθενών που λάμβαναν 800 mg/ημέρα ή παραπάνω.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μιγλουστατίνη, μια N-αλκυλιωμένη ιμινο-σακχαρίτης, είναι ένα συνθετικό ανάλογο της D-γλυκόζης. Η μιγλουστατίνη είναι αναστολέας του ενζύμου γλυκοζυλκεραμιδάση, το οποίο είναι ένα ένζυμο γλυκοζυλτρανσφεράσης υπεύθυνο για την κατάλυση του σχηματισμού της γλυκοζυλκεραμίδης (γλυκερεβρωσίδης).
Η γλυκερεβρωσίδη είναι ένα υπόστρωμα για την ενδογενή γλυκερεβρωσιδάση, ένα ένζυμο που είναι ελλιπές στη νόσο Gaucher. Η συσσώρευση της γλυκερεβρωσίδης λόγω της απουσίας της γλυκερεβρωσιδάσης οδηγεί στην αποθήκευση αυτής της ουσίας στα λυσοσώματα των κυττάρων του ιστού, οδηγώντας σε εκτεταμένη παθολογία λόγω διήθησης μακροφάγων εμποτισμένων με λίπος στα σπλάχνα, τους λεμφαδένες και τον μυελό των οστών. Αυτό οδηγεί σε δευτερογενείς αιματολογικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης σοβαρής αναιμίας και θρομβοπενίας, εκτός από την χαρακτηριστική προοδευτική ηπατοσπληνομεγαλία, καθώς και σκελετικές επιπλοκές, όπως οστεονέκρωση και οστεοπενία με δευτερογενή παθολογικά κατάγματα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η μιγλουστατίνη λειτουργεί ως ανταγωνιστικός και αναστρέψιμος αναστολέας του ενζύμου γλυκοζυλκεραμιδάση, του αρχικού ενζύμου σε μια σειρά αντιδράσεων που οδηγούν στη σύνθεση των περισσότερων γλυκοσφιγγολιπιδίων.
Ο στόχος της θεραπείας με μιγλουστατίνη είναι η μείωση του ρυθμού βιοσύνθεσης των γλυκοσφιγγολιπιδίων, έτσι ώστε η ποσότητα του υποστρώματος γλυκοσφιγγολιπιδίων να μειωθεί σε ένα επίπεδο που επιτρέπει στην υπολειμματική δραστηριότητα του ελλιπούς ενζύμου γλυκερεβρωσιδάσης να είναι πιο αποτελεσματική (θεραπεία μείωσης υποστρώματος), μειώνοντας τη συσσώρευση γλυκερεβρωσίδης στα μακροφάγα.
Μελέτες in vitro και in vivo έχουν δείξει ότι η μιγλουστατίνη μπορεί να μειώσει τη σύνθεση γλυκοσφιγγολιπιδίων με βάση τη γλυκοζυλκεραμίδη. Σε κλινικές δοκιμές, η μιγλουστατίνη βελτίωσε τον όγκο του ήπατος και του σπλήνα, καθώς και τη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και τον αριθμό αιμοπεταλίων.
Η αναστολή της σύνθεσης των γλυκοσφιγγολιπιδίων έχει επίσης δείξει ότι μειώνει την ενδοκυττάρια αποθήκευση λιπιδίων, βελτιώνει την ενδοκυτταρική πρόσληψη μέσω ρευστής φάσης και ομαλοποιεί τη μεταφορά λιπιδίων στα περιφερικά Β-λεμφοκύτταρα ασθενών με NP-C, γεγονός που οδηγεί σε μείωση της δυνητικά νευροτοξικής συσσώρευσης γαγγλιοσιδών GM2 και GM3, λακτυλοκεραμίδης και γλυκοζυλκεραμίδης, πιθανώς αποτρέποντας περαιτέρω νευρική βλάβη.
Άλλες μελέτες έχουν επίσης προτείνει ότι η μιγλουστατίνη μπορεί να τροποποιεί έμμεσα την ενδοκυττάρια ομοιόσταση του ασβεστίου μέσω των επιδράσεών της στα επίπεδα γλυκοζυλκεραμίδης, και υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι ένας εκκινητικός παράγοντας στην παθογένεια της NP-C μπορεί να είναι η διαταραγμένη ομοιόσταση του ασβεστίου που σχετίζεται με την αποθήκευση σφιγγοσίνης. Ως εκ τούτου, η επίδραση που ασκεί η μιγλουστατίνη στα ενδοκυττάρια επίπεδα ασβεστίου μπορεί να επηρεάσει έναν σημαντικό υποκείμενο παθογενετικό μηχανισμό της NP-C.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι 97%.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η μιγλουστατίνη δεν συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η μιγλουστατίνη μεταβολίζεται σε ανθρώπους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής της μιγλουστατίνης είναι περίπου 6 έως 7 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη δραστηριότητα των ΓΛΥΚΟΣΙΔΙΚΩΝ ΥΔΡΟΛΑΣΩΝ όπως οι ΑΛΦΑ-ΑΜΥΛΑΣΕΣ και οι ΑΛΦΑ-ΓΛΟΥΚΟΣΙΔΑΣΕΣ.
- Ουσίες ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
- ADN3S497AZ
- MIGLUSTAT
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Γλυκοζυλκεραμιδάσης
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Γλυκοζυλκεραμιδάσης
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Σταθεροποιητής Ενζύμου
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Σταθεροποιητές Ενζύμου
MIGLUSTAT
Σταθεροποιητές Ενζύμου [MoA]; Σταθεροποιητής Ενζύμου [EPC]; Αναστολέας Γλυκοζυλκεραμιδάσης [EPC]; Αναστολείς Γλυκοζυλκεραμιδάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη δραστηριότητα των ΓΛΥΚΟΣΙΔΙΚΩΝ ΥΔΡΟΛΑΣΩΝ όπως οι ΑΛΦΑ-ΑΜΥΛΑΣΕΣ και οι ΑΛΦΑ-ΓΛΟΥΚΟΣΙΔΑΣΕΣ.
- Ουσίες ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.