Περιγραφή
Η αδιπονεκτίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται κυρίως από τον λιπώδη ιστό και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προστασία έναντι της αντίστασης στην ινσουλίνη, του σακχαρώδη διαβήτη και της αθηροσκλήρωσης. Χαμηλά επίπεδα αδιπονεκτίνης συνδέονται με την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας και καρδιαγγειακών παθήσεων. Πρόκειται για μια πρωτεΐνη 244 αμινοξέων, κωδικοποιημένη από το γονίδιο Adipo Q στο χρωμόσωμα 3, η οποία εκφράζεται και σε άλλους ιστούς όπως οστά, ήπαρ, μύες, επιθήλια και πλακούντα. Τα επίπεδα της αδιπονεκτίνης στον ορό μειώνονται στην παχυσαρκία και συσχετίζονται θετικά με την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Η αδιπονεκτίνη επιδεικνύει αντιδιαβητική, αντιφλεγμονώδη και αντιαθηρογόνο δράση, λειτουργώντας ως ευαισθητοποιητής στην ινσουλίνη. Ως εκ τούτου, αποτελεί έναν σημαντικό θεραπευτικό στόχο για τον διαβήτη και το μεταβολικό σύνδρομο, ενώ συμβάλλει και στην ενεργειακή ομοιόσταση μέσω της δράσης της στον υποθάλαμο. Άτομα με παχυσαρκία εμφανίζουν μειωμένα επίπεδα αδιπονεκτίνης, ενώ σε περιπτώσεις σημαντικής λιποβάρειας (π.χ. νευρική ανορεξία, υποσιτισμός) τα επίπεδα είναι υψηλότερα. Γενικά, υπάρχει αντίστροφη σχέση μεταξύ του σωματικού λίπους και των επιπέδων αδιπονεκτίνης. Η απώλεια βάρους σε παχύσαρκα άτομα οδηγεί σε αύξηση της αδιπονεκτίνης. Δεδομένου ότι η αδιπονεκτίνη ενισχύει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη συνήθως έχουν χαμηλά επίπεδα. Η αντίσταση στην ινσουλίνη, όπου τα κύτταρα δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στην ινσουλίνη, οδηγεί σε υπερινσουλιναιμία και μπορεί να προκαλέσει προδιαβήτη, διαβήτη τύπου 2 και διαβήτη κύησης. Ακόμη και σε μη παχύσαρκα άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη, παρατηρούνται χαμηλά επίπεδα αδιπονεκτίνης, υποδηλώνοντας πιθανή γενετική προδιάθεση. Η αθηροσκλήρωση, η συσσώρευση αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες, επιδεινώνεται από χαμηλά επίπεδα αδιπονεκτίνης λόγω της αντιφλεγμονώδους και καρδιοπροστατευτικής της δράσης, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η λιποδυστροφία, μια σπάνια πάθηση που χαρακτηρίζεται από ανώμαλη κατανομή λίπους, συσχετίζεται επίσης με χαμηλά επίπεδα αδιπονεκτίνης, ιδιαίτερα οι συγγενείς και οι σχετιζόμενες με τον HIV μορφές, λόγω του ρόλου της ορμόνης στην αποθήκευση λίπους. Η βελτίωση των επιπέδων αδιπονεκτίνης μπορεί να επιτευχθεί με συστηματική άσκηση και απώλεια βάρους. Φαρμακευτικές αγωγές όπως η μετφορμίνη και οι θειαζολιδινεδιόνες, που χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη τύπου 2, αυξάνουν επίσης τα επίπεδα της αδιπονεκτίνης.
Πώς γίνεται
Η μέτρηση της αδιπονεκτίνης πραγματοποιείται με αιμοληψία.
Προετοιμασία
Απαιτείται νηστεία 8-10 ωρών πριν την αιμοληψία.