OLOPATADINE
Ολοπαταδίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμικά, αποσυμφορητικά και αντιαλλεργικά, άλλα αντιαλλεργικά Κωδικός ATC: S01GX09 ### Μηχανισμός δράσης Η **ολοπαταδίνη** είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός αντιαλλεργικός/αντιϊσταμινικός παράγοντας που επιδρά με πολλαπλούς διακριτούς μηχανισμούς …
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
H10 Επιπεφυκίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εποχιακή αλλεργική επιπεφυκίτιδα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ALOPATAN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Χορήγηση: Δύο φορές ημερησίως (με χρονική απόσταση 8 ωρών)
- Δόση έναρξης: μία σταγόνα σε κάθε οφθαλμό δύο φορές ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόσημία σταγόνα σε κάθε οφθαλμό δύο φορές ημερησίωςμε χρονική απόσταση 8 ωρών, για διάστημα έως και τεσσάρων μηνών
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ρύθμιση του δοσολογικού σχήματος
-
ΠαιδιάΗλικίας 3 ετών και άνω, με δοσολογικό σχήμα ίδιο με αυτό των ενηλίκων. Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά κάτω των 3 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν αναμένεται να είναι απαραίτητη η ρύθμιση του δοσολογικού σχήματος
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν αναμένεται να είναι απαραίτητη η ρύθμιση του δοσολογικού σχήματος
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συστηματική απορρόφηση / Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΔιακόψτε τη χρήση της θεραπείας
-
Χλωριούχο βενζαλκόνιοΠληθυσμόςΑσθενείς με ξηροφθαλμία και ασθενείς στους οποίους ο κερατοειδής μπορεί να έχει βλάβηΧρησιμοποιήστε με προσοχή
-
Χλωριούχο βενζαλκόνιο (κερατοειδοπάθεια)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ξηροφθαλμία ή σε καταστάσεις όπου ο κερατοειδής δεν είναι ακέραιοςΑπαιτείται στενή παρακολούθηση επί συχνής ή παρατεταμένης χρήσης
-
Ρυθμιστικό διάλυμα φωσφορικώνΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή βλάβη στον κερατοειδή χιτώναΤα φωσφορικά άλατα μπορεί να προκαλέσουν θολές κηλίδες στον κερατοειδή λόγω συσσώρευσης ασβεστίου
-
Φακοί επαφήςΠληθυσμόςΧρήστες φακών επαφήςΝα βγάζουν τους φακούς επαφής πριν την ενστάλαξη και να περιμένουν τουλάχιστον 15 λεπτά μετά την ενστάλαξη πριν ξαναφορέσουν
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινίτιδα
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Δύσπνοια
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Υπερευαισθησία
- Οίδημα προσώπου
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Αίσθηση καύσου στο δέρμα
- Ξηροδερμία
- Δερματίτιδα
- Ερύθημα
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Ζάλη
- Υποαισθησία
- Υπνηλία
- Πόνος οφθαλμού
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Ξηροφθαλμία
- Μη φυσιολογικό αίσθημα στους οφθαλμούς
- Διάβρωση κερατοειδούς
- Έλλειμμα επιθηλίου κερατοειδούς
- Διαταραχή επιθηλίου κερατοειδούς
- Στικτή κερατίτιδα
- Κερατίτιδα
- Χρώση κερατοειδούς
- Οφθαλμικό έκκριμα
- Φωτοφοβία
- Θαμπή όραση
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Δυσφορία οφθαλμού
- Κνησμός οφθαλμού
- Θυλάκια επιπεφυκότα
- Διαταραχή επιπεφυκότα
- Αίσθηση ξένου σώματος στους οφθαλμούς
- Αυξημένη δακρύρροια
- Ερύθημα βλεφάρου
- Οίδημα βλεφάρου
- Διαταραχή βλεφάρου
- Υπεραιμία οφθαλμού
- Οίδημα κερατοειδούς
- Οίδημα οφθαλμού
- Διόγκωση οφθαλμού
- Επιπεφυκίτιδα
- Μυδρίαση
- Οπτική διαταραχή
- Εφελκίδα χείλους βλεφάρου
- βρεφαρόσπασμος
- ασβεστοποίηση του κερατοειδούς
- Ναυτία
- Έμετος
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικό αίσθημα στους οφθαλμούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΈλλειμμα επιθηλίου κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση καύσου στο δέρμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑίσθηση ξένου σώματος στους οφθαλμούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάβρωση κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή επιθηλίου κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσφορία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημα βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘυλάκια επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟφθαλμικό έκκριμαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπεραιμία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥποαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΧρώση κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςβρεφαρόσπασμοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςασβεστοποίηση του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιόγκωση οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕφελκίδα χείλους βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟίδημα οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαραρρινοκολπίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με χρήση του Ολοπαταδίνη σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα μετά από συστηματική χορήγηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΤα διαθέσιμα δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της ολοπαταδίνης στο γάλα μετά από χορήγηση από το στόμα (για λεπτομέρειες βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες που να αξιολογούν την επίδραση της χορήγησης του Ολοπαταδίνη στην ανθρώπινη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμικά, αποσυμφορητικά και αντιαλλεργικά, άλλα αντιαλλεργικά Κωδικός ATC: S01GX09
Μηχανισμός δράσης
Η ολοπαταδίνη είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός αντιαλλεργικός/αντιϊσταμινικός παράγοντας που επιδρά με πολλαπλούς διακριτούς μηχανισμούς δράσης. Ανταγωνίζεται την ισταμίνη (τον κύριο μεσάζοντα της αλλεργικής απόκρισης στον άνθρωπο) και προλαμβάνει την προκαλούμενη από την ισταμίνη παραγωγή φλεγμονωδών κυτοκινών από ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα επιπεφυκότα. Στοιχεία από in-vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι μπορεί να δρα άμεσα σε ανθρώπινα μαστοκύτταρα επιπεφυκότα και να αναστέλλει την απελευθέρωση προ-φλεγμονωδών μεσαζόντων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ασθενείς με ανοιχτούς ρινοδακρυϊκούς πόρους, υπάρχουν ενδείξεις ότι η τοπική οφθαλμική χορήγηση του οφθαλμικού διαλύματος ολοπαταδίνη ελαττώνει τα ρινικά σημεία και συμπτώματα τα οποία συχνά συνοδεύουν την εποχιακή αλλεργική επιπεφυκίτιδα. Δεν προκαλεί κάποια κλινικά σημαντική αλλαγή στη διάμετρο της κόρης.
Απορρόφηση
Η ολοπαταδίνη απορροφάται συστηματικά, όπως και άλλα τοπικώς χορηγούμενα φάρμακα. Ωστόσο, η συστηματική απορρόφηση της τοπικώς χορηγούμενης ολοπαταδίνης είναι ελάχιστη με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα να κυμαίνονται από επίπεδα κάτω του ορίου ανίχνευσης της μεθόδου ποσοτικού προσδιορισμού (<0,5 ng/ml) έως 1,3 ng/ml. Οι συγκεντρώσεις αυτές είναι 50 έως 200 φορές χαμηλότερες από αυτές που ανιχνεύονται μετά από καλώς ανεκτές δόσεις από του στόματος.
Αποβολή
Από φαρμακοκινητικές μελέτες με χορήγηση από του στόματος, προέκυψε ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής της ολοπαταδίνης στο πλάσμα είναι κατά προσέγγιση οκτώ έως 12 ώρες, και η απομάκρυνση γίνεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης. Περίπου το 60 - 70% της δόσης ανιχνεύθηκε στα ούρα ως δραστική ουσία. Επίσης στα ούρα ανιχνεύθηκαν σε χαμηλές συγκεντρώσεις δύο μεταβολίτες, ο mono-desmethyl και ο N-oxide.
Εφόσον η ολοπαταδίνη απεκκρίνεται στα ούρα κυρίως ως αμετάβλητο δραστικό συστατικό, η νεφρική δυσλειτουργία μεταβάλει τη φαρμακοκινητική της ολοπαταδίνης με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 2,3 φορές μεγαλύτερες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (μέση κάθαρση κρεατινίνης 13,0 ml/λεπτό) συγκριτικά με υγιείς ενήλικες. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης 10 mg σε ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (χωρίς αποβολή ούρων), οι συγκεντρώσεις της ολοπαταδίνης στο πλάσμα ήταν σημαντικά χαμηλότερες κατά την ημέρα της αιμοδιύλισης σε σχέση με την ημέρα που δεν υποβάλλονταν σε αιμοδιύλιση, γεγονός που δείχνει ότι η ολοπαταδίνη μπορεί να απομακρυνθεί δια της αιμοδιύλισης.
Μελέτες που συνέκριναν τη φαρμακοκινητική της από του στόματος χορηγουμένης ολοπαταδίνης σε δόσεις 10 mg σε νέους (μέση ηλικία 21 έτη) και σε ηλικιωμένους (μέση ηλικία 74 έτη) δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές ως προς τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα (AUC), τη δέσμευση με τις πρωτεΐνες ή την δια των ούρων αποβολή του αμετάβλητου μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών.
Έχει γίνει μια μελέτη νεφρικής δυσλειτουργίας μετά από χορήγηση της ολοπαταδίνης από του στόματος, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι με το οφθαλμικό διάλυμα ολοπαταδίνης μπορεί να αναμένεται κάπως υψηλότερη συγκέντρωση στο πλάσμα, σε αυτόν τον πληθυσμό. Εφόσον οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από τοπική οφθαλμική χορήγηση ολοπαταδίνης είναι 50 έως 200 φορές χαμηλότερες από αυτές που παρατηρούνται μετά από καλώς ανεκτές από του στόματος δόσεις, δεν αναμένεται να χρειαστεί ρύθμιση της δόσης στους ηλικιωμένους ή στους έχοντες νεφρική δυσλειτουργία. Ο ηπατικός μεταβολισμός, ως οδός απομάκρυνσης, είναι μικρής σημασίας. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να χρειαστεί ρύθμιση της δόσης.
Απορρόφηση Η ολοπαταδίνη απορροφάται συστηματικά, όπως και άλλα τοπικώς χορηγούμενα φάρμακα. Ωστόσο, η συστηματική απορρόφηση της τοπικώς χορηγούμενης ολοπαταδίνης είναι ελάχιστη με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα να κυμαίνονται από επίπεδα κάτω του…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κατάσταση κερατοειδούς | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Στενή παρακολούθηση επί συχνής ή παρατεταμένης χρήσης | Ξηροφθαλμία ή μη ακέραιος κερατοειδής |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Οι φλεγμονώδεις αντιδράσεις σε διάφορα ερεθίσματα διαμεσολαβούνται από ενδογενείς μεσολαβητές και άλλους προ-φλεγμονώδεις παράγοντες. Η ενεργοποίηση των υποδοχέων ισταμίνης και η απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα είναι οι πρωταρχικοί μηχανισμοί που προκαλούν φλεγμονώδεις αντιδράσεις όπως οφθαλμικός κνησμός, υπεραιμία, χημώση, οίδημα βλεφάρων και δακρύρροια εποχικής αλλεργικής επιπεφυκίτιδας. Η οπαταδίνη είναι ένα αντι-αλλεργικό μόριο και σταθεροποιητής μαστοκυττάρων που αναστέλλει την in vivo αντίδραση υπερευαισθησίας τύπου 1 άμεσου τύπου. Αναστέλλοντας τις επιδράσεις της ισταμίνης, η οπαταδίνη μειώνει τα συμπτώματα των αλλεργιών και της φλεγμονής σε διάφορες θέσεις χορήγησης, συμπεριλαμβανομένων των οφθαλμών και της μύτης. Έχει αποδειχθεί ότι ασκεί αντιισταμινικές δράσεις σε απομονωμένους ιστούς, ζωικά μοντέλα και ανθρώπους. Η οπαταδίνη έδειξε επίσης δοσοεξαρτώμενη αναστολή της ανοσολογικά διεγερμένης απελευθέρωσης ισταμίνης από κυτταρικές σειρές ραβδομυελώματος αρουραίου και ανθρώπινα μαστοκύτταρα επιπεφυκότα in vitro. Η οπαταδίνη έχει σχετικά ταχεία έναρξη δράσης και παρατεταμένη διάρκεια, με αντιισταμινικές δράσεις που παρατηρήθηκαν από 5 λεπτά έως 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Ενώ η οπαταδίνη είναι ένας μη-κατασταλτικός αντιισταμινικός παράγοντας, αναφέρθηκαν περιπτώσεις υπνηλίας σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν ρινική οπαταδίνη κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών. Παροδική θόλωση όρασης ή άλλες οπτικές διαταραχές παρατηρήθηκαν μετά από οφθαλμική χορήγηση. Η οπαταδίνη έχει αμελητέες επιδράσεις στους α-αδρενεργικούς, ντοπαμινεργικούς, μουσκαρινικούς τύπου 1 και 2, και σεροτονινεργικούς υποδοχείς. Σε κλινικές δοκιμές, δεν παρατηρήθηκε καμία απόδειξη επίδρασης της οπαταδίνης στην παράταση του QT μετά από ενδορρινική χορήγηση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ισταμίνη είναι μια βιογενής αγγειοδραστική αμίνη που συνδέεται με τους υποδοχείς της, οι οποίοι είναι υποδοχείς συζευγμένοι με πρωτεΐνη G. Η σηματοδότηση μέσω του υποδοχέα ισταμίνης Η1 θεωρείται ότι προάγει κυρίως την ενεργοποίηση φλεγμονωδών αντιδράσεων, όπως αλλεργίες, άσθμα και αυτοάνοσα νοσήματα. Η σηματοδότηση του υποδοχέα Η1 ενεργοποιεί ενδοκυτταρικούς παράγοντες μεταγραφής, όπως IP3, PLC, PKC, DAG και ενδοκυτταρικά ιόντα ασβεστίου, οι οποίοι όλοι λειτουργούν για την ενεργοποίηση περαιτέρω καταρράκτων κατάντη. Οι ενεργοποιημένοι καταρράκτες κατάντη οδηγούν στην παραγωγή κυτοκινών, την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών από μαστοκύτταρα, τη σύνθεση προσταγlandiων, την ενεργοποίηση του αιμοπεταλιακού παράγοντα, καθώς και τη σύνθεση μονοξειδίου του αζώτου, αραχιδονικού οξέος και θρομβοξάνης, τα οποία συμβάλλουν στις φλεγμονώδεις αντιδράσεις.
Η οπαταδίνη είναι ένα αντι-αλλεργικό μόριο που δρα μέσω πολλαπλών μηχανισμών. Ως σταθεροποιητής μαστοκυττάρων, σταθεροποιεί βασιόφιλα τρωκτικών και ανθρώπινα μαστοκύτταρα επιπεφυκότα και αναστέλλει την ανοσολογικά διεγερμένη απελευθέρωση ισταμίνης. Η οπαταδίνη δρα ως ανταγωνιστής στους υποδοχείς ισταμίνης Η1 με υψηλή εκλεκτικότητα, η οποία εξηγείται από μια μοναδική θύλακα δέσμευσης του υποδοχέα που αποτελείται από το υπόλειμμα ασπαρτικού στην τρίτη διαμεμβρανική έλικα και άλλες θέσεις στον υποδοχέα Η1. Κατά τη δέσμευση, η οπαταδίνη αναστέλλει την οδό σηματοδότησης του υποδοχέα Η1, αναστέλλοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών, όπως τρυπτάση, προσταγλανδίνη D2, TNF-άλφα, καθώς και προ-φλεγμονώδεις κυτοκίνες. Μειώνει επίσης τη χημειοταξία και αναστέλλει την ενεργοποίηση των ηωσινοφίλων. In vitro, η οπαταδίνη έδειξε ότι αναστέλλει το ενδοεπιθηλιακό κυτταρικό μόριο προσκόλλησης-1 (ICAM-1), το οποίο προάγει την πρόσληψη μεταναστευτικών προ-φλεγμονωδών μεσολαβητών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η οφθαλμική χορήγηση οπαταδίνης σε υγιή άτομα είχε ως αποτέλεσμα Cmax 1,6 ± 0,9 ng/mL, η οποία επιτεύχθηκε μετά από περίπου 2,0 ώρες. Η AUC ήταν 9,7 ± 4,4 ngxh/mL.
Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ενδορρινικής οπαταδίνης είναι περίπου 57%. Μετά από ενδορρινική χορήγηση σε υγιή άτομα, η Cmax 6,0 ± 8,99 ng/mL σε κατάσταση ισορροπίας επιτεύχθηκε μεταξύ 30 λεπτών έως 1 ώρας μετά από διπλή ημερήσια ενδορρινική χορήγηση. Η μέση AUC ήταν 66,0 ± 26,8 ng·h/mL. Σε ασθενείς με εποχική αλλεργική ρινίτιδα, η Cmax 23,3 ± 6,2 ng/mL σε κατάσταση ισορροπίας επιτεύχθηκε μεταξύ 15 λεπτών και 2 ωρών μετά τη δόση και η μέση AUC ήταν 78,0 ± 13,9 ng·h/mL.
Η οπαταδίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το 70% και το 17% της συνολικής δόσης ανακτήθηκε στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα.
Σε μια μελέτη ανοικτού τύπου που περιλάμβανε υγιή Κινέζους εθελοντές που έλαβαν οπαταδίνη από του στόματος, ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής ήταν 133,83 L.
Σε μια μελέτη ανοικτού τύπου που περιλάμβανε υγιή Κινέζους εθελοντές που έλαβαν οπαταδίνη από του στόματος, η μέση φαινομενική κάθαρση από το στόμα (CL/F) ήταν 23,45 L/h.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Περίπου 55% της ολικής οπαταδίνης δεσμεύεται σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου ορού, με την αλβουμίνη ορού να είναι η κύρια πρωτεΐνη δέσμευσης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η οπαταδίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό κατά μη εκτεταμένο τρόπο. Βάσει φαρμακοκινητικών μελετών από του στόματος, υπάρχουν τουλάχιστον 6 κυκλοφορούντες μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα. Μετά από τοπική οφθαλμική εφαρμογή οπαταδίνης, σχηματίζεται οξείδιο ν-οπαταδίνης μέσω μεταβολισμού που καταλύεται από φλαβινο-περιέχουσες μονοοξυγενάσες (FMO) 1 και 3 και ανιχνεύθηκε στο πλάσμα μετά από 4 ώρες από τη δόση σε λιγότερο από 10% του συνολικού πλάσματος στο ήμισυ των ασθενών. Η μονο-δεσμεθυλ-οπαταδίνη, ή ν-δεσμεθυλ-οπαταδίνη, σχηματίζεται από CYP3A4 και μπορεί να ανιχνευθεί σε ελάχιστα επίπεδα.
Η οπαταδίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την ν-μονοδεσμεθυλ-οπαταδίνη.
Οι μεταβολίτες μονο-δεσμεθυλ και ν-οξείδιο έχουν ανιχνευθεί σε χαμηλές συγκεντρώσεις στα ούρα.
Οδός Απέκκρισης: Η απέκκριση γινόταν κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά από οφθαλμική χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της οπαταδίνης ήταν 3,4 ± 1,2 ώρες. Σε μελέτη φαρμακοκινητικής από του στόματος, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής αναφέρθηκε να είναι 8 έως 12 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγlandiων μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγlandiων. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγlandiων εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Οι περισσότεροι από αυτούς τους παράγοντες δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωθέντων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.475)
Μια κατηγορία μη-κατασταλτικών φαρμάκων που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΔΡΑΣΗ ΦΑΡΜΑΚΟΥ), αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη-κατασταλτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜАТОΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΑ και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
D27V6190PM
OLOPATADINE
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Απελευθέρωση Ισταμίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης Η1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Υποδοχέων Ισταμίνης-1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Σταθεροποιητής Μαστοκυττάρων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1
Η οπαταδίνη είναι Αναστολέας Υποδοχέων Ισταμίνης-1, και Σταθεροποιητής Μαστοκυττάρων, και Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1. Ο μηχανισμός δράσης της οπαταδίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης Η1. Η φυσιολογική επίδραση της οπαταδίνης είναι μέσω Μειωμένης Απελευθέρωσης Ισταμίνης.
OLOPATADINE
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης Η1 [MoA]; Μειωμένη Απελευθέρωση Ισταμίνης [PE]; Σταθεροποιητής Μαστοκυττάρων [EPC]; Αναστολέας Υποδοχέων Ισταμίνης-1 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγlandiων μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγlandiων. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγlandiων εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Οι περισσότεροι από αυτούς τους παράγοντες δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωθέντων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.475)
Μια κατηγορία μη-κατασταλτικών φαρμάκων που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΔΡΑΣΗ ΦΑΡΜΑΚΟΥ), αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη-κατασταλτικά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜАТОΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΑ και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.