TIOCONAZOLE
Τιοκοναζόλη
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η μετρονιδαζόλη για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδας. Ως …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LAKAFIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: τοπική
- Χορήγηση: κάθε δώδεκα ώρες
- Δόση έναρξης: Η λάκα πρέπει να εφαρμόζεται στους προσβεβλημένους όνυχες και το άμεσα περιβάλλον δέρμα κάθε δώδεκα ώρες
- Τιτλοποίηση: Μια φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα θα πρέπει να λιμάρεται ο κεράτινος δίσκος των ονύχων.
-
ΕνήλικεςΔόσηΗ λάκα πρέπει να εφαρμόζεται στους προσβεβλημένους όνυχες και το άμεσα περιβάλλον δέρμα κάθε δώδεκα ώρεςΜια φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα θα πρέπει να λιμάρεται ο κεράτινος δίσκος των ονύχων. Η διάρκεια της θεραπείας φτάνει τους έξι μήνες. Παρόλα αυτά ο χρόνος θεραπείας μπορεί να παραταθεί μέχρι τους δώδεκα μήνες.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΝα χρησιμοποιείται η ίδια δόση όπως και στους ενήλικες.Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
-
ΠαιδιάΔόσηΝα χρησιμοποιείται η ίδια δόση όπως και στους ενήλικες.Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
block
SPC-LAKAFIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στους αντιμυκητισιακούς παράγοντες ιμιδαζόλης ή σε κάποιο από τα συστατικά του φαρμάκου.ΠληθυσμόςUnspecified
-
Η χρήση του φαρμάκου αυτού δεν ενδείκνυται κατά την κύηση.ΠληθυσμόςΚύηση
warning
SPC-LAKAFIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΧρήσηΤο LAKAFIN δεν προορίζεται για οφθαλμική χρήση.
swap_horiz
SPC-LAKAFIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-LAKAFIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πομφολυγώδες εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Πόνος
- Οίδημα
- Αίσθημα καύσου
- Δερματίτιδα εξ΄επαφής
- Ξηροδερμία
- Διαταραχές των ονύχων (αποχρωματισμός των ονύχων, παρωνύχια φλεγμονή και πόνος των ονύχων)
- Εξάνθημα
- Απολέπιση του δέρματος
- Ερεθισμός του δέρματος
- Αλλεργική αντίδραση (συμπεριλαμβανόμενου του περιφερικού οιδήματος, του περικογχικού οιδήματος και της κνίδωσης)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΣυμπτώματα τοπικού ερεθισμού (ήπια και παροδικά)Δέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΠομφολυγώδες εξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΠόνοςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΟίδημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσουΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα εξ΄επαφήςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΞηροδερμίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός των ονύχωνΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΠαρωνύχια φλεγμονήΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΠόνος των ονύχωνΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΑπολέπιση του δέρματοςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΕρεθισμός του δέρματοςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςΑλλεργική αντίδραση (περιλαμβανομένου του περιφερικού οιδήματος, του περικογχικού οιδήματος και της κνίδωσης)Ανοσοποιητικό σύστημα
pregnant_woman
SPC-LAKAFIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΠαρόλα αυτά, η χρήση του LAKAFIN αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, λόγω του παρατεταμένου χρόνου θεραπείας στις λοιμώξεις ονύχων. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί και διαγνωσθεί κύηση του ατόμου που λαμβάνει το σκεύασμα, θα πρέπει άμεσα να διακοπεί η εφαρμογή του.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, η γαλουχία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά, για όσο διάστημα χορηγείται το LAKAFIN.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LAKAFIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LAKAFIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LAKAFIN
expand_more
Δοσολογία
Οδός χορήγησης: τοπική. Η λάκα ονύχων LAKAFIN προορίζεται για τοπική χρήση.
Δοσολογία: Ενήλικες: Η λάκα πρέπει να εφαρμόζεται στους προσβεβλημένους όνυχες και το άμεσα περιβάλλον δέρμα κάθε δώδεκα ώρες, χρησιμοποιώντας το ειδικό πινέλο εφαρμογής. Μια φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα θα πρέπει να λιμάρεται ο κεράτινος δίσκος των ονύχων. Η διάρκεια της θεραπείας φτάνει τους έξι μήνες. Παρόλα αυτά ο χρόνος θεραπείας μπορεί να παραταθεί μέχρι τους δώδεκα μήνες.
Χρήση σε ηλικιωμένους: Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να χρησιμοποιείται η ίδια δόση όπως και στους ενήλικες.
Χρήση σε παιδιά: Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να χρησιμοποιείται η ίδια δόση όπως και στους ενήλικες.
block
Αντενδείξεις
SPC-LAKAFIN
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LAKAFIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LAKAFIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LAKAFIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Το LAKAFIN είναι καλά ανεκτό όταν εφαρμόζεται τοπικά. Έχουν αναφερθεί συμπτώματα τοπικού ερεθισμού κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας θεραπείας, τα οποία είναι ήπια και παροδικά. Εντούτοις, αν εμφανισθεί αντίδραση ευαισθησίας με τη χρήση του LAKAFIN, η χορήγηση θα πρέπει να διακοπεί και να εφαρμοστεί κατάλληλη θεραπεία.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού (στο σημείο εφαρμογής): πομφολυγώδες εξάνθημα, δερματίτιδα, κνησμός, πόνος, οίδημα, αίσθημα καύσου, δερματίτιδα εξ΄επαφής, ξηροδερμία, διαταραχές των ονύχων (αποχρωματισμός των LAKAFIN ονύχων, παρωνύχια φλεγμονή και πόνος των ονύχων), εξάνθημα, απολέπιση του δέρματος, ερεθισμός του δέρματος.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αλλεργική αντίδραση (συμπεριλαμβανόμενου του περιφερικού οιδήματος, του περικογχικού οιδήματος και της κνίδωσης).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LAKAFIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LAKAFIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
H tioconazole ανήκει στα ιμιδαζολικά παράγωγα και είναι δραστική έναντι των μυκήτων (δερματόφυτα, ζυμομύκητες). Έχει δείξει μυκητοκτόνο δράση έναντι ειδών του γένους Candida (Candida spp.), T. rubrum και T.mentagrophytes χρησιμοποιώντας μοντέλα ποντικών. In vitro έχει δείξει μυκητοκτόνο δράση έναντι παθογόνων δερματοφύτων, ζυμομυκήτων και άλλων μυκήτων. Η ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) ήταν 6.25 mg/l και 12.5 mg/l για τα δερματόφυτα και τα είδη Candida αντίστοιχα. Η ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) για τα είδη Staphylococcus, Streptococcus είναι 100 mg/l ή μικρότερη.
Από του στόματος χορηγούμενη tioconazole (200 mg/kg) σε ποντικούς δεν επηρέασε τη συμπεριφορά τους. Ενδοφλέβιες χορηγήσεις (25 mg/kg) προκάλεσαν δοσο-εξαρτώμενες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, ρίγη και κατάπτωση. Μικρή αλλά δοσοεξαρτώμενη διαταραχή της επίδοσης στα ποντίκια στην περιστρεφόμενη ράβδο εμφάνισε από τα 25 mg/kg. Ελαφρά αντιχολινεργική και αντιισταμινική (Η1) δράση καταγράφηκε in vitro, χωρίς καμία επίδραση στο μέγεθος της κόρης των ματιών in vivo.
Η tioconazole χορηγούμενη από του στόματος επιμήκυνε τη διάρκεια ύπνου από αλκοόλ και πεντοβαρβιτόνη στα 150 και 37,5 mg/kg αντίστοιχα. Σε αναισθητοποιημένη γάτα, η χορήγηση tioconazole ενδοφλεβίως σε ποσότητα 2,5 - 10 mg/kg προκάλεσε σύντομες μειώσεις στην αρτηριακή πίεση και αυξημένο καρδιακό ρυθμό, αιματουρία, ρίγη και συσπάσεις.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LAKAFIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η από του στόματος χορηγούμενη tioconazole οδηγεί σε ταχεία και παρατεταμένη απορρόφηση σε αρουραίους, πιθήκους και ανθρώπους, με κύριο μεταβολίτη ένα γλυκουρονικό παράγωγο της tioconazole. Η πρόσληψη από τους ιστούς στους αρουραίους και τα ποντίκια ήταν υψηλότερη στο συκώτι, τα νεφρά και το έντερο, με απέκκριση σε όλα τα είδη κυρίως στα κόπρανα.
Μελέτες σε αρουραίους, με επισημασμένη tioconazole (C14 tioconazole) που χορηγήθηκε κολπικά, δερματικά και από του στόματος επιβεβαίωσαν τη σημαντικά μικρότερη απορρόφηση της tioconazole μέσω της τοπικής οδού χορήγησης.
Στον άνθρωπο, από του στόματος χορηγούμενες μορφές της tioconazole (500 mg) εμφάνισαν συγκεντρώσεις στο πλάσμα της τάξης των 1300 ng/ml. Μετά από τοπική εφαρμογή της δερματικής κρέμας 1% (20 mg/ημέρα) για 28 ημέρες, ή της κολπικής κρέμας 2% (100 mg/ ημέρα) για 30 ημέρες, τα μέσα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα ήταν αμελητέα π.χ. 10,1 και 11,5 ng/ml αντίστοιχα. Μετά από απλή χορήγηση της κολπικής αλοιφής tioconazole 6,5% w/w (tioconazole 300 mg) τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα ήταν 18 ng/ml στους ανθρώπους, περίπου 8 ώρες μετά τη δόση.
ΕΟΦ · 7.5
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
expand_more
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η τιoκοναζόλη είναι ένα αντιμυκητιασικό φάρμακο της κατηγορίας των ιμιδαζολών που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από μύκητες ή ζύμες. Οι τοπικές παρασκευές (δέρματος) τιoκοναζόλης είναι επίσης διαθέσιμες για την τριχοφυτίαση, τη δερματοφυτία της βουβωνικής χώρας, τα πόδια του αθλητή και την ποικιλόχρους πιτυρίαση ή “μύκητα του ήλιου”. Η τιoκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-άλφα δεμεθυλάση, ένα ένζυμο του κυτοχρώματος P-450 που μετατρέπει τη λανοστερόλη σε εργοστερόλη, ένα ουσιώδες συστατικό της μεμβράνης των ζυμών. Με αυτόν τον τρόπο, η τιoκοναζόλη αναστέλλει τη σύνθεση εργοστερόλης, οδηγώντας σε αυξημένη διαπερατότητα των κυττάρων.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για την τοπική θεραπεία της αιδοιοκολπικής καντιντιάσης (μονολιάσης).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η τιoκοναζόλη είναι ένας ευρέος φάσματος ιμιδαζολικός αντιμυκητιασκός παράγοντας που αναστέλλει την ανάπτυξη παθογόνων ζυμών στον άνθρωπο. Η τιoκοναζόλη εμφανίζει μυκητοκτόνο δράση in vitro εναντίον του Candida albicans, άλλων ειδών του γένους Candida, και εναντίον του Torulopsis glabrata. Η τιoκοναζόλη αναστέλλει την ανάπτυξη και τη λειτουργία ορισμένων μυκητιακών οργανισμών παρεμβαίνοντας στην παραγωγή ουσιών που απαιτούνται για τη διατήρηση της κυτταρικής μεμβράνης. Αυτό το φάρμακο είναι αποτελεσματικό μόνο για λοιμώξεις που προκαλούνται από μυκητιακούς οργανισμούς. Δεν θα λειτουργήσει για βακτηριακές ή ιογενείς λοιμώξεις.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η τιoκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α δεμεθυλάση, ένα ένζυμο του κυτοχρώματος P-450 που μετατρέπει τη λανοστερόλη σε εργοστερόλη, ένα ουσιώδες συστατικό της μεμβράνης των ζυμών. Με αυτόν τον τρόπο, η τιoκοναζόλη αναστέλλει τη σύνθεση εργοστερόλης, οδηγώντας σε αυξημένη διαπερατότητα των κυττάρων. Η τιoκοναζόλη μπορεί επίσης να αναστέλλει την ενδογενή αναπνοή, να αλληλεπιδρά με φωσφολιπίδια της μεμβράνης, να αναστέλλει τη μεταμόρφωση των ζυμών σε μυκηλιακές μορφές και την πρόσληψη πουρίνης, να διαταράσσει τη βιοσύνθεση τριγλυκεριδίων ή/και φωσφολιπιδίων, και να αναστέλλει την κίνηση ιόντων ασβεστίου και καλίου μέσω της κυτταρικής μεμβράνης, εμποδίζοντας το μονοπάτι μεταφοράς ιόντων γνωστό ως κανάλι Gardos.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Η συστηματική απορρόφηση μετά από μία μόνο ενδοκολπική χορήγηση τιoκοναζόλης σε μη έγκυες ασθενείς είναι αμελητέα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν ερύθημα, αίσθημα καύσου, φλύκταινες, απολέπιση, οίδημα, κνησμό, κνίδωση, κάψιμο και γενικό ερεθισμό του δέρματος, και κράμπες.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τιoκοναζόλη είναι ένας ευρέως φάσματος ιμιδαζολικός αντιμυκητιακός παράγοντας που αναστέλλει την ανάπτυξη παθογόνων μυκήτων του ανθρώπου. Η τιoκοναζόλη εμφανίζει μυκητοκτόνο δράση in vitro έναντι του Candida albicans, άλλων ειδών του γένους Candida, και έναντι του Torulopsis glabrata. Η τιoκοναζόλη παρεμποδίζει την ανάπτυξη και τη λειτουργία ορισμένων μυκητιακών οργανισμών παρεμβαίνοντας στην παραγωγή ουσιών απαραίτητων για τη διατήρηση της κυτταρικής μεμβράνης. Εκτός από τις αντιμυκητιακές της επιδράσεις ευρέος φάσματος, με την τιoκοναζόλη να είναι αποτελεσματική έναντι των συχνά εμφανιζόμενων δερματοφυτών και μυκήτων τύπου ζύμης, η τιoκοναζόλη έχει επίσης αντιβακτηριακές επιδράσεις σε ορισμένα Gram-θετικά κοκκικά βακτήρια.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η τιoκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α δεμεθυλάση, ένα ένζυμο του κυτοχρώματος P-450 που μετατρέπει τη λανοστερόλη σε εργοστερόλη, ένα απαραίτητο συστατικό της μεμβράνης των ζυμών. Με αυτόν τον τρόπο, η τιoκοναζόλη αναστέλλει τη σύνθεση εργοστερόλης, οδηγώντας σε αυξημένη κυτταρική διαπερατότητα. Η τιoκοναζόλη μπορεί επίσης να αναστέλλει την ενδογενή αναπνοή, να αλληλεπιδρά με φωσφολιπίδια της μεμβράνης, να αναστέλλει τη μεταμόρφωση των ζυμών σε μυκηλιακές μορφές και την πρόσληψη πουρινών, να διαταράσσει τη βιοσύνθεση τριγλυκεριδίων ή/και φωσφολιπιδίων, και να αναστέλλει την κίνηση ιόντων ασβεστίου και καλίου μέσω της κυτταρικής μεμβράνης, μπλοκάροντας την οδό μεταφοράς ιόντων γνωστή ως κανάλι Gardos.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η συστηματική απορρόφηση μετά από μία μόνο ενδοκολπική εφαρμογή τιoκοναζόλης σε μη έγκυες ασθενείς είναι αμελητέα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η από του στόματος χορηγούμενη τιoκοναζόλη μεταβολίζεται εκτενώς. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι οι γλυκουρονιδικοί συζεύξεις.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη STEROL 14-DEMETHYLASE. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
S57Y5X1117
TIOCONAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αζολικό Αντιμυκητιακό
Χημική Δομή [CS] - Αζόλες
Η τιoκοναζόλη είναι ένα Αζολικό Αντιμυκητιακό.
TIOCONAZOLE
Αζόλες [CS]; Αζολικό Αντιμυκητιακό [EPC]
Οδός χορήγησης
Μορφή
Scientific Profile
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τους ΒΙΟΚΤΟΝΟΥΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη STEROL 14-DEMETHYLASE. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.