Περιγραφή
Οι αδενοϊοί είναι ιοί που μπορούν να προκαλέσουν ένα ευρύ φάσμα ασθενειών, επηρεάζοντας σχεδόν κάθε σύστημα οργάνων στο ανθρώπινο σώμα, όπως το αναπνευστικό (πνευμονία), το ουροποιητικό (κυστίτιδα), τους οφθαλμούς (επιπεφυκίτιδα), το γαστρεντερικό (διάρροια), το ήπαρ (ηπατίτιδα), την καρδιά (μυοκαρδίτιδα) και τον εγκέφαλο (εγκεφαλίτιδα). Οι λοιμώξεις από αδενοϊούς μπορούν να εμφανιστούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Ενώ οι κυτταροκαλλιέργειες αποτελούν την καθιερωμένη μέθοδο αναφοράς για τη διάγνωση, απαιτούν έως και 3 εβδομάδες για την ολοκλήρωση. Οι ορολογικές εξετάσεις είναι ταχύτερες, αλλά υστερούν σε ευαισθησία. Η μοριακή ανίχνευση με PCR προσφέρει μια γρήγορη, ειδική και ευαίσθητη μέθοδο για την ανίχνευση του DNA των αδενοϊών.
Οι αδενοϊοί είναι μη περιβεβλημένοι εικοσαεδρικοί ιοί με μέγεθος 70-90 nm και γραμμικό γονιδίωμα διπλής έλικας DNA. Η αναπαραγωγή τους λαμβάνει χώρα στον πυρήνα των μολυσμένων κυττάρων. Έχουν ταξινομηθεί σε 51 ορότυπους και 6 ομάδες. Προσβάλλουν κυρίως τα επιθηλιακά κύτταρα των οφθαλμών, του φάρυγγα, του αναπνευστικού και του γαστρεντερικού συστήματος. Μετά από περίοδο επώασης 5-10 ημερών, τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή προσβολής:
- Αναπνευστικές λοιμώξεις (Τύποι 1, 2, 5, 6): Εκδηλώνονται ως ρινίτιδα, μη βακτηριακή φαρυγγίτιδα, οξεία γριπώδης συνδρομή, ή ακόμα και πνευμονία, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά.
- Οφθαλμικές λοιμώξεις (Τύποι 3, 7): Μπορεί να εμφανιστούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με φαρυγγίτιδα, κυμαινόμενες από θυλακιώδη επιπεφυκίτιδα έως κερατοεπιπεφυκίτιδα, με πιθανότητα μόνιμης μερικής απώλειας όρασης.
- Γαστρεντερικές λοιμώξεις (Τύποι 40, 41): Δύο ορότυποι συνδέονται αιτιολογικά με τη βρεφική γαστρεντερίτιδα, ευθυνόμενοι για το 5-15% των ιογενών περιπτώσεων. Οι αδενοϊοί ανιχνεύονται σε αφθονία στα διαρροϊκά κόπρανα.
Η έκθεση σε αδενοϊούς ξεκινά νωρίς στην παιδική ηλικία, καθιστώντας τις λοιμώξεις πιο συχνές στα παιδιά. Περίπου το 5% των κοινών κρυολογημάτων σε παιδιά κάτω των 5 ετών οφείλεται σε αδενοϊούς, ενώ αποτελούν τη δεύτερη συχνότερη αιτία ιογενούς διάρροιας μετά τους ροταϊούς.
Η μετάδοση των αναπνευστικών αδενοϊών γίνεται κυρίως μέσω σταγονιδίων, αλλά και μέσω κοπράνων. Οι οφθαλμικές λοιμώξεις μπορεί να προκληθούν από μολυσμένο νερό σε πισίνες ή, στην περίπτωση του αδενοϊού τύπου 8, ιατρογενώς από ανεπαρκώς αποστειρωμένα οφθαλμολογικά εργαλεία. Οι εντερικές λοιμώξεις μεταδίδονται μέσω της κοπρανοστοματικής οδού, κυρίως μέσω άμεσης επαφής. Οι αδενοϊοί μπορούν να παραμείνουν ασυμπτωματικοί έως και 18 μήνες μετά τη μόλυνση ή να εισέλθουν σε λανθάνουσα φάση και να επανενεργοποιηθούν αργότερα.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες ιογενείς αναπνευστικές λοιμώξεις, οι αδενοϊοί προκαλούν αποτελεσματική και μακροχρόνια ανοσία έναντι επαναμολύνσεων, πιθανώς λόγω της προσβολής των περιφερικών λεμφαδένων και των λεμφοειδών κυττάρων του γαστρεντερικού. Η αντοχή στη νόσο συνδέεται άμεσα με την παρουσία κυκλοφορούντων εξουδετερωτικών αντισωμάτων, τα οποία ενδέχεται να διαρκούν εφ’ όρου ζωής. Τα μητρικά αντισώματα παρέχουν συνήθως προστασία στα βρέφη από σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις από αδενοϊούς.
Πώς γίνεται
Η μοριακή ανίχνευση του Αδενοϊού πραγματοποιείται με τη λήψη κατάλληλου δείγματος. Η διαδικασία μπορεί να γίνει είτε με λήψη του δείγματος (για συγκεκριμένους τύπους) απευθείας στο εργαστήριο της Διαγνωστικής Αθηνών, κατόπιν ραντεβού, είτε με λήψη του δείγματος από τον θεράποντα ιατρό του ασθενούς και αποστολή του στο εργαστήριο μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς.