Κλινική σημασία
Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση ασθενών με διαβήτη και την υποστήριξη των θεραπευτικών αποφάσεων. Επίσης, είναι χρήσιμη για τη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη και του προδιαβήτη. Συνιστάται η διενέργειά της κατά την αρχική διάγνωση του διαβήτη και στη συνέχεια 2 έως 4 φορές ετησίως. Μπορεί επίσης να ενταχθεί στις προληπτικές εξετάσεις (check-up) σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων διαβήτη. Για την εξέταση απαιτείται δείγμα φλεβικού αίματος ή τριχοειδικού αίματος από το δάκτυλο. Δεν απαιτείται καμία ειδική προετοιμασία πριν τη λήψη του δείγματος.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η εξέταση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c ή A1c) παρέχει μια εκτίμηση της μέσης συγκέντρωσης γλυκόζης στο αίμα κατά τους τελευταίους 2 με 3 μήνες. Η αιμοσφαιρίνη, μια πρωτεΐνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων, είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά οξυγόνου. Η επικρατέστερη μορφή της είναι η αιμοσφαιρίνη Α (95-98%). Όταν η γλυκόζη εισέρχεται στην κυκλοφορία, ένα μέρος της συνδέεται με την αιμοσφαιρίνη Α, σχηματίζοντας τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα γλυκόζης, τόσο μεγαλύτερη ποσότητα A1c παράγεται. Αυτή η σύνδεση είναι μη αναστρέψιμη και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη παραμένει στα ερυθρά αιμοσφαίρια καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους (περίπου 120 ημέρες). Η A1c παράγεται συνεχώς και απομακρύνεται καθώς τα γερασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια καταστρέφονται. Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας σε διαβητικούς ασθενείς, αξιολογώντας τη ρύθμιση της γλυκόζης. Από το 2010, οι οδηγίες της Αμερικανικής Εταιρείας Διαβήτη (ADA) επιτρέπουν τη χρήση της A1c για τη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη και του προδιαβήτη, σε συνδυασμό με τη γλυκόζη πλάσματος νηστείας και τη δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη. Για θεραπευτικούς σκοπούς, η αναφορά της A1c εξελίσσεται. Στις ΗΠΑ, αναφέρεται ως ποσοστό, με την ADA να συνιστά τιμές <7% για διαβητικούς. Το 2007, μετά από διεθνείς προσπάθειες, καθιερώθηκε μια ενιαία αναφορά της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης από την ADA, την Ευρωπαϊκή Εταιρεία για τη Μελέτη του Διαβήτη (EASD), τη Διεθνή Ομοσπονδία Κλινικής Χημείας και Εργαστηριακής Ιατρικής (IFCC) και τη Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF). Αυτή η ενοποιημένη αναφορά, σε συνδυασμό με τη μελέτη ADAG (A1c-Derived Average Glucose) που συσχέτισε την A1c με τη μέση γλυκόζη ορού, οδήγησε στην αναφορά της A1c με τρεις τρόπους: ως ποσοστό (NGSP), σε μονάδες IFCC (mmol/mol) και ως υπολογιζόμενη μέση τιμή γλυκόζης (eAG) σε mg/dL ή mmol/L. Στις ΗΠΑ, τα αποτελέσματα της A1c αναφέρονται τόσο ως ποσοστό όσο και ως eAG (σε mg/dL), διευκολύνοντας τη σύγκριση με τις μετρήσεις σακχάρου στο σπίτι και στο εργαστήριο. Η λήψη του δείγματος γίνεται με φλεβική παρακέντηση ή με τριχοειδικό αίμα από το δάκτυλο. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία του δείγματος.
Η εξέταση
Η εξέταση A1c και ο υπολογισμός της eAG χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της γλυκαιμικής ρύθμισης σε διαβητικούς ασθενείς. Στόχος είναι η διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης όσο το δυνατόν πιο κοντά στα φυσιολογικά, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι επιπλοκές από τη χρόνια υπεργλυκαιμία, όπως βλάβες στα νεφρά, τα μάτια, τα περιφερικά νεύρα και το καρδιαγγειακό σύστημα. Η A1c παρέχει μια εικόνα της μέσης γλυκόζης των τελευταίων μηνών, βοηθώντας στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας. Συχνά παραγγέλλεται σε νεοδιαγνωσθέντες διαβητικούς για να εκτιμηθεί το ιστορικό των επιπέδων γλυκόζης και στη συνέχεια περιοδικά για την επιβεβαίωση της καλής ρύθμισης. Η A1c μπορεί να χρησιμοποιηθεί για screening και διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη, αλλά όχι σε εγκύους, σε ασθενείς με πρόσφατη αιμορραγία ή μεταγγίσεις, σε χρόνια νεφρική ή ηπατική νόσο, σε αιματολογικές παθήσεις (π.χ. σιδηροπενική αναιμία, ανεπάρκεια Β12) ή αιμοσφαιρινοπάθειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προτιμώνται η γλυκόζη πλάσματος νηστείας ή η δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη. Μόνο οι τυποποιημένες εργαστηριακές μετρήσεις A1c είναι κατάλληλες για διαγνωστικούς σκοπούς. Οι μετρήσεις στο ιατρείο ή στο σπίτι είναι χρήσιμες για την παρακολούθηση, αλλά όχι για τη διάγνωση. Η A1c συνιστάται να μετράται 2 έως 4 φορές ετησίως, ανάλογα με τον τύπο και τη ρύθμιση του διαβήτη. Η ADA προτείνει τουλάχιστον 2 μετρήσεις ετησίως, με συχνότερες μετρήσεις κατά την αρχική διάγνωση ή σε περιπτώσεις κακής ρύθμισης. Για διαγνωστικούς λόγους ή screening, η A1c μπορεί να παραγγελθεί ως μέρος του τακτικού check-up ή σε υποψία διαβήτη λόγω συμπτωμάτων όπως πολυδιψία, πολυουρία, κόπωση, διαταραχές όρασης ή αργή επούλωση πληγών. Για την παρακολούθηση, η A1c αναφέρεται ως ποσοστό, με στόχο <7% για διαβητικούς. Το αποτέλεσμα μπορεί να περιλαμβάνει την υπολογιζόμενη eAG, η οποία βοηθά στη συσχέτιση της A1c με τις καθημερινές τιμές γλυκόζης. Η eAG είναι μια εκτίμηση της μέσης γλυκόζης των τελευταίων μηνών και δεν αντιστοιχεί σε καμία ημερήσια τιμή γλυκόζης ορού. Όσο πιο κοντά στο 6% διατηρείται η A1c (χωρίς σοβαρές υπογλυκαιμίες), τόσο καλύτερη είναι η ρύθμιση του διαβήτη. Υψηλότερες τιμές A1c και eAG αυξάνουν τον κίνδυνο επιπλοκών. Για screening και διάγνωση: μη διαβητικοί έχουν A1c μεταξύ 4% και 6%. Προδιαβήτης ορίζεται ως A1c μεταξύ 5.7% και 6.4% (39-46 mmol/mol). Διαβήτης διαγιγνώσκεται με A1c ≥6.5% (47 mmol/mol). Η A1c δεν αντικατοπτρίζει άμεσες ή οξείες μεταβολές της γλυκόζης. Παραλλαγές της αιμοσφαιρίνης (π.χ. δρεπανοκυτταρική αναιμία) ή καταστάσεις όπως αναιμία, αιμόλυση, σοβαρή αιμορραγία ή πρόσφατες μεταγγίσεις αίματος μπορούν να επηρεάσουν την ακρίβεια της A1c, οδηγώντας σε ψευδώς χαμηλές ή ψευδώς υψηλές τιμές. Η σιδηροπενία μπορεί επίσης να αυξήσει την A1c.