THIOCOLCHICOSIDE
Θειοκολχικοσίδη
Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MUSCO-RIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Καψάκια, σκληρά: από το στόμα. Ενέσιμο διάλυμα: ενδομυϊκώς.
- Δόση έναρξης: 8 mg κάθε 12 ώρες
- Τιτλοποίηση: Πρέπει να αποφεύγονται οι δόσεις που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες δόσεις ή η μακροχρόνια χρήση (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Για την από του στόματος μορφή των 4 mg και 8 mgΔόση8 mg κάθε 12 ώρεςΜέγ. δόση8 mg κάθε 12 ώρες (16 mg ανά ημέρα)Η διάρκεια της θεραπείας περιορίζεται σε 7 συνεχόμενες ημέρες.
-
Για την ενδομυϊκή μορφήΔόση4 mg κάθε 12 ώρεςΜέγ. δόση4 mg κάθε 12 ώρες (8 mg ανά ημέρα)Η διάρκεια της θεραπείας περιορίζεται σε 5 συνεχόμενες ημέρες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Musco-ril δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών εξαιτίας ανησυχιών ως προς την ασφάλεια (βλ. παράγραφο 5.3).
block
SPC-MUSCO-RIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Κύηση
-
Γαλουχία
-
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη
-
Χαλαρή πάρεση, μυϊκή υποτονία
-
Παιδιά
warning
SPC-MUSCO-RIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική τοξικότηταΟι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται να αναφέρουν κάθε σημείο ηπατικής τοξικότητας.
-
ΣπασμοίΜπορεί να προδιαθέτει στην εμφάνιση σπασμών, ειδικότερα σε ασθενείς με επιληψία ή σε εκείνους που μπορεί να παρουσιάσουν επιληπτικές κρίσεις.
-
Δυσανεξία στη λακτόζη (Καψάκια)Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Διάρροια (Καψάκια)Σε περίπτωση διάρροιας, η θεραπεία με θειοκολχικοσίδη πρέπει να διακοπεί.
-
Λιποθυμία αγγειοκινητικής αιτιολογίας (Ενέσιμο διάλυμα)Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται μετά από την ένεση.
-
ΑνευπλοειδίαΩς προληπτικό μέτρο, η χρήση του προϊόντος σε δόσεις που υπερβαίνουν τη συνιστώμενη δόση ή η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Κίνδυνος κύησης και αντισύλληψηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται προσεκτικά σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο μίας πιθανής κύησης και για τα αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης που θα πρέπει να ακολουθούνται.
swap_horiz
SPC-MUSCO-RIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
μυοχαλαρωτικά ή κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματοςπιθανόν συνεργική δράση
sick
SPC-MUSCO-RIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Αναφυλακτική καταπληξία μετά από ενδομυϊκή χορήγηση
- Υπνηλία
- Λιποθυμία αγγειοκινητικής αιτιολογίας
- Σπασμοί
- Διάρροια
- Γαστραλγία
- Ναυτία
- Έμετος
- Κυτταρολυτική και χολοστατική ηπατίτιδα
- Αλλεργικές αντιδράσεις του δέρματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική καταπληξία μετά από ενδομυϊκή χορήγησηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΛιποθυμία αγγειοκινητικής αιτιολογίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΓαστραλγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΚυτταρολυτική και χολοστατική ηπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές αντιδράσεις του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-MUSCO-RIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της θειοκολχικοσίδης σε έγκυες γυναίκες. Ως εκ τούτου, οι δυνητικοί κίνδυνοι για το έμβρυο και το κύημα είναι άγνωστοι. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Η χρήση του Musco-ril αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεδομένου ότι περνά στο μητρικό γάλα, η χρήση της θειοκολχικοσίδης αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΣε μία μελέτη γονιμότητας που πραγματοποιήθηκε σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε διαταραχή της γονιμότητας σε δόσεις έως και 12 mg/kg, δηλ. σε δόσεις που δεν προκαλούν κλινική επίδραση. Η θειοκολχικοσίδη και οι μεταβολίτες της ασκούν ανευπλοειδογόνο δράση σε διαφορετικά επίπεδα συγκέντρωσης, γεγονός που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για διαταραχή της γονιμότητας στον άνθρωπο (βλ. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MUSCO-RIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MUSCO-RIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Δοσολογία
o Για την από του στόματος μορφή των 4 mg και 8 mg: Η συνιστώμενη και μέγιστη δόση είναι 8 mg κάθε 12 ώρες (δηλ. 16 mg ανά ημέρα). Η διάρκεια της θεραπείας περιορίζεται σε 7 συνεχόμενες ημέρες. o Για την ενδομυϊκή μορφή: Η συνιστώμενη και μέγιστη δόση είναι 4 mg κάθε 12 ώρες (δηλ. 8 mg ανά ημέρα). Η διάρκεια της θεραπείας περιορίζεται σε 5 συνεχόμενες ημέρες. o Για την από του στόματος και ενδομυϊκή μορφή: Πρέπει να αποφεύγονται οι δόσεις που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες δόσεις ή η μακροχρόνια χρήση (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Musco-ril δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών εξαιτίας ανησυχιών ως προς την ασφάλεια (βλ. παράγραφο 5.3).
Τρόπος χορήγησης
Καψάκια, σκληρά: από το στόμα. Ενέσιμο διάλυμα: ενδομυϊκώς.
block
Αντενδείξεις
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Αντενδείξεις
Η θειοκολχικοσίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται:
- σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης
- κατά τη γαλουχία
- σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη
- σε χαλαρή πάρεση, μυϊκή υποτονία
- παιδιά.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Χρησιμοποιείται η ακόλουθη κλίμακα συχνότητας κατά CIOMS: Πολύ συχνές ( 1 0%), συχνές (1% έως <10%), όχι συχνές (0,1% έως <1%), σπάνιες (0,01% έως <0,1%), πολύ σπάνιες (<0,01%), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Αναφυλακτικές αντιδράσεις, όπως Όχι συχνές: Κνησμός Σπάνιες: Κνίδωση Μη γνωστές: Αγγειονευρωτικό οίδημα, αναφυλακτική καταπληξία μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: Υπνηλία, Μη γνωστές: Λιποθυμία αγγειοκινητικής αιτιολογίας που συνήθως παρουσιάζεται τα επόμενα λεπτά από την ενδομυϊκή ένεση (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση», υποκεφάλαιο «Προφυλάξεις»), σπασμοί (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση», υποκεφάλαιο «Προειδοποιήσεις»).
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συχνές: Διάρροια (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση», υποκεφάλαιο «Προφυλάξεις»), γαστραλγία Όχι συχνές: Ναυτία, έμετος.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Μη γνωστές: Κυτταρολυτική και χολοστατική ηπατίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση», υποκεφάλαιο «Προειδοποιήσεις»).
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: Αλλεργικές αντιδράσεις του δέρματος.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της θειοκολχικοσίδης σε έγκυες γυναίκες. Ως εκ τούτου, οι δυνητικοί κίνδυνοι για το έμβρυο και το κύημα είναι άγνωστοι. Οι μελέτες σε ζώα έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις (βλ. παράγραφο 5.3). Η χρήση του Musco-ril αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη (βλ. παράγραφο 4.3).
Θηλασμός
Δεδομένου ότι περνά στο μητρικό γάλα, η χρήση της θειοκολχικοσίδης αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
Γονιμότητα
Σε μία μελέτη γονιμότητας που πραγματοποιήθηκε σε αρουραίους, δεν παρατηρήθηκε διαταραχή της γονιμότητας σε δόσεις έως και 12 mg/kg, δηλ. σε δόσεις που δεν προκαλούν κλινική επίδραση. Η θειοκολχικοσίδη και οι μεταβολίτες της ασκούν ανευπλοειδογόνο δράση σε διαφορετικά επίπεδα συγκέντρωσης, γεγονός που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για διαταραχή της γονιμότητας στον άνθρωπο (βλ. παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MUSCO-RIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
- Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της θειοκολχικοσίδης εμφανίζονται σε 30 λεπτά και φθάνουν τις τιμές των 113 ng/mL έπειτα από δόση 4 mg και των 175 ng/mL έπειτα από δόση 8 mg. Οι ανάλογες τιμές της AUC είναι 283 και 417 ng.h/mL, αντίστοιχα. Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 παρατηρείται, επίσης, σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις με Cmax της τάξεως των 11,7 ng/mL 5 ώρες μετά τη δόση και AUC 83 ng.h/mL. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον ανενεργό μεταβολίτη SL59.0955.
- Μετά την από του στόματος χορήγηση η θειοκολχικοσίδη δεν ανιχνεύεται στο πλάσμα. Μόνο δύο μεταβολίτες παρατηρούνται: Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 και ένας ανενεργός μεταβολίτης, ο SL59.0955. Και για τους δύο μεταβολίτες, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 1 ώρα μετά τη χορήγηση της θειοκολχικοσίδης. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση θειοκολχικοσίδης 8 mg, οι Cmax και AUC του SL18.0740 είναι περίπου 60 ng/mL και 130 ng.h/mL αντίστοιχα. Για τον SL59.0955 οι τιμές αυτές είναι πολύ χαμηλότερες: Η Cmax είναι περίπου 13 ng/mL και η AUC κυμαίνεται από 15,5 ng.h/mL (έως τις 3 ώρες) έως 39,7 ng.h/mL (έως τις 24 ώρες). Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της θειοκολχικοσίδης υπολογίζεται σε περίπου 42,7 L μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 8 mg. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τους δύο μεταβολίτες. Βιομετασχηματισμός Μετά την από του στόματος χορήγηση, η θειοκολχικοσίδη μεταβολίζεται αρχικά στην αγλυκόνη 3-demethyltiocolchicine ή SL59.0955. Το στάδιο αυτό λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω μεταβολισμού στο έντερο, γεγονός που εξηγεί την απουσία αμετάβλητης θειοκολχικοσίδης στη συστηματική κυκλοφορία μέσω αυτής της οδού χορήγησης. Εν συνεχεία πραγματοποιείται γλυκουρονική σύζευξη του SL59.0955 σε SL18.0740 που έχει ισοδύναμη φαρμακολογική δράση με τη θειοκολχικοσίδη και, ως εκ τούτου, υποστηρίζει τη φαρμακολογική δράση μετά την από του στόματος χορήγηση της θειοκολχικοσίδης. Ο SL59.0955 επίσης απομεθυλιώνεται σε didemethyl-thiocolchicine. Αποβολή
- Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής (t ) της θειοκολχικοσίδης είναι 1,5 ώρες και η κάθαρση στο πλάσμα 19,2 L/h.
- Μετά από χορήγηση από του στόματος, η συνολική ραδιενέργεια αποβάλλεται κυρίως στα κόπρανα (79%) ενώ η απέκκριση στα ούρα αντιπροσωπεύει μόνο το 20%. Δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη θειοκολχικοσίδη στα ούρα ή στα κόπρανα. Ο SL18.0740 και ο SL59.0955 εμφανίζονται στα ούρα και στα κόπρανα ενώ η didemethyl-thiocolchicine ανακτάται μόνο στα κόπρανα. Μετά από την από του στόματος χορήγηση θειοκολχικοσίδης, ο μεταβολίτης SL18.0740 αποβάλλεται με φαινομενική t που κυμαίνεται από 3,2 έως 7 ώρες ενώ ο μεταβολίτης SL59.0955 έχει μέση τιμή t της τάξεως των 0,8 ωρών.
ΕΟΦ · 10.3
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
expand_more
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. Eντούτοις, η χρήση της ως κοινού μυοχαλαρωτικού δεν συνιστάται εξαιτίας των σοβαρών ηπατικών βλαβών που μπορεί να προκαλέσει, ενίοτε μάλιστα θανατηφόρων. Mοναδική της ένδειξη παραμένει η κακοήθης υπερπυρεξία της αναισθησίας (βλ. 15.2.9).
O ακριβής μηχανισμός δράσης των μυοχαλαρωτικών δεν είναι γνωστός. Aπό πολλούς θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα της ηρεμιστικής τους ιδιότητας, κοινής άλλωστε για όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής. Mολονότι για μερικούς τα κλινικά αποτελέσματα φαίνεται να είναι ανώτερα του εικονικού φαρμάκου (placebo) στην ανακούφιση συμπτωμάτων από τοπικό μυικό σπασμό, εντούτοις δεν φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματικά των αντιφλεγμονωδών ή κοινών αναλγητικών, ούτε φαίνεται να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Γενικώς η κλινική τους αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται απόλυτα τεκμηριωμένη.
Ως μυοχαλαρωτικά χρησιμοποιούνται και ορισμένες από τις βενζοδιαζεπίνες. Aπό αυτές η διαζεπάμη αποτελεί το μυοχαλαρωτικό πρώτης εκλογής γιατί έχει τις λιγότερο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, είναι το περισσότερο μελετημένο και περισσότερο αποτελεσματικό. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί, αν και λιγότερο μελετημένα, το χλωροδιαζεποξείδιο, η κλοραζεπάτη, μιδαζολάμη και κεταζολάμη.
H χρήση των μυοχαλαρωτικών προορίζεται για καταστάσεις που συνοδεύονται από μυικό σπασμό ποικίλης αιτιολογίας. Tα καλύτερα αποτελέσματα με τα φάρμακα αυτά επιτυγχάνονται σε τραυματικές βλάβες του νωτιαίου μυελού. Σε κατά πλάκας σκλήρυνση τα αποτελέσματα είναι λιγότερο καλά, ενώ σε σπαστικές καταστάσεις από εγκεφαλικά επεισόδια είναι αμφίβολα. Eπίσης χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική ανακούφιση επώδυνων μυικών συσπάσεων τοπικής αιτιολογίας (τραυματισμοί, ριζίτιδες από εκφυλιστική αρθροπάθεια, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, σπονδυλολίσθηση κλπ.). Eντούτοις, οι καταστάσεις αυτές στην πλειονότητα των περιπτώσεων ανταποκρίνονται καλά με απλά συντηρητικά μέσα (ανάπαυση, ακινησία, εφαρμογή θερμών επιθεμάτων, φυσικοθεραπεία, χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών). Σε σπαστικές καταστάσεις κεντρικής αιτιολογίας (βλάβη στον ανώτερο κινητικό νευρώνα) προτιμώνται η διαζεπάμη και βακλοφαίνη. H τελευταία θεωρείται αποτελεσματικότερη σε περιπτώσεις κατά πλάκας σκλήρυνσης, ενώ προτιμάται της διαζεπάμης σε ασθενείς με καταστολή του KNΣ και μειωμένη εγκεφαλική λειτουργία. Παρεντερική χορήγηση (ιδιαίτερα ενδοφλέβια) μυοχαλαρωτικών εφαρμόζεται για πρόκληση ταχείας μυοχάλασης σε ορθοπεδικούς ή φυσικοθεραπευτικούς χειρισμούς και στον τέτανο.
Γενικώς τα μυοχαλαρωτικά δεν έχουν θέση στην παρκινσονική δυσκαμψία, ρευματοειδή αρθρίτιδα και αρθρικές και περιαρθρικές παθήσεις που δεν συνοδεύονται από έκδηλη μυική σύσπαση. Mακροχρόνια χορήγησή τους πρέπει να αποφεύγεται. Σε μερικούς ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις η χορήγηση μυοχαλαρωτικών μπορεί να προκαλέσει μείωση της λειτουργικότητας των άκρων κυρίως από εξουδετέρωση της αντιρροπιστικής λειτουργικής υπερτονίας. H κινίνη (βλ. 5.4.1) σε δόση 200-300 mg χορηγούμενη το βράδυ πριν από την κατάκλιση φαίνεται να είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση από νυκτερινές κράμπες των άκρων. Eπίσης το γλυκονικό ασβέστιο (βλ. 9.3.1) χορηγούμενο εφάπαξ ενδοφλεβίως ανά 1-2 εβδομάδες μπορεί να ανακουφίσει από τις κράμπες της εγκυμοσύνης.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η βακλοφαίνη, η καρισοπροδόλη, η διαζεπάμη, η φαινυραμιδόλη, η ορφεναδρίνη, η θειοκολχικοσίδη, η μεθοκαρβαμόλη και η τιζανιδίνη.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι ~25%. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η Cmax της θειοκολχικοσίδης εμφανίζεται σε 30 λεπτά και φτάνει τιμές 113 ng/mL μετά από δόση 4 mg και 175 ng/mL μετά από δόση 8 mg. Οι αντίστοιχες τιμές AUC είναι 283 και 417 ng.h/mL. Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 ανιχνεύεται σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις με Cmax 11,7 ng/mL που εμφανίζεται 5 ώρες μετά τη χορήγηση και AUC 83 ng.h/mL. Μετά από από του στόματος χορήγηση, δεν ανιχνεύεται θειοκολχικοσίδη στο πλάσμα. Παρατηρούνται μόνο δύο μεταβολίτες: Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης SL18.0740 και ένας ανενεργός μεταβολίτης SL59.0955. Και για τους δύο μεταβολίτες, οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις εμφανίζονται 1 ώρα μετά τη χορήγηση θειοκολχικοσίδης. Μετά από μία μόνο δόση 8 mg θειοκολχικοσίδης από του στόματος, η Cmax και η AUC του SL18.0740 είναι περίπου 60 ng/mL και 130 ng.h/mL αντίστοιχα. Για το SL59.0955 αυτές οι τιμές είναι πολύ χαμηλότερες: Cmax περίπου 13 ng/mL και AUC κυμαίνεται από 15,5 ng.h/mL (έως 3 ώρες) έως 39,7 ng.h/mL (έως 24 ώρες).
Η θειοκολχικοσίδη δεν απεκκρίνεται αμετάβλητη, αλλά ως ένας από τους τρεις μεταβολίτες που ανιχνεύονται στα κόπρανα (~79%) ή στα ούρα (20%). Η 3-δεμεθυλοκολχικίνη (M2) και η 3-Ο-γλυκουρονο-δεμεθυλοκολχικίνη (M1) ανιχνεύονται τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα, ενώ η δι-δεμεθυλοκολχικίνη ανιχνεύεται μόνο στα κόπρανα.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της θειοκολχικοσίδης εκτιμάται σε περίπου 42,7 L μετά από ενδομυϊκή ένεση 8 mg.
Κύρια εξω-νεφρική απέκκριση (75% της συνολικής κάθαρσης του σώματος).