STREPTOMYCIN
Στρεπτομυκίνη
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη. Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 5.1.6
Aμινογλυκοσίδες
expand_more
Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο “post antibiotic effect” (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.15). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ’αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες δια της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών, ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Δυνητικά νεφροτοξικό και ωτοτοξικό. Η νεφροτοξικότητα προκαλείται από τη συσσώρευση του φαρμάκου στα εγγύς εσχατιά σωληνάρια των νεφρών, η οποία οδηγεί σε κυτταρική βλάβη. Τα σωληναριακά κύτταρα μπορεί να αναγεννηθούν παρά την συνεχιζόμενη έκθεση και η νεφροτοξικότητα είναι συνήθως ήπια και αναστρέψιμη. Η στρεπτομυκίνη είναι η λιγότερο νεφροτοξική από τις αμινογλυκοσίδες λόγω του μικρού αριθμού κατιονικών αμινομάδων στη δομή της. Η ωτοτοξικότητα συμβαίνει μέσω συσσώρευσης του φαρμάκου στο ενδολέμφο και στο περίνεο του έσω ωτός. Η συσσώρευση προκαλεί μη αναστρέψιμη βλάβη στα τριχωτά κύτταρα της κοχλίας ή στην κορυφή των αμπουλοειδών ακρολοφιών του αιθουσαίου συμπλέγματος. Η απώλεια ακοής υψηλών συχνοτήτων προηγείται της απώλειας ακοής χαμηλών συχνοτήτων. Περαιτέρω τοξικότητα μπορεί να οδηγήσει σε οπισθοδρομική εκφύλιση του ακουστικού νεύρου. Η αιθουσαία τοξικότητα μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο, ναυτία και έμετο, ζάλη και απώλεια ισορροπίας.
LD50=430 mg/kg (Από το στόμα σε αρουραίους με θειική στρεπτομυκίνη). Ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο και ίλιγγο, παραισθησία προσώπου, εξάνθημα, πυρετό, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα και ηωσινοφιλία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Αρχικά, η στρεπτομυκίνη είχε ευρύ φάσμα κάλυψης τόσο για Gram-αρνητικούς όσο και για Gram-θετικούς μικροοργανισμούς. Ωστόσο, λόγω της μικροβιακής αντοχής, το φάσμα δραστηριότητάς της έχει σημαντικά περιοριστεί.
Το τρέχον φάσμα δραστηριότητας της στρεπτομυκίνης περιλαμβάνει ευαίσθητα στελέχη των παρακάτω: Yersinia pestis, Francisella tularensis, Brucella, Calymmatobacterium granulomatis, H. ducreyi, H. influenza, K. pneumoniae (πνευμονία), E.coli, Proteus, A. aerogenes, K. pneumoniae, Enterococcus faecalis, Streptococcus viridans, Enterococcus faecalis, και βακτηριαιμία από Gram-αρνητικά βακτηρίδια.
Η στρεπτομυκίνη δεν είναι αξιόπιστα δραστική κατά της Pseudomonas aeruginosa.
Όπως και άλλοι αμινογλυκοζίτες, η στρεπτομυκίνη θεωρείται ότι έχει στενό θεραπευτικό δείκτη.
Οι χαρακτηριστικές τοξικότητες της στρεπτομυκίνης περιλαμβάνουν νεφροτοξικότητα και ωτοτοξικότητα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πρώιμα σημάδια απώλειας ακοής και αιθουσαίου δυσλειτουργίας, προκειμένου να αποφευχθεί μόνιμη βλάβη στα αισθητηριακά νευρικά κύτταρα.
Σπάνια έχει αναφερθεί νευρομυϊκός αποκλεισμός.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν 3 βασικές φάσεις εισόδου των αμινογλυκοζιτών στα κύτταρα:
- Φάση ιοντικής πρόσδεσης: Τα πολυκυτταρικά αμινογλυκοζίτα προσδένονται ηλεκτροστατικά σε αρνητικά φορτισμένα συστατικά των βακτηριακών κυτταρικών μεμβρανών, όπως λιποπολυσακχαρίτες και φωσφολιπίδια στην εξωτερική μεμβράνη των Gram-αρνητικών βακτηρίων, και σε τειχοϊκά οξέα και φωσφολιπίδια στην κυτταρική μεμβράνη των Gram-θετικών βακτηρίων. Αυτή η πρόσδεση οδηγεί στην εκτόπιση δισθετικών κατιόντων και αυξάνει τη διαπερατότητα της μεμβράνης, επιτρέποντας την είσοδο των αμινογλυκοζιτών.
- Ενεργο-εξαρτώμενη φάση Ι: Η είσοδος των αμινογλυκοζιτών στον κυτταρόπλασμα εξαρτάται από τη δύναμη του πρωτονιακού βαθμιδωτού και επιτρέπει περιορισμένη πρόσβαση των αμινογλυκοζιτών στον κύριο ενδοκυτταρικό τους στόχο - το βακτηριακό 30S ριβόσωμα. Αυτό οδηγεί τελικά σε λανθασμένη μετάφραση πρωτεϊνών και διαταραχή της κυτταροπλασματικής μεμβράνης.
- Ενεργο-εξαρτώμενη φάση ΙΙ: Παρατηρείται θανατηφόρος δράση στα βακτήρια εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση. Τα αμινογλυκοζίτα συσσωρεύονται ταχέως εντός του κυττάρου λόγω της κατεστραμμένης κυτταροπλασματικής μεμβράνης, και η λανθασμένη μετάφραση και η αναστολή σύνθεσης πρωτεϊνών ενισχύονται.
Ως εκ τούτου, τα αμινογλυκοζίτα έχουν τόσο άμεσες βακτηριοκτόνες επιδράσεις μέσω διαταραχής της μεμβράνης όσο και καθυστερημένες βακτηριοκτόνες επιδράσεις μέσω διαταραγμένης σύνθεσης πρωτεϊνών.
Η αναστολή της σύνθεσης πρωτεϊνών είναι βασικό συστατικό της αποτελεσματικότητας των αμινογλυκοζιτών. Μελέτες υποδεικνύουν ότι τα αμινογλυκοζίτα προσδένονται στο 16S rRNA στην έλικα 44 (h44), κοντά στην Α-θέση της 30S ριβοσωμικής υπομονάδας, τροποποιώντας τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ h44 και h45. Αυτή η πρόσδεση εκτοπίζει επίσης δύο σημαντικά κατάλοιπα, τα A1492 και A1493, από την h44, μιμούμενη τις φυσιολογικές διαμορφωτικές αλλαγές που συμβαίνουν με την επιτυχή ζευγαρώση κωδικονίου-αντικωδικονίου στην Α-θέση.
Γενικά, η πρόσδεση των αμινογλυκοζιτών έχει πολλαπλές αρνητικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής της μετάφρασης, έναρξης, επιμήκυνσης και ανακύκλωσης ριβοσωμάτων. Νεότερα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η τελευταία επίδραση οφείλεται σε μια κρυπτική δεύτερη θέση πρόσδεσης στην h69 του 23S rRNA της 50S ριβοσωμικής υπομονάδας.
Επιπλέον, σταθεροποιώντας μια διαμόρφωση που μιμείται τη σωστή ζευγαρώση κωδικονίου-αντικωδικονίου, τα αμινογλυκοζίτα προάγουν την αναξιόπιστη μετάφραση. Οι λανθασμένα μεταφρασμένες πρωτεΐνες μπορούν να ενσωματωθούν στην κυτταρική μεμβράνη, προκαλώντας την προαναφερθείσα βλάβη.
Ο κύριος ενδοκυτταρικός τόπος δράσης των αμινογλυκοζιτών είναι η 30S ριβοσωμική υπομονάδα, η οποία αποτελείται από 21 πρωτεΐνες και ένα μόριο RNA 16S. Τουλάχιστον τρεις από αυτές τις πρωτεΐνες και πιθανώς το 16S ριβοσωμικό RNA συμβάλλουν στη θέση πρόσδεσης της στρεπτομυκίνης, και οι τροποποιήσεις αυτών των μορίων επηρεάζουν σημαντικά την πρόσδεση και την επακόλουθη δράση της στρεπτομυκίνης.
Για παράδειγμα, μια απλή αλλαγή αμινοξέος από ασπαραγίνη σε λυσίνη στη θέση 42 μιας ριβοσωμικής πρωτεΐνης (S12) εμποδίζει την πρόσδεση του φαρμάκου. Το προκύπτον μεταλλαγμένο είναι πλήρως ανθεκτικό στη στρεπτομυκίνη. Ένα άλλο μεταλλαγμένο, όπου γλουταμίνη είναι το αμινοξύ σε αυτή τη θέση, εξαρτάται από τη στρεπτομυκίνη.
Κατά τη σύνθεση πρωτεϊνών, το ριβόσωμα επιλέγει αμινοακυλ-τρανσφερικά RNA με αντικωδικόνια που ταιριάζουν με το κωδικόνιο του αγγελιοφόρου RNA στην Α-θέση της μικρής ριβοσωμικής υπομονάδας. Το αμινογλυκοζιτικό αντιβιοτικό στρεπτομυκίνη διαταράσσει την αποκωδικοποίηση προσδένοντας κοντά στη θέση αναγνώρισης κωδικονίου.
Η κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ αποκαλύπτει σημαντική τοπική παραμόρφωση του 16S ριβοσωμικού RNA που προκαλείται από τη στρεπτομυκίνη, συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων βάσεων A1492 και A1493 που συμμετέχουν άμεσα στην αναγνώριση κωδικονίου. Η στρεπτομυκίνη σταθεροποιεί το σύμπλοκο με το κοντινό-συγγενές αντικωδικόνιο στέλεχος-βρόχο, ενώ αποσταθεροποιεί το σύμπλοκο με το συγγενές αντικωδικόνιο στέλεχος-βρόχο.
Το αντιβιοτικό στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται ευρέως στη θεραπεία μικροβιακών λοιμώξεων. Ο κύριος μηχανισμός δράσης είναι η αναστολή της μετάφρασης μέσω πρόσδεσης στο ριβόσωμα.
Παρατηρήθηκε μια μυστηριώδης στρεπτομυκίνης-προκαλούμενη εκροή καλίου που προηγείται οποιασδήποτε μείωσης βιωσιμότητας, υποδηλώνοντας ότι αυτό άλλαξε την ηλεκτροχημική κλίση, επιτρέποντας καλύτερη πρόσβαση της στρεπτομυκίνης στο κυτταρόπλασμα.
Η στρεπτομυκίνη φαίνεται να είναι ερεθιστής του μηχανοευαίσθητου καναλιού μεγάλης αγωγιμότητας (MscL), αυξάνοντας τη δραστηριότητά του. Αυτό το κανάλι μπορεί να παρέχει έναν μηχανισμό για την είσοδο του κυττάρου.
Τα αμινογλυκοζίτα είναι αμινοκυκλιτόλες που σκοτώνουν βακτήρια αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών μέσω πρόσδεσης στο 16S rRNA και διαταράσσοντας την ακεραιότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης.
Οι μηχανισμοί αντοχής στα αμινογλυκοζίτα περιλαμβάνουν:
- (α) απενεργοποίηση των αμινογλυκοζιτών μέσω Ν-ακετυλίωσης, αδε νυλιώσης ή Ο-φωσφορυλίωσης,
- (β) μείωση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης αμινογλυκοζιτών μέσω αλλαγών στη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης, μειωμένης μεταφοράς στην εσωτερική μεμβράνη, ενεργούς εκροής και παγίδευσης του φαρμάκου,
- (γ) τροποποίηση του στόχου 30S ριβοσωμικής υπομονάδας μέσω μετάλλαξης,
- (δ) μεθυλίωση της θέσης πρόσδεσης των αμινογλυκοζιτών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Λόγω της κακής από του στόματος απορρόφησης, οι αμινογλυκοζίτες, συμπεριλαμβανομένης της στρεπτομυκίνης, χορηγούνται παρεντερικά.
Η στρεπτομυκίνη είναι διαθέσιμη ως ενδομυϊκή ένεση και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλεβίως.
- Ενδομυϊκή χορήγηση: Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 1 g στρεπτομυκίνης, επιτυγχάνεται μέγιστη συγκέντρωση στον ορό 25-50 mcg/mL εντός 1 ώρας. Οι συγκεντρώσεις στον ορό μειώνονται στο 50% μετά από 5-6 ώρες.
- Κατανομή: Ανιχνεύονται σημαντικές συγκεντρώσεις σε όλους τους οργανικούς ιστούς εκτός από τον εγκέφαλο. Βρέθηκαν σημαντικές ποσότητες σε υπεζωκοτικό υγρό και φυματιώδεις κοιλότητες. Η στρεπτομυκίνη περνά τον πλακούντα με παρόμοιες συγκεντρώσεις στο αίμα του ομφάλιου λώρου με τις μητρικές. Μικρές ποσότητες απεκκρίνονται στο γάλα, το σάλιο και τον ιδρώτα.
- Απορρόφηση: Η στρεπτομυκίνη δεν απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα.
- Απέκκριση: Περίπου το 50% της στρεπτομυκίνης αποβάλλεται στα ούρα εντός 24 ωρών μετά από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση. Η απέκκριση γίνεται κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης.
Σε βρέφη:
- Πρόωρα βρέφη: Μετά από IM χορήγηση 10-11 mg/kg, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις ορού ήταν περίπου 29 ug/mL εντός 2 ωρών, με μέσες συγκεντρώσεις 11 ug/mL στις 12 ώρες.
- Τεχνητή γονιμοποίηση: Η στρεπτομυκίνη περνά στον πλακούντα, με συγκεντρώσεις στο αίμα του ομφάλιου λώρου παρόμοιες με τις μητρικές.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Οι αμινογλυκοζίτες δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται αμετάβλητοι στα ούρα κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία: Ο χρόνος ημίσειας ζωής της στρεπτομυκίνης στο πλάσμα είναι συνήθως 2-3 ώρες.
- Ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια: Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να φτάσει έως και 110 ώρες.
- Πρόωρα και νεογέννητα βρέφη: Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 4-10 ώρες.
- Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία: Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι παρατεταμένος σε σχέση με ασθενείς μόνο με νεφρική ανεπάρκεια.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ενώσεις που αναστέλλουν τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α-θέσης των ριβοσωμάτων, τη λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Κύρια Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Αμινογλυκοζιτικό Αντιβακτηριακό, Αντιμυκητιασικό
- Χημική Δομή [CS]: Αμινογλυκοζίτες
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ενώσεις που αναστέλλουν τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Είναι συνήθως ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α-θέσης των ριβοσωμάτων, τη λανθασμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.