RANIBIZUMAB
Ρανιμπιζουμάμπη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA04 ### Μηχανισμός δράσης Το **ranibizumab** είναι ένα τμήμα ανασυνδυασμένου ανθρωποποιημένου μονοκλωνικού αντισώματος που δρα κατά του ανθρώπινου αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού …
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
H35 Άλλες διαταραχές του αμφιβληστροειδούς
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας · Επιθετική οπίσθια αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας · Νεοαγγειακή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας · Χοριοειδική νεοαγγείωση
-
H34 Απόφραξη αμφιβληστροειδικών αγγείων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς
-
E14 Μη καθορισμένος σακχαρώδης διαβήτης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκπτωση της όρασης λόγω οιδήματος της ωχράς κηλίδας διαβητικής αιτιολογίας · Παραγωγική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια
-
E11 Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οίδημα της ωχράς κηλίδας διαβητικής αιτιολογίας
-
H54 Τύφλωση και μειωμένη όραση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκπτωση της όρασης
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοϋαλώδης
- Χορήγηση: μηνιαία αρχικά, κατόπιν εξατομικευμένη βάσει δραστηριότητας νόσου
- Δόση έναρξης: 0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας θα μπορούν σταδιακά να παραταθούν έως ότου επανεμφανιστούν σημεία δραστηριότητας της νόσου. Τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας θα πρέπει να παρατείνονται κατά όχι περισσότερο από δύο εβδομάδες κάθε φορά για την AMD και μπορεί να παραταθούν έως ένα μήνα κάθε φορά για το DME. Για την PDR και την RVO τα μεσοδιαστήματα θεραπείας μπορούν επίσης να παραταθούν σταδιακά, εντούτοις δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς την διάρκεια των μεσοδιαστημάτων. Αν η δραστηριότητα της νόσου επανεμφανισθεί, τα μεσοδιαστήματα θα πρέπει να συντομευθούν ανάλογα.
-
ΕνήλικεςΔόση0,5 mg (0,05 ml)Μία ένεση ανά μήνα αρχικά, έως ότου επιτευχθεί μέγιστη οπτική οξύτητα ή/και δεν υπάρχουν σημεία δραστηριότητας της νόσου. Μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδες μεταξύ δόσεων. Για AMD, τα μεσοδιαστήματα παρατείνονται έως 2 εβδομάδες κάθε φορά. Για DME, έως 1 μήνα κάθε φορά. Για PDR και RVO, σταδιακή παράταση, αλλά με περιορισμένα δεδομένα. Σε υγρή AMD, DME, PDR, RVO, αρχικά μπορεί να χρειαστούν 3 ή περισσότερες διαδοχικές μηνιαίες ενέσεις. Σε CNV από PM, πολλοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν 1-2 ενέσεις τον πρώτο χρόνο.
-
Πρόωρα μωράΔόση0,2 mg (0,02 ml)Μέγ. δόσηέως 3 ενέσεις ανά μάτι εντός 6 μηνώνΘεραπεία ROP. Μία ένεση ανά μάτι, μπορεί να χορηγηθεί αμφοτερόπλευρα την ίδια ημέρα. Μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδες μεταξύ δόσεων.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται ειδική αντιμετώπιση.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης. Περιορισμένη εμπειρία σε ασθενείς >75 ετών με DME.
-
Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών) εκτός ROPΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεδομένα σε ασθενείς 12-17 ετών με CNV περιγράφονται, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις
-
Ενεργή σοβαρή ενδοφθάλμια φλεγμονή
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ιχνηλασιμότητα βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντωνΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την ενδοϋαλώδη ένεση (ενδοφθαλμίτιδα, ενδοφθάλμια φλεγμονή, ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, ρήξη αμφιβληστροειδούς, ιατρογενής τραυματικός καταρράκτης)ΠροσοχήΠρέπει να εφαρμόζονται κατάλληλες άσηπτες τεχνικές ένεσης. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά την ένεση. Οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν τυχόν συμπτώματα χωρίς καθυστέρηση.
-
Αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης (παροδικές και εμμένουσες)ΠροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικεςΠρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα η ενδοφθάλμια πίεση και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου. Οι ασθενείς να ενημερώνονται για συμπτώματα (οφθαλμικός πόνος, αυξημένη δυσφορία, ερυθρότητα, θολή όραση, μικρά σωματίδια, αυξημένη ευαισθησία στο φως) και να ενημερώνουν τον γιατρό.
-
Αμφοτερόπλευρη θεραπείαΠεριορισμένα δεδομένα δεν καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με την μονόπλευρη θεραπεία.
-
Ανοσογονικότητα και κίνδυνος υπερευαισθησίαςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με DMEΝα δίδονται οδηγίες στους ασθενείς να αναφέρουν αυξημένη σοβαρότητα ενδοφθάλμιας φλεγμονής.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση άλλου αντι-VEGFΑντένδειξηΤο Ρανιμπιζουμάμπη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν άλλους αντι-VEGF (συστηματικούς ή οφθαλμικούς).
-
Παράλειψη δόσης ΡανιμπιζουμάμπηΠληθυσμόςΕνήλικεςΗ δόση θα πρέπει να παραλείπεται και η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία σε περίπτωση μείωσης BCVA ≥30 γράμματα, ΕΟΠ ≥30 mmHg, ρήξης αμφιβληστροειδούς, υπαμφιβληστροειδικής αιμορραγίας που εμπλέκει το κέντρο του βοθρίου ή ≥50% της βλάβης, ή ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασης εντός 28 ημερών.
-
Ρήξη του μελαχρόου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μεγάλη ή/και υψηλή αποκόλληση μελαχρόου επιθηλίουΝα δίδεται προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ρήξη του μελαχρόου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς.
-
Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδαςΔιακοπή θεραπείαςΠληθυσμόςΕνήλικεςΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με ρηγματογενή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4.
-
Προειδοποιήσεις και προφυλάξειςΠληθυσμόςΠρόωρα μωρά με ROPΟι προειδοποιήσεις και οι προφυλάξεις για τους ενήλικες ισχύουν επίσης.
-
Πληθυσμοί με περιορισμένα δεδομέναΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με DME λόγω διαβήτη τύπου Ι, προηγούμενη ενδοϋαλώδης ένεση, ενεργείς συστηματικές λοιμώξεις, συνυπάρχουσες οφθαλμικές παθήσεις, HbA1c > 108 mmol/mol (12%), μη ελεγχόμενη υπέρταση, RVO με μη αναστρέψιμη ισχαιμική απώλεια οπτικής λειτουργίας, παθολογική μυωπία με ανεπιτυχή vPDT ή εξωβοθριακές βλάβες.Η έλλειψη δεδομένων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη από τον ιατρό.
-
Συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (μη-οφθαλμικές αιμορραγίες, αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με DME, οίδημα της ωχράς κηλίδας λόγω RVO και δευτεροπαθή CNV από PM με προηγούμενο ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων.Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αυτοί οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φωτοδυναμική θεραπεία (PDT) με βερτεπορφίνηπροσοχήΔεν υπάρχει εμπειρία από την ταυτόχρονη χορήγηση. Συμπληρωματική χρήση σε υγρή AMD και PM.ΣύστασηΔεν υπάρχει εμπειρία από την ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Φωτοπηξία με laserπαρακολούθησηΣυμπληρωματική χρήση στο DME και τη BRVO. Εάν χορηγηθεί την ίδια ημέρα, το Ρανιμπιζουμάμπη πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη φωτοπηξία με laser. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που έχουν ήδη υποβληθεί σε φωτοπηξία με laser.ΣύστασηΕάν χορηγηθεί την ίδια ημέρα, Ρανιμπιζουμάμπη τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη φωτοπηξία με laser.
-
ΘειζολιδινεδιόνεςπαρακολούθησηΤο αποτέλεσμα του Ρανιμπιζουμάμπη ως προς την οπτική οξύτητα ή το πάχος του κεντρικού υποπεδίου του αμφιβληστροειδούς δεν επηρεάστηκε από την ταυτόχρονη θεραπεία σε ασθενείς με DME.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη* (Συχνές)
- Αναιμία
- Υπερευαισθησία
- Άγχος
- Κεφαλαλγία
- Φλεγμονή του υαλοειδούς σώματος (Πολύ συχνές)
- Αποκόλληση του υαλοειδούς σώματος (Πολύ συχνές)
- Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς (Πολύ συχνές)
- Πόνος του οφθαλμού (Πολύ συχνές)
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος (Πολύ συχνές)
- Αιμομορραγία του επιπεφυκότα (Πολύ συχνές)
- Ερεθισμός του οφθαλμού (Πολύ συχνές)
- Αίσθηση παρουσίας ξένου σώματος στους οφθαλμούς (Πολύ συχνές)
- Δακρύρροια αυξημένη (Πολύ συχνές)
- Βλεφαρίτιδα (Πολύ συχνές)
- Υπεραιμία του οφθαλμού (Πολύ συχνές)
- Κνησμός του οφθαλμού (Πολύ συχνές)
- Εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
- Διαταραχή του αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
- Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
- Ρήξη του αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
- Αποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
- Ρήξη του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
- Μειωμένη οπτική οξύτητα (Συχνές)
- Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος (Συχνές)
- Διαταραχή του υαλοειδούς σώματος (Συχνές)
- Ραγοειδίτιδα (Συχνές)
- Ιρίτιδα (Συχνές)
- Ιριδοκυκλίτιδα (Συχνές)
- Καταρράκτης (Συχνές)
- Καταρράκτης υποκάψιος (Συχνές)
- Θολερότητα του οπίστιου περιφακίου (Συχνές)
- Στικτή κερατίτιδα (Συχνές)
- Εκδορά του κερατοειδούς (Συχνές)
- Ερύθημα του προσθίου θαλάμου (Συχνές)
- Θόλωση της όρασης (Συχνές)
- Αιμορραγία στη θέση της ένεσης (Συχνές)
- Αιμορραγία του οφθαλμού (Συχνές)
- Αλλεργική επιπεφυκίτιδα (Συχνές)
- Οφθαλμικό έκκριμα (Συχνές)
- Φωτοψία (Συχνές)
- Οίδημα του βλεφάρου (Συχνές)
- Άλγος του βλεφάρου (Συχνές)
- Τύφλωση (Όχι συχνές)
- Ενδοφθαλμίτιδα (Όχι συχνές)
- Υπόπυο (Όχι συχνές)
- Ύφαιμα (Όχι συχνές)
- Κερατοπάθεια (Όχι συχνές)
- Συμφύσεις της ίριδας (Όχι συχνές)
- Εναποθέσεις του κερατοειδούς (Όχι συχνές)
- Οίδημα του κερατοειδούς γραμμώσεις του κερατοειδούς (Όχι συχνές)
- Άλγος στη θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Ερεθισμός στη θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμό (Όχι συχνές)
- Ερεθισμός του βλεφάρου (Όχι συχνές)
- Οπτική διαταραχή
- Ξηροφθαλμία
- Επιπεφυκίτιδα
- Φωτοφοβία
- Οφθαλμική δυσφορία
- Υπεραιμία του επιπεφυκότα
- Βήχας
- Ναυτία
- Αλλεργικές αντιδράσεις (εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, ερύθημα) (Συχνές)
- Αρθραλγία
- Ενδοφθάλμια πίεση αυξημένη (Πολύ συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑίσθημα ξένου σώματος στους οφθαλμούςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑποκόλληση υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΕξιδρώματα υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟφθαλμική υπεραιμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟφθαλμικός ερεθισμόςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟφθαλμικός πόνοςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΦλεγμονή υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος του βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία στη θέση της ένεσηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑλλεργική επιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑποκόλληση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕκδορά κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕκφύλιση του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημα του προσθίου θαλάμουΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘολερότητα του οπίστιου περιφακίουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘόλωση όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΙρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΙριδοκυκλίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα του βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξη*Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟφθαλμική δυσφορίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟφθαλμικό έκκριμαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΡήξη του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡήξη του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡαγοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΣτικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΥπεραιμία επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥποκάψιος καταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΦωτοψίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΆλγος στη θέσης ένεσηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΎφαιμαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕναποθέσεις του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕνδοφθαλμίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στη θέσης ένεσηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚερατοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμόΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα του κερατοειδούς γραμμώσεις του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυμφύσεις της ίριδαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπόπυοΟφθαλμικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο ranibizumab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο. Σε γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυες και έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με ranibizumab συνιστάται να περιμένουν το λιγότερο 3 μήνες μετά την τελευταία δόση ranibizumab πριν τη σύλληψη παιδιού.Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα από έκθεση κυήσεων για τo ranibizumab. Μελέτες σε πιθήκους cynomolgus δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η συστηματική έκθεση στο ranibizumab είναι χαμηλή μετά από οφθαλμική χορήγηση, αλλά λόγω του μηχανισμού δράσης του, το ranibizumab πρέπει να θεωρείται ότι έχει δυνητικά τερατογόνο και εμβρυοτοξική δράση.
-
ΓαλουχίαΩς προληπτικό μέτρο, ο θηλασμός δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της χρήσης του Ρανιμπιζουμάμπη.Σύμφωνα με πολύ περιορισμένα δεδομένα, το ranibizumab μπορεί να απεκκριθεί σε χαμηλά επίπεδα στο ανθρώπινο γάλα. Η επίδραση του ranibizumab στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη είναι άγνωστη.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης
- παροδική τύφλωση
- μειωμένη οπτική οξύτητα
- οίδημα του κερατοειδούς
- πόνος του κερατοειδούς
- οφθαλμικός πόνος
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA04
Μηχανισμός δράσης
Το ranibizumab είναι ένα τμήμα ανασυνδυασμένου ανθρωποποιημένου μονοκλωνικού αντισώματος που δρα κατά του ανθρώπινου αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα Α (VEGF-A). Συνδέεται με μεγάλη συγγένεια με τις ισομορφές του VEGF-A (π.χ. VEGF110, VEGF121 και VEGF165), αποτρέποντας με αυτό τον τρόπο τη σύνδεση του VEGF-A με τους υποδοχείς του VEGFR-1 και VEGFR-2.
Η σύνδεση του VEGF-A με τους υποδοχείς του οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων και νεοαγγείωση, καθώς και σε διαρροή των αγγείων. Όλα αυτά θεωρείται ότι συμβάλλουν στην εξέλιξη της νεοαγγειακής μορφής της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, της παθολογικής μυωπίας και CNV ή της έκπτωσης της όρασης που προκαλείται είτε από οίδημα της ωχράς κηλίδας διαβητικής αιτιολογίας ή δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από RVO σε ενήλικες και στην αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας σε πρόωρα μωρά.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Θεραπεία της υγρής AMD
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Ρανιμπιζουμάμπη έχουν αξιολογηθεί σε τρεις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες είτε με εικονική αγωγή είτε με δραστική ουσία μελέτες διάρκειας 24 μηνών σε ασθενείς με νεοαγγειακή AMD. Συνολικά 1.323 ασθενείς (879 έλαβαν δραστικό φάρμακο και 444 έλαβαν φάρμακο ελέγχου) συμμετείχαν σε αυτές τις μελέτες.
Στη μελέτη FVF2598g (MARINA), 716 ασθενείς με ελάχιστα κλασικές ή λανθάνουσες χωρίς κλασικά στοιχεία αλλοιώσεις τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν μηνιαίες ενέσεις Ρανιμπιζουμάμπη 0,3 mg, Ρανιμπιζουμάμπη 0,5 mg, ή εικονικές ενέσεις.
Στη μελέτη FVF2587g (ANCHOR), 423 ασθενείς με αλλοιώσεις κυρίως κλασικής CNV τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν Ρανιμπιζουμάμπη 0,3 mg μηνιαία, Ρανιμπιζουμάμπη 0,5 mg μηνιαία, είτε PDT με τη δραστική ουσία βερτεπορφίνη (αρχικά και κατόπιν κάθε 3 μήνες, εάν η αγγειογραφία με φλουορεσεΐνη έδειχνε επίμονη ή υποτροπιάζουσα διαρροή των αγγείων).
Τα αποτελέσματα και από τις δύο μελέτες έδειξαν ότι η συνεχιζόμενη θεραπεία με ranibizumab μπορεί να ωφελήσει και τους ασθενείς που απώλεσαν ≥15 γράμματα από την καλύτερα διορθωμένη οπτική οξύτητα (BVCA) κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας.
Στατιστικά σημαντικά αναφερόμενα από ασθενείς οφέλη της οπτικής λειτουργίας παρατηρήθηκαν τόσο στην MARINA όσο και στην ANCHOR με τη θεραπεία με ranibizumab έναντι της ομάδας ελέγχου όπως μετρήθηκε από το ερωτηματολόγιο NEI VFQ-25.
Στη μελέτη FVF3192g (PIER) 184 ασθενείς με όλες τις μορφές της νεοαγγειακής AMD τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν Ρανιμπιζουμάμπη 0,3 mg μηνιαία, Ρανιμπιζουμάμπη 0,5 mg μηνιαία, είτε Ρανιμπιζουμάμπη 0,3 mg, ή 0,5 mg ή εικονικές ενέσεις μία φορά το μήνα για 3 συνεχόμενες δόσεις, ακολουθούμενες από χορήγηση μίας δόσης μία φορά κάθε 3 μήνες. Από το Μήνα 14 της μελέτης, επετράπη οι ασθενείς που υποβάλλονταν σε ψευδή θεραπεία να λάβουν ranibizumab και από τον Μήνα 19 ήταν δυνατόν να γίνονται συχνότερες θεραπείες. Οι ασθενείς που έλαβαν Ρανιμπιζουμάμπη στη μελέτη PIER έλαβαν κατά μέσο όρο συνολικά 10 θεραπείες.
Μετά από αρχική αύξηση κατά τον έλεγχο οπτικής οξύτητας (μετά από τη μηνιαία χορήγηση) κατά μέσο όρο, η οπτική οξύτητα, των ασθενών ελαττώθηκε με τριμηνιαία δόση επιστρέφοντας στην αρχική της τιμή το μήνα 12 και το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε στους περισσότερους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ranibizumab (82%) τον Μήνα 24. Περιορισμένα δεδομένα από ασθενείς που έλαβαν ranibizumab μετά από ψευδή θεραπεία υποδεικνύουν ότι η πρώιμη έναρξη της θεραπείας μπορεί να συνδέεται με καλύτερη διατήρηση της οπτικής οξύτητας.
Δεδομένα από δύο μελέτες (MONT BLANC, BPD952A2308 και DENALI, BPD952A2309) που διεξήχθησαν μετά την έγκριση επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα του Ρανιμπιζουμάμπη αλλά δεν κατέδειξαν επιπρόσθετη δράση από τη συνδυασμένη χορήγηση verteporfin (Visudyne PDT) και Ρανιμπιζουμάμπη σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με Ρανιμπιζουμάμπη.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε δευτεροπαθή χοριοειδική νεοαγγείωση (CNV) από παθολογική μυωπία (PM)
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Ρανιμπιζουμάμπη σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε CNV στην παθολογική μυωπία (ΡΜ) αξιολογήθηκαν με βάση τα δεδομένα 12 μηνών της διπλής απόκρυψης, ελεγχόμενης ζωτικής μελέτης F2301 (RADIANCE). Σε αυτή τη μελέτη 277 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:2:1 στα ακόλουθα σκέλη:
- Ομάδα Ι (δοσολογικό σχήμα ranibizumab 0,5 mg καθοδηγούμενο από κριτήρια «σταθερότητας» που ορίζονται ως καμία μεταβολή στη βέλτιστα διορθωμένη οπτική οξύτητα (BCVA) σε σύγκριση με δύο προηγούμενες μηνιαίες αξιολογήσεις.
- Ομάδα ΙΙ (δοσολογικό σχήμα ranibizumab 0,5 mg καθοδηγούμενο από κριτήρια «δραστηριότητας της νόσου» που ορίζονται ως έκπτωση της όρασης που χαρακτηρίζεται από ενδο- ή υπόαμφιβληστροειδικό υγρό ή ενεργή διαρροή που οφείλεται σε βλάβη από CNV όπως αξιολογείται από τομογραφία οπτικής συνοχής (OCT) και /ή φλουοροαγγειογραφία (FA).
- Ομάδα ΙΙΙ (επετράπη σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε vPDT να λάβουν θεραπεία με ranibizumab από το Μήνα 3).
Στην ομάδα ΙΙ, η οποία είναι η συνιστώμενη δοσολογία (βλ. Δοσολογία) 50,9% των ασθενών απαίτησαν 1 ή 2 ενέσεις, 34,5% απαίτησαν 3 έως 5 ενέσεις και 14,7% απαίτησαν 6 έως 12 ενέσεις κατά τη 12μηνη περίοδο της μελέτης. Για το 62,9% των ασθενών της ομάδας ΙΙ δεν απαιτήθηκαν ενέσεις στο δεύτερο 6μηνο της μελέτης.
Η βελτίωση της όρασης συνοδεύτηκε από μείωση στο πάχος του κεντρικού αμφιβληστροειδούς. Τα αναφερόμενα από τους ασθενείς οφέλη παρατηρήθηκαν στα σκέλη θεραπείας με ranibizumab έναντι της vPDT (τιμή p <0,05) ως προς τη βελτίωση στη σύνθετη βαθμολογία και σε αρκετές υποκλίμακες (γενική όραση, κοντινές δραστηριότητες, ψυχική υγεία και εξάρτηση) του ερωτηματολόγιο NEI VFQ-25.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε χοριοειδική νεοαγγείωση (CNV) (εκτός από την δευτεροπαθή από παθολογική μυωπία (PM) και την υγρής μορφής ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (AMD))
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Ρανιμπιζουμάμπη σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε CNV αξιολογήθηκαν με βάση τα δεδομένα 12 μηνών της διπλής απόκρυψης, ελεγχόμενης με εικονική θεραπεία ζωτικής μελέτης G2301 (MINERVA). Σε αυτή τη μελέτη 178 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν:
- ranibizumab 0,5 mg αρχικά, ακολουθούμενο από εξατομικευμένο δοσολογικό σχήμα καθοδηγούμενο από τη δραστηριότητα της νόσου όπως αυτή αξιολογείται από την οπτική οξύτητα ή/και ανατομικές παραμέτρους (π.χ. έκπτωση της οπτικής οξύτητας, ενδο- ή υποαμφιβληστροειδικό υγρό ή διαρροή.
- Εικονική ένεση αρχικά, ακολουθούμενη από εξατομικευμένο θεραπευτικό σχήμα καθοδηγούμενο από τη δραστηριότητα της νόσου.
Κατά το Μήνα 2, όλοι οι ασθενείς έλαβαν ανοιχτής επισήμανσης θεραπεία με ranibizumab σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Παρατηρήθηκε βελτίωση της όρασης που συνοδεύτηκε από μείωση στο πάχος του κεντρικού υποπεδίου κατά την περίοδο των 12 μηνών. Ο μέσος αριθμός των ενέσεων που χορηγήθηκαν σε διάστημα 12 μηνών ήταν 5,8 στον κλάδο του ranibizumab έναντι 5,4 στους ασθενείς στον κλάδο της εικονικής ένεσης οι οποίοι ήταν κατάλληλοι για να λάβουν ranibizumab μετά τον Μήνα 2. Στον κλάδο της εικονικής θεραπείας 7 από τους 59 ασθενείς δεν έλαβαν θεραπεία με ranibizumab στον υπό μελέτη οφθαλμό κατά τη διάρκεια της περιόδου των 12 μηνών.
Όταν συγκρίνεται το ranibizumab έναντι ελέγχου με εικονική ένεση κατά το Μήνα 2 παρατηρήθηκε σταθερό αποτέλεσμα της θεραπείας τόσο συνολικά όσο και στο εύρος των υποομάδων αιτιολόγησης κατά την έναρξη.
Στη ζωτική μελέτη G2301 (MINERVA), πέντε έφηβοι ασθενείς ηλικίας 12 έως 17 ετών με δευτεροπαθή έκπτωση της όρασης από CNV έλαβαν ανοικτής επισήμανσης θεραπεία με ranibizumab 0,5 mg κατά την έναρξη ακολουθούμενη από εξατομικευμένο θεραπευτικό σχήμα όπως και για τους ενήλικες ασθενείς. Η BCVA παρουσίασε βελτίωση από την έναρξη έως το Μήνα 12 και στους πέντε ασθενείς η οποία κυμαίνονταν από 5 έως 38 γράμματα (μέσος όρος 16,6 γράμματα). Η βελτίωση της όρασης συνοδεύονταν από μια σταθεροποίηση ή μείωση στο πάχος του κεντρικού υποπεδίου. Σε μία περίοδο 12 μηνών. Ο μέσος αριθμός των ενέσεων που χορηγήθηκε στον υπό μελέτη οφθαλμό σε διάστημα 12 μηνών ήταν 3 (κυμαίνονται απ΄2 έως 5) Συνολικά η θεραπεία με ranibizumab ήταν καλά ανεκτή.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε DME
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Ρανιμπιζουμάμπη αξιολογήθηκαν σε τρείς τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών. Συνολικά 868 ασθενείς (708 ενεργοί και 160 ελέγχου) συμμετείχαν σε αυτές τις μελέτες.
Στη μελέτη φάσης ΙΙ D2201(RESOLVE). 151 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ranibizumab (6mg/ml, n=51, 10 mg/ml n=51) ή εικονική θεραπεία (n=49) με μηνιαίες ενδουαλώδεις ενέσεις. Η μεσοσταθμική μεταβολή στην BCVA από το μήνα 1 έως το μήνα 12 σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα ήταν +7,8 (±7,72) γράμματα συγκεντρωτικά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ranibizumab (n=102 σε σύγκριση με -0,1 (±9,77) γράμματα για τους ασθενείς υπό εικονική αγωγή και η μέση αλλαγή στη BCVA κατά το Μήνα 12 από τα αρχικά επίπεδα ήταν 10,3 (±9,1) γράμματα σε σύγκριση 1.4 (±14.2) γράμματα αντίστοιχα (p<0,0001 για τη διαφορά της θεραπείας).
Στη μελέτη φάσης ΙΙΙ D2301 (RESTORE), 345 τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν μονοθεραπεία με ranibizumab 0,5 mg και εικονική αγωγή φωτοπηξίας με laser συνδυασμό ranibizumab 0,5 mg και φωτοπηξίας με laser, είτε εικονική ένεση και φωτοπηξία με laser. 240 ασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως ολοκληρώσει τη 12μηνη μελέτη RESTORE, εντάχθηκαν στην ανοιχτή πολυκεντρική 24μηνη παράταση της μελέτη (RESTORE Extension). Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με ranibizumab 0,5 mg pro re nata (PRN) στον ίδιο οφθαλμό με την κύρια μελέτη (D2301 RESTORE).
Μετά από μηνιαία ενδοϋαλώδη χορήγηση Ρανιμπιζουμάμπη σε ασθενείς με νεοαγγειακή AMD, οι συγκεντρώσεις του ranibizumab στον ορό ήταν γενικά χαμηλές, με τα μέγιστα επίπεδα (Cmax) να κυμαίνονται γενικά κάτω από τη συγκέντρωση του ranibizumab που είναι απαραίτητη για την αναστολή της βιολογικής δράσης του VEGF κατά 50% (11-27 ng/ml, όπως εκτιμήθηκε σε μια in vitro δοκιμασία κυτταρικού πολλαπλασιασμού). Η Cmax ήταν ανάλογη προς τη δόση σε εύρος δόσης 0,05 έως 1,0 mg/οφθαλμό. Οι συγκεντρώσεις στον ορό σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με DME δείχνουν ότι μια ελαφρά υψηλότερη συστηματική έκθεση δεν μπορεί να αποκλεισθεί σε σύγκριση με αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με νεοαγγειακή ΑMD. Οι συγκεντρώσεις ranibizumab στον ορό σε ασθενείς με RVO ήταν παρόμοια ή ελαφρά υψηλότερη σε σύγκριση με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με νεοαγγειακή AMD.
Βάσει της ανάλυσης των δεδομένων φαρμακοκινητικής του πληθυσμού και της εξαφάνισης του ranibizumab από τον ορό για τους ασθενείς με νεοαγγειακή AMD που έλαβαν δόση 0,5 mg, η μέση ημιζωή απομάκρυνσης του ranibizumab από το υαλοειδές σώμα είναι περίπου 9 ημέρες. Μετά από μηνιαία ενδοϋαλώδη χορήγηση του Ρανιμπιζουμάμπη σε δόση 0,5 mg/οφθαλμό, η Cmax του ranibizumab στον ορό, που επετεύχθη περίπου 1 ημέρα μετά τη δόση, αναμένεται να κυμαίνεται γενικά μεταξύ 0,79 και 2,90 ng/ml, και η Cmin αναμένεται να κυμαίνεται γενικά μεταξύ 0,07 και 0,49 ng/ml. Οι συγκεντρώσεις ranibizumab στον ορό αναμένεται να είναι περίπου κατά 90.000 φορές μικρότερες απ’ ό,τι οι συγκεντρώσεις ranibizumab στο υαλοειδές.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες με σκοπό να εξεταστεί η φαρμακοκινητική του Ρανιμπιζουμάμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε μια ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού των ασθενών με νεοαγγειακή AMD το 68% (136 από τους 200) των ασθενών παρουσίαζαν νεφρική δυσλειτουργία (46,5% ελαφριά [50-80 ml/min], 20% μέτρια [30-50 ml/min] και 1,5% σοβαρή [<30 ml/min]). Στους ασθενείς με RVO το 48,2% (253 από 525) είχαν νεφρική δυσλειτουργία (36,4% ήπια, 9,5% μέτρια και 2,3% σοβαρή). Η συστηματική κάθαρση ήταν ελαφρώς μικρότερη, κάτι όμως που δεν ήταν κλινικά σημαντικό.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες με σκοπό να εξεταστεί η φαρμακοκινητική του Ρανιμπιζουμάμπη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μετά από ενδοϋαλώδη χορήγηση του Ρανιμπιζουμάμπη σε πρόωρα μωρά με ROP σε δόση 0,2 mg (ανά οφθαλμό), οι συγκεντρώσεις του ranibizumab στον ορό ήταν υψηλότερες από εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς με νεοαγγειακή AMD που λαμβάνουν 0,5 mg σε έναν οφθαλμό. Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, οι διαφορές στις Cmax και AUCinf ήταν περίπου 16 φορές και 12 φορές υψηλότερες, αντίστοιχα. Η εμφανής συστηματική ημίσεια ζωή ήταν περίπου 6 ημέρες. Μια ανάλυση PK/PD δεν έδειξε σαφή σχέση μεταξύ συστηματικών συγκεντρώσεων ranibizumab και συστηματικών συγκεντρώσεων VEGF.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμάτωση κεφαλής οπτικού νεύρου | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Μετά την ένεση |
| Ενδοφθάλμια πίεση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Εντός 60 λεπτών από την ένεση | Μετά την ένεση |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η ρανιβιζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο, ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό θραύσμα αντισώματος τύπου IgG1 kappa, σχεδιασμένο για ενδοφθάλμια χρήση. Η ρανιβιζουμάμπη συνδέεται και αναστέλλει τη βιολογική δράση του ανθρώπινου αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα Α (VEGF-A). Η ρανιβιζουμάμπη έχει μοριακό βάρος περίπου 48 kilodaltons και παράγεται από σύστημα έκφρασης E. coli σε θρεπτικό μέσο που περιέχει το αντιβιοτικό τετρακυκλίνη. Η τετρακυκλίνη δεν ανιχνεύεται στο τελικό προϊόν.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία ασθενών με υγρή (νεοαγγειακή) εκφύλιση ωχράς κηλίδας σχετιζόμενη με την ηλικία.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ρανιβιζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο, ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό θραύσμα αντισώματος τύπου IgG1 kappa, σχεδιασμένο για ενδοφθάλμια χρήση. Η ρανιβιζουμάμπη είναι ένας ανταγωνιστής του VEGF-A που συνδέεται και αναστέλλει τη βιολογική δράση των ενεργών μορφών του ανθρώπινου VEGF-A, συμπεριλαμβανομένης της αποκοπείσας μορφής (VEGF110). Έχει αποδειχθεί ότι το VEGF-A προκαλεί νεοαγγειογένεση (αγγειογένεση) και αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας, η οποία πιστεύεται ότι συμβάλλει στην εξέλιξη της νεοαγγειακής μορφής της εκφύλισης ωχράς κηλίδας σχετιζόμενης με την ηλικία (AMD).
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ρανιβιζουμάμπη συνδέεται στο σημείο πρόσδεσης του υποδοχέα των ενεργών μορφών του VEGF-A, συμπεριλαμβανομένης της βιολογικά ενεργής, αποκοπείσας μορφής αυτού του μορίου, VEGF110. Η σύνδεση της ρανιβιζουμάμπης με τον VEGF-A εμποδίζει την αλληλεπίδραση του VEGF-A με τους υποδοχείς του (VEGFR1 και VEGFR2) στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων, μειώνοντας τον πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων, τη διαφυγή αγγείων και τη δημιουργία νέων αιμοφόρων αγγείων.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Περίπου 3 ημέρες