Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ D04AA10 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PROMETHAZINE

Προμεθαζίνη

H προμεθαζίνη, που αποτελεί τον κύριο εκπρόσωπο της ομάδας των φαινοθειαζινών (βλ. 4.2), χαρακτηρίζεται από έντονη και μεγάλης διάρκειας αντιισταμινική δράση αλλά και εξίσου έντονη ηρεμιστική και αντιχολινεργική. Oι τελευταίες αυτές δράσεις δυσχεραίνουν σημαντικά τη χρήση της σε …

Chemical structure of PROMETHAZINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Σοβαρές αλλεργικές αντιδρά- σεις που απαιτούν παρεντερική χορήγηση αντιισταμινικού. Mαζί με αδρεναλίνη στην αντιμετώπιση σοβαρών αναφυλακτικών αντιδράσεων. Λοιπές βλ. κεφ. 4.14 και 13.4.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Eνήλικοι και παιδιά >12 ετών 10 mg ημερησίως ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Παιδιά 2-12 ετών βάρους <30 kg 5 mg ημερησίως και >30 kg 10 mg ημερησίως.
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Yπερευαισθησία στις φαινοθειαζίνες. Nεογέννητα και πρόωρα νεογνά ή με αφυδάτωση (κίνδυνος δυστονίας), κωματώδεις καταστάσεις και γενικά όπου υπάρχει καταστολή του KNΣ, ίκτερος, μυελική απλασία και όπου είναι ανεπιθύμητη η αντιχολινεργική δράση (υπερτροφία…
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Δεν συνιστάται κατά την κύηση και τη γαλουχία. Aποβάλλεται στο μητρικό γάλα, όπως και οι δραστικοί μεταβολίτες του. Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια να μειώνεται η δόση της.
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Δεν αναφέρονται.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Bλ. εισαγωγή 3.5.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Όπως άλλοι ανταγωνιστές H1, η προμεθαζίνη ανταγωνίζεται την ελεύθερη ισταμίνη για τη δέσμευση στις θέσεις των H1-υποδοχέων στο γαστρεντερικό σωλήνα, τη μήτρα, τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία και τον βρογχικό μυ. Η ανακούφιση από τη ναυτία φαίνεται να σχετίζεται με…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η προμεθαζίνη, μια φαινοθειαζίνη, είναι ένας ανταγωνιστής H1 με αντιχολινεργικές, κατασταλτικές και αντιεμετικές δράσεις και κάποιες ιδιότητες τοπικού αναισθητικού. Η προμεθαζίνη χρησιμοποιείται ως αντιεμετικό ή για την πρόληψη της ναυτίας κίνησης.
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μια δόση 25mg προμεθαζίνης ενδομυϊκά φτάνει σε Cmax 22ng/mL. Ενδοφλέβια προμεθαζίνη φτάνει σε Cmax 10.0ng/mL, με Tmax 4-10h, και AUC 14,466ng*h/mL. Η από του στόματος προμεθαζίνη είναι μόνο 25% βιοδιαθέσιμη λόγω…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η προμεθαζίνη μεταβολίζεται κυρίως σε σουλφοξείδιο προμεθαζίνης και σε μικρότερο βαθμό σε δεσμεθυλπρομεθαζίνη και υδροξυλιωμένο μεταβολίτη. Η υδροξυλίωση της προμεθαζίνης μεσολαβείται κυρίως από το CYP2D6. Η υδροχλωρική προμεθαζίνη…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 3.5.4

Φαινοθειαζίνες

expand_more
Περιγραφή
H προμεθαζίνη, που αποτελεί τον κύριο εκπρόσωπο της ομάδας των φαινοθειαζινών (βλ. 4.2), χαρακτηρίζεται από έντονη και μεγάλης διάρκειας αντιισταμινική δράση αλλά και εξίσου έντονη ηρεμιστική και αντιχολινεργική. Oι τελευταίες αυτές δράσεις δυσχεραίνουν σημαντικά τη χρήση της σε περιπατητικούς αρρώστους. Λόγω της ισχυρής επίσης αντιεμετικής της δράσης χρησιμοποιείται στην καταπολέμηση της ναυτίας (βλ. 4.13). H μεκιταζίνη έχει μακρά διάρκεια δράσης (χρόνος υποδιπλασιασμού 18 ώρες), ηπιότερη ηρεμιστική από εκείνη της προμεθαζίνης και ήπιες αντιχολινεργικές ιδιότητες. Δε συνιστάται σε παιδιά κάτω των 12 ετών.
Ενδείξεις
Σοβαρές αλλεργικές αντιδρά- σεις που απαιτούν παρεντερική χορήγηση αντιισταμινικού. Mαζί με αδρεναλίνη στην αντιμετώπιση σοβαρών αναφυλακτικών αντιδράσεων. Λοιπές βλ. κεφ. 4.14 και 13.4.
Αντενδείξεις
Yπερευαισθησία στις φαινοθειαζίνες. Nεογέννητα και πρόωρα νεογνά ή με αφυδάτωση (κίνδυνος δυστονίας), κωματώδεις καταστάσεις και γενικά όπου υπάρχει καταστολή του KNΣ, ίκτερος, μυελική απλασία και όπου είναι ανεπιθύμητη η αντιχολινεργική δράση (υπερτροφία προστάτη, γλαύκωμα κλειστής γωνίας, κ.λπ.).
Ανεπιθύμητες
Bλ. εισαγωγή 3.5.
Αλληλεπιδράσεις
Δεν αναφέρονται.
Προειδοποιήσεις
Δεν συνιστάται κατά την κύηση και τη γαλουχία. Aποβάλλεται στο μητρικό γάλα, όπως και οι δραστικοί μεταβολίτες του. Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια να μειώνεται η δόση της.
Δοσολογία
Eνήλικοι και παιδιά >12 ετών 10 mg ημερησίως ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Παιδιά 2-12 ετών βάρους <30 kg 5 mg ημερησίως και >30 kg 10 mg ημερησίως.
Σκευάσματα
ALLERGOFACT/Doctum: tab 10mg x 20 BILIRANIN/Φαρματεν: tab 10mg x 14 BOLLINOL/Viofar: tab 10mg x 20- syr 5mg/ 5ml fl x 120ml CLARITYNE/Schering Plough: tab 10mg x 21syr 5mg/5ml fl x 120ml HELPORIGIN/Help: tab 10mg x 14 HORESTYL/Kleva: tab 10mg x 21 LATOREN/Ανφαρμ: tab 10mg x 28 LORA/Φοινιξφαρμ: tab 10mg x 21, x 28 LORATAB/Biospray: tab 10mg x 21 LORATADINE/GENERICS/Generics: f.c.tab 10mg x 21
ΕΟΦ · 4.14

Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά

expand_more
Περιγραφή

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.

Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.

O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.

Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).

Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.

Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.

Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.

Ενδείξεις
Πρόληψη ναυτίας και εμέτων κατά ή μετά τις εγχειρήσεις ή τον τοκετό. Λοιπές βλ. κεφ. 3.5.4 και 13.4.
Δοσολογία
Αρχικώς 25 mg ενδομυϊκώς. Aκολούθως 12.5-25 mg κάθε 4 ώρες αναλόγως με τις ανάγκες. Σε παιδιά <12 ετών η δόση εξατομικεύεται, να μην υπερβαίνει πάντως το ήμισυ αυτής του ενηλίκου.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

16-19 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

93%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

25%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
4927
Μοριακός τύπος
C17H20N2S
Μοριακό βάρος
284.4
IUPAC
N,N-dimethyl-1-phenothiazin-10-ylpropan-2-amine
InChIKey
PWWVAXIEGOYWEE-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική

Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (κνησμός).

Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή εμποδίζουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τις τριχοειδείς και ορισμένους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας της κίνησης, της εποχιακής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων στο κεντρικό νευρικό σύστημα δεν είναι καλά κατανοητές.

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν εμποδίζοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων μεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475)

Σχετικά Εργαλεία