TERBINAFINE
Τερβιναφίνη
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
ΕΟΦ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
warning
ΕΟΦ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
ΕΟΦ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
ΕΟΦ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
DrugBank
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
PubChem
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
ΕΟΦ · 5.2
Aντιμυκητιασικά
expand_more
Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τερβιναφίνη είναι ένα αντιμυκητιακό της ομάδας των αλληλαμινών που αναστέλλει τη σκουαλενοεποξειδάση (γνωστή και ως σκουαλενομονοοξυγενάση), αναστέλλοντας τη σύνθεση εργοστερόλης και προκαλώντας συσσώρευση σκουαλένιου, αποδυναμώνοντας το κυτταρικό τοίχωμα των μυκητιασικών κυττάρων. Η τερβιναφίνη κατανέμεται στους ιστούς και έχει μακρύ τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής, με αποτέλεσμα μεγάλη διάρκεια δράσης. Η υπερδοσολογία με τερβιναφίνη είναι σπάνια, ακόμη και πάνω από τη θεραπευτική δόση, γεγονός που υποδηλώνει ευρύ θεραπευτικό δείκτη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος τερβιναφίνη πρέπει να υποβάλλονται σε εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας πριν από τη θεραπεία για να μειωθεί ο κίνδυνος ηπατικής βλάβης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η τερβιναφίνη αναστέλλει το ένζυμο σκουαλενομονοοξυγενάση (σκουαλενοεποξειδάση), αναστέλλοντας τη μετατροπή του σκουαλένιου σε 2,3-οξυδοσκουαλένιο, ένα στάδιο στη σύνθεση της εργοστερόλης. Αυτή η αναστολή οδηγεί σε μειωμένη εργοστερόλη, η οποία κανονικά θα ενσωματωνόταν στο κυτταρικό τοίχωμα, και συσσώρευση σκουαλένιου. Η παραγωγή μεγάλου αριθμού κυτοπλασματικών κυστιδίων που περιέχουν σκουαλένιο μπορεί να εκχυλίσει άλλα λιπίδια από το κυτταρικό τοίχωμα, αποδυναμώνοντάς το περαιτέρω.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος τερβιναφίνη απορροφάται κατά >70%, αλλά μόνο 40% είναι βιοδιαθέσιμη μετά τον μεταβολισμό πρώτης διόδου, φτάνοντας σε Cmax 1µg/mL με Tmax 2 ώρες και AUC 4.56µg*h/mL. Κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας, η Cmax της τοπικής τερβιναφίνης 1% αυξάνεται από 949-1049ng/cm² και η AUC αυξάνεται από 9694-13,492ng/cm²/h.
Η τερβιναφίνη απεκκρίνεται κατά περίπου 80% στα ούρα, ενώ το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα. Το αμετάβλητο μητρικό φάρμακο δεν ανιχνεύεται στα ούρα.
Μία εφάπαξ από του στόματος δόση τερβιναφίνης 250mg έχει όγκο κατανομής σε σταθερή κατάσταση 947.5L ή 16.6L/kg.
Μία εφάπαξ από του στόματος δόση τερβιναφίνης 250mg έχει κάθαρση 76L/h ή 1.11L/h/kg.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η τερβιναφίνη συνδέεται κατά >99% με πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με λευκωματίνη ορού, λιποπρωτεΐνες υψηλής και χαμηλής πυκνότητας, και σε μικρότερο βαθμό με α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η τερβιναφίνη μπορεί να αποαμινωθεί σε 1-ναφθαλδεΰδη από τα ένζυμα CYP2C9, 2B6, 2C8, 1A2, 3A4, και 2C19. Η 1-ναφθαλδεΰδη στη συνέχεια οξειδώνεται σε 1-ναφθοϊκό οξύ ή ανάγεται σε 1-ναφθαλινεμεθανόλη. Η τερβιναφίνη μπορεί επίσης να υδροξυλιωθεί από τα ένζυμα CYP1A2, 2C9, 2C8, 2B6, και 2C19 σε υδροξυτεριβιναφίνη. Η υδροξυτεριβιναφίνη στη συνέχεια οξειδώνεται σε καρβοξυτεριβιναφίνη ή N-απομεθυλιώνεται από τα ένζυμα CYP3A4, 2B6, 1A2, 2C9, 2C8, και 2C19 σε δεσμεθυλυδροξυτεριβιναφίνη. Η τερβιναφίνη μπορεί να N-απομεθυλιωθεί σε δεσμεθυλτερβιναφίνη. Η δεσμεθυλτερβιναφίνη στη συνέχεια διυδροξυλιώνεται σε δεσμεθυλδιυδροδιόλη ή υδροξυλιώνεται σε δεσμεθυλυδροξυτεριβιναφίνη. Τέλος, η τερβιναφίνη μπορεί να διυδροξυλιωθεί σε διυδροδιόλη, η οποία στη συνέχεια N-απομεθυλιώνεται σε δεσμεθυλδιυδροδιόλη.
Οι γνωστοί μεταβολίτες της τερβιναφίνης σε ανθρώπους περιλαμβάνουν την N-Δεσμεθυλτερβιναφίνη, την Υδροξυτεριβιναφίνη και την 1-Ναφθαλδεΰδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η από του στόματος τερβιναφίνη έχει ενεργό χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 36 ώρες. Ωστόσο, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 200-400 ώρες καθώς κατανέμεται στους ιστούς του δέρματος και στο λιπώδη ιστό. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τοπικής τερβιναφίνης 1% αυξάνεται κατά τις πρώτες επτά ημέρες από περίπου 10-40 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
G7RIW8S0XP
TERBINAFINE
Χημική Δομή [CS] - Αλληλαμίνη
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμυκητιακό Αλληλαμίνης
Η τερβιναφίνη είναι ένα Αντιμυκητιακό Αλληλαμίνης.
TERBINAFINE
Αντιμυκητιακό Αλληλαμίνης [EPC]; Αλληλαμίνη [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.