Κλινική σημασία
Η εξέταση α1-αντιθρυψίνης (ΑΑΤ) πραγματοποιείται για την αξιολόγηση πιθανής ανεπάρκειας αυτής της πρωτεΐνης. Η υποψία για ανεπάρκεια ΑΑΤ τίθεται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ΧΑΠ πριν την ηλικία των 50 ετών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις οικογενειακού ιστορικού, χρόνιας βρογχίτιδας με απόφραξη σε μη καπνιστές, βρογχεκτασίες ή κίρρωση ήπατος χωρίς εμφανείς παράγοντες κινδύνου.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση μετρά την α1-αντιθρυψίνη (ΑΑΤ), μια πρωτεΐνη που:
- Συντίθεται στο ήπαρ.
- Λειτουργεί ως αναστολέας πρωτεολυτικών ενζύμων.
- Προστατεύει τους ιστούς, ιδίως τους πνεύμονες, από βλάβες.
Η εξέταση
Ανεπάρκεια ΑΑΤ
- Μπορεί να είναι κληρονομική (συχνότερη σε άτομα ευρωπαϊκής καταγωγής, εμφανιζόμενη νωρίς στη ζωή).
- Μπορεί να είναι επίκτητη (συνδέεται με ηπατικές νόσους, νεφρωσικό σύνδρομο, υποσιτισμό).
- Επιτρέπει στα πρωτεολυτικά ένζυ να προκαλέσουν σοβαρή πνευμονική βλάβη, οδηγώντας σε εμφύσημα σε νεαρή ενήλικη ζωή.
- Ευθύνεται για λιγότερο από το 1% των περιπτώσεων Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ).
Αυξημένα επίπεδα ΑΑΤ παρατηρούνται σε:
- Οξείες φλεγμονές
- Καρκίνο
- Χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις
- Χρόνια ηπατική νόσο, ηπατίτιδα
- Εγκυμοσύνη, στρες
- Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, θυρεοειδίτιδα
- Λήψη οιστρογόνων, αντισυλληπτικών, στεροειδών
Μειωμένα επίπεδα ΑΑΤ υποδηλώνουν:
- Συγγενή ανεπάρκεια
- Χρόνια ηπατική νόσο
- Εμφύσημα
- Υποσιτισμό
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Σοβαρή ηπατική βλάβη