Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ D01AE15 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TERBINAFINE

Τερβιναφίνη

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …

Chemical structure of TERBINAFINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Δερματοφυτιάσεις ψιλού δέρματος, πτυχών, παλαμών και πελμάτων, τριχωτού κεφαλής και ονυχομυκητίαση από δερματομύκητες, όταν η από του στόματος θεραπεία θεωρείται ενδεδειγμένη λόγω της θέσης, της σοβαρότητας και της έκτασης της μόλυνσης. Στην ποικιλόχρου…
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Eνήλικες 250 mg μια φορά ημερησίως ή 125 mg δύο φορές ημερησίως. Διάρκεια θεραπείας ποδών 2-6 εβδομάδες, ψιλού δέρματος και μηρογεννητικών πτυχών 2 4 εβδομάδες, τριχωτού κεφαλής 4 εβδομάδες, ονυχομυκητίαση χειρών 6 εβδομάδες, ποδών 3 μήνες, μεγάλων δακτύλων…
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Kύηση μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, δεν συνιστάται η γαλουχία. Δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια ή ενεργό ηπατική νόσο. Πριν τη λήψη να αξιολογηθεί η ύπαρξη προϋπάρχουσας ηπατικής νόσου. Ηπατοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με ή χωρίς…
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Aναστέλλει ή ενισχύει τη δράση φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P-450 (κυκλοσπορίνη, τολβουταμίδη, αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, σιμετιδίνη). Η τερβιναφίνη αναστέλλει το μεταβολισμό του CYP2D6. Επομένως ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που…
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Eμφανίζονται στο 10% των ασθενών και συνήθως είναι ήπιες ή μέτριες και παροδικές. Συνηθέστερα τα πεπτικά ενοχλήματα (κοιλιακή δυσφορία, ναυτία, διάρροια). Kεφαλαλγία. Δερματικές αντιδράσεις (εξανθήματα, κνίδωση, σύνδρομο StevensJohnson και τοξική…
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Υποτίθεται ότι η τερβιναφίνη δρα αναστέλλοντας τη σμονοοξυγενάση σκουαλενίου, εμποδίζοντας έτσι τη βιοσύνθεση της εργοστερόλης, ενός ουσιαστικού συστατικού των κυτταρικών μεμβρανών των μυκήτων. Αυτή η αναστολή οδηγεί επίσης σε συσσώρευση σκουαλενίου, το…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η τερβιναφίνη είναι ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας αλλυλαμίνης και δρα αναστέλλοντας την εποξειδάση σκουαλενίου, εμποδίζοντας έτσι τη βιοσύνθεση της εργοστερόλης, ένα ουσιαστικό συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών των μυκήτων. In vitro, η σμονοοξυγενάση…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η από του στόματος τερβιναφίνη απορροφάται κατά >70%, αλλά μόνο 40% είναι βιοδιαθέσιμη μετά τον μεταβολισμό πρώτης διόδου, φτάνοντας σε Cmax 1µg/mL με Tmax 2 ώρες και AUC 4.56µg*h/mL. Κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας, η…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η τερβιναφίνη μπορεί να αποαμινωθεί σε 1-ναφθαλδεΰδη από τα ένζυμα CYP2C9, 2B6, 2C8, 1A2, 3A4, και 2C19. Η 1-ναφθαλδεΰδη στη συνέχεια οξειδώνεται σε 1-ναφθοϊκό οξύ ή ανάγεται σε 1-ναφθαλινεμεθανόλη. Η τερβιναφίνη μπορεί επίσης να…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 5.2

Aντιμυκητιασικά

expand_more
Περιγραφή

Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.

H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.

Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).

Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.

Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.

Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.

Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.

Ενδείξεις
Δερματοφυτιάσεις ψιλού δέρματος, πτυχών, παλαμών και πελμάτων, τριχωτού κεφαλής και ονυχομυκητίαση από δερματομύκητες, όταν η από του στόματος θεραπεία θεωρείται ενδεδειγμένη λόγω της θέσης, της σοβαρότητας και της έκτασης της μόλυνσης. Στην ποικιλόχρου πιτυρίαση το φάρμακο είναι δραστικό μόνο κατά την τοπική και όχι τη συστηματική χορήγηση. Λοιπές βλ. κεφ. 13.3.2.
Ανεπιθύμητες
Eμφανίζονται στο 10% των ασθενών και συνήθως είναι ήπιες ή μέτριες και παροδικές. Συνηθέστερα τα πεπτικά ενοχλήματα (κοιλιακή δυσφορία, ναυτία, διάρροια). Kεφαλαλγία. Δερματικές αντιδράσεις (εξανθήματα, κνίδωση, σύνδρομο StevensJohnson και τοξική επιδερμιδική νεκρόλυση). Διαταραχές της γεύσης και σπάνια ηπατικές διαταραχές (ίκτερος, χολόσταση, ηπατίτιδα).
Αλληλεπιδράσεις
Aναστέλλει ή ενισχύει τη δράση φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P-450 (κυκλοσπορίνη, τολβουταμίδη, αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, σιμετιδίνη). Η τερβιναφίνη αναστέλλει το μεταβολισμό του CYP2D6. Επομένως ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυ- τό το ένζυμο (π.χ. ορισμένα των φαρμακευτικών κατηγοριών τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αποκλειστές, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, αντιαρρυθμικά τάξης 1C και αναστολείς ΜΑΟ Ιs τύπου B), θα πρέπει να ληφθεί μόνο αν το συγχορηγούμενο φάρμακο έχει στενό θεραπευτικό εύρος.
Προειδοποιήσεις
Kύηση μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, δεν συνιστάται η γαλουχία. Δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια ή ενεργό ηπατική νόσο. Πριν τη λήψη να αξιολογηθεί η ύπαρξη προϋπάρχουσας ηπατικής νόσου. Ηπατοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με ή χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική νόσο. Σε ασθενείς με συμπτώματα ηπατικής νόσου διακοπή της λήψης. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <50mL/min να λαμβάνουν τη μισή δόση. Σε ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων (βλ. Aλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Eνήλικες 250 mg μια φορά ημερησίως ή 125 mg δύο φορές ημερησίως. Διάρκεια θεραπείας ποδών 2-6 εβδομάδες, ψιλού δέρματος και μηρογεννητικών πτυχών 2 4 εβδομάδες, τριχωτού κεφαλής 4 εβδομάδες, ονυχομυκητίαση χειρών 6 εβδομάδες, ποδών 3 μήνες, μεγάλων δακτύλων ποδών 6 μήνες. Παιδιά >12 ετών μέχρι 250 mg μία φορά την ημέρα. Παιδιά 2-12 ετών μόνο για δερματοφυτίαση τριχωτού της κεφαλής (δεν έχουν τεκμηριωθεί άλλες ενδείξεις) με βάρος <20 kg 62.5 mg μία φορά την ημέρα, 20-40 kg 125 mg μία φορά την ημέρα, >40 kg 250 mg μία φορά την ημέρα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε παιδιά <2 ετών για αυτήν την ένδειξη.
Σκευάσματα
Terbinafine Hydrochloride LAMISIL/Novartis: tab 250mg x 14 TERFINOR/Alet: tab 250mg x 28 TERMISIL/Genepharm: tab 250mg x 14
ΕΟΦ · 13.3.2

Τοπικά Aντιμυκητιασικά

expand_more
Περιγραφή

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.

H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.

H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.

Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:

α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.

β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.

γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).

δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.

Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.

Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.

Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:

  • ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)

  • παρουσία ανθεκτικών στελεχών

  • αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και

  • επαναμόλυνση από το περιβάλλον.

Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.

Ενδείξεις
Δερματοφυτιάσεις ψιλού δέρματος, πτυχών, παλαμών και πελμάτων, τριχωτού κεφαλής και ονυχομυκητίαση από δερματομύκητες, όταν η από του στόματος θεραπεία θεωρείται ενδεδειγμένη λόγω της θέσης, της σοβαρότητας και της έκτασης της μόλυνσης. Στην ποικιλόχρου πιτυρίαση το φάρμακο είναι δραστικό μόνο κατά την τοπική και όχι τη συστηματική χορήγηση. Λοιπές βλ. κεφ. 13.3.2.
Ανεπιθύμητες
Eμφανίζονται στο 10% των ασθενών και συνήθως είναι ήπιες ή μέτριες και παροδικές. Συνηθέστερα τα πεπτικά ενοχλήματα (κοιλιακή δυσφορία, ναυτία, διάρροια). Kεφαλαλγία. Δερματικές αντιδράσεις (εξανθήματα, κνίδωση, σύνδρομο StevensJohnson και τοξική επιδερμιδική νεκρόλυση). Διαταραχές της γεύσης και σπάνια ηπατικές διαταραχές (ίκτερος, χολόσταση, ηπατίτιδα).
Αλληλεπιδράσεις
Aναστέλλει ή ενισχύει τη δράση φαρμάκων που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P-450 (κυκλοσπορίνη, τολβουταμίδη, αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, σιμετιδίνη). Η τερβιναφίνη αναστέλλει το μεταβολισμό του CYP2D6. Επομένως ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυ- τό το ένζυμο (π.χ. ορισμένα των φαρμακευτικών κατηγοριών τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, β-αποκλειστές, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, αντιαρρυθμικά τάξης 1C και αναστολείς ΜΑΟ Ιs τύπου B), θα πρέπει να ληφθεί μόνο αν το συγχορηγούμενο φάρμακο έχει στενό θεραπευτικό εύρος.
Προειδοποιήσεις
Kύηση μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, δεν συνιστάται η γαλουχία. Δεν ενδείκνυται σε ασθενείς με χρόνια ή ενεργό ηπατική νόσο. Πριν τη λήψη να αξιολογηθεί η ύπαρξη προϋπάρχουσας ηπατικής νόσου. Ηπατοτοξικότητα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με ή χωρίς προϋπάρχουσα ηπατική νόσο. Σε ασθενείς με συμπτώματα ηπατικής νόσου διακοπή της λήψης. Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <50mL/min να λαμβάνουν τη μισή δόση. Σε ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμάκων (βλ. Aλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Eνήλικες 250 mg μια φορά ημερησίως ή 125 mg δύο φορές ημερησίως. Διάρκεια θεραπείας ποδών 2-6 εβδομάδες, ψιλού δέρματος και μηρογεννητικών πτυχών 2 4 εβδομάδες, τριχωτού κεφαλής 4 εβδομάδες, ονυχομυκητίαση χειρών 6 εβδομάδες, ποδών 3 μήνες, μεγάλων δακτύλων ποδών 6 μήνες. Παιδιά >12 ετών μέχρι 250 mg μία φορά την ημέρα. Παιδιά 2-12 ετών μόνο για δερματοφυτίαση τριχωτού της κεφαλής (δεν έχουν τεκμηριωθεί άλλες ενδείξεις) με βάρος <20 kg 62.5 mg μία φορά την ημέρα, 20-40 kg 125 mg μία φορά την ημέρα, >40 kg 250 mg μία φορά την ημέρα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε παιδιά <2 ετών για αυτήν την ένδειξη.
Σκευάσματα
Terbinafine Hydrochloride LAMISIL/Novartis: tab 250mg x 14 TERFINOR/Alet: tab 250mg x 28 TERMISIL/Genepharm: tab 250mg x 14
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

36 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

>99%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
1549008
Μοριακός τύπος
C21H25N
Μοριακό βάρος
291.4
IUPAC
(E)-N,6,6-trimethyl-N-(naphthalen-1-ylmethyl)hept-2-en-4-yn-1-amine
InChIKey
DOMXUEMWDBAQBQ-WEVVVXLNSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.

Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.

Σχετικά Εργαλεία