Περιγραφή
Η μέτρηση των κατεχολαμινών, όπως η αδρεναλίνη (επινεφρίνη), η νοραδρεναλίνη (νορεπινεφρίνη) και η ντοπαμίνη, είναι κρίσιμη για τη διάγνωση φαιοχρωμοκυττώματος (όγκος των επινεφριδίων) και παραγαγγλιωμάτων (όγκοι των περιφερικών νεύρων), τα οποία μπορεί να προκαλέσουν παροξυσμική ή χρόνια υπέρταση. Επίσης, χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση ασθενών με νευροβλάστωμα. Οι κατεχολαμίνες παράγονται στον μυελό των επινεφριδίων, στους νευρώνες και στον εγκέφαλο. Η αδρεναλίνη, μια ορμόνη και νευροδιαβιβαστής, συντίθεται από τυροσίνη και απελευθερώνεται σε καταστάσεις στρες (π.χ. υπογλυκαιμία, φόβος), προκαλώντας βρογχοδιαστολή, αύξηση καρδιακού ρυθμού, γλυκογονόλυση και μείωση περιφερικής αντίστασης. Η νοραδρεναλίνη, η κυρίαρχη κατεχολαμίνη, συντίθεται από ντοπαμίνη και αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω αγγειοσυστολής, διαστέλλει τις κόρες και χαλαρώνει το γαστρεντερικό. Η ντοπαμίνη, νευροδιαβιβαστής, διαστέλλει τις νεφρικές αρτηρίες, αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και συστέλλει το περιφερικό αγγειακό σύστημα. Η μέτρηση των κατεχολαμινών στα ούρα 24ώρου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την ανίχνευση παροξυσμικών εκκρίσεων που ενδέχεται να μην ανιχνευθούν σε δείγματα πλάσματος. Αυξημένα επίπεδα μπορεί να υποδηλώνουν φαιοχρωμοκύττωμα, νευροβλάστωμα, στρες, υπογλυκαιμία, οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, θυρεοτοξίκωση, ή τη λήψη ορισμένων φαρμάκων (π.χ. επινεφρίνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά). Μειωμένα επίπεδα μπορεί να παρατηρηθούν σε νόσο Alzheimer ή με τη χρήση φαρμάκων όπως βαρβιτουρικά και κλονιδίνη.
Πώς γίνεται
Η εξέταση απαιτεί τη συλλογή ούρων 24ώρου. Ο ασθενής παραλαμβάνει ειδικό δοχείο συλλογής με συντηρητικό και αναλυτικές οδηγίες από το εργαστήριο. Μετά την ολοκλήρωση της συλλογής, το δείγμα παραδίδεται στο εργαστήριο για ανάλυση.