Κλινική σημασία
Αυτή η εξέταση διενεργείται για την ανίχνευση και παρακολούθηση της θεραπείας διαφόρων τύπων καρκίνου, όπως του ήπατος, των όρχεων ή των ωοθηκών. Συνιστάται όταν υπάρχει υποψία για αυτούς τους καρκίνους, κατά τη διάρκεια ή μετά από θεραπεία για αυτούς, ή σε ασθενείς με χρόνιες παθήσεις του ήπατος, όπως η χρόνια ηπατίτιδα ή η κίρρωση. Το δείγμα που απαιτείται είναι αίμα, το οποίο λαμβάνεται με φλεβοκέντηση από τον βραχίονα.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η AFP είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται από εμβρυϊκούς ιστούς, κυρίως του ήπατος, καθώς και από ορισμένους όγκους. Υψηλά επίπεδα AFP παρατηρούνται στην πλειονότητα των ασθενών με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα, καθώς και σε ορισμένους ασθενείς με καρκίνο των όρχεων και των ωοθηκών. Η εξέταση συνήθως προσδιορίζει την ολική AFP, δηλαδή το σύνολο των διαφόρων μορφών της πρωτεΐνης. Μία ειδική μορφή της AFP, η AFP-L3, έχει την ικανότητα να συνδέεται με την πρωτεΐνη Lens culinaris agglutinin. Η εξέταση AFP-L3% συγκρίνει την ποσότητα της AFP-L3 με την ολική AFP. Αυξημένο ποσοστό AFP-L3% υποδηλώνει αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκινώματος στο άμεσο μέλλον και συσχετίζεται με πιο επιθετική πορεία της νόσου. Η εξέταση AFP-L3% χρησιμοποιείται ευρύτερα σε ορισμένες χώρες, όπως η Ιαπωνία, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η χρήση της είναι πιο περιορισμένη. Το δείγμα αίματος συλλέγεται με φλεβοκέντηση από τον βραχίονα.
Η εξέταση
Η AFP χρησιμοποιείται για την ανίχνευση όγκων στο ήπαρ, τους όρχεις ή τις ωοθήκες. Σε ασθενείς με χρόνιες ηπατικές παθήσεις, όπως κίρρωση ή χρόνια ηπατίτιδα Β, οι οποίοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ηπατοκυτταρικού καρκινώματος, η AFP μπορεί να ζητηθεί σε συνδυασμό με απεικονιστικές εξετάσεις για έγκαιρη ανίχνευση. Η εξέταση AFP-L3% μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκινώματος σε ασθενείς με χρόνιες ηπατικές νόσους. Εάν έχει διαγνωστεί καρκίνος, η AFP μπορεί να παρακολουθείται περιοδικά για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει την AFP όταν υποψιάζεται καρκίνο του ήπατος, των όρχεων ή των ωοθηκών, παρακολουθεί ασθενείς με χρόνιες ηπατικές παθήσεις για την εμφάνιση καρκίνου, ή αξιολογεί την αποτελεσματικότητα της θεραπείας σε διαγνωσμένους ασθενείς. Η AFP-L3% μπορεί να ζητηθεί για την εκτίμηση κινδύνου, αν και η κλινική της χρησιμότητα βρίσκεται ακόμα υπό αξιολόγηση. Τα αποτελέσματα της εξέτασης πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με τις τιμές αναφοράς του εργαστηρίου, την ηλικία και το φύλο του ασθενούς. Αυξημένα επίπεδα AFP μπορεί να υποδηλώνουν καρκίνο του ήπατος, των ωοθηκών, όγκους γεννητικών κυττάρων των όρχεων, κίρρωση, ηπατίτιδα ή άλλους καρκίνους (π.χ. στομάχου, ορθού, πνεύμονα, μαστού, λέμφωμα). Σε ασθενείς με χρόνιο ηπατικό νόσημα, σημαντική αύξηση τόσο της AFP όσο και της AFP-L3% υποδηλώνει αυξημένο κίνδυνο ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η AFP και η AFP-L3% είναι δείκτες και όχι διαγνωστικά εργαλεία. Πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με απεικονιστικές εξετάσεις και δεν ενδείκνυνται για γενικό πληθυσμιακό έλεγχο. Γενικά, υψηλότερα επίπεδα AFP σε ασθενείς με καρκίνο συσχετίζονται με μεγαλύτερο μέγεθος όγκου. Η μείωση των επιπέδων AFP μετά τη θεραπεία υποδηλώνει ανταπόκριση, ενώ η μη επιστροφή σε φυσιολογικά επίπεδα εντός περίπου ενός μήνα μπορεί να υποδηλώνει υπολειμματική νόσο. Τέλος, η AFP δεν είναι αποκλειστικά καρκινικός δείκτης, καθώς τα επίπεδά της είναι φυσιολογικά αυξημένα κατά την εγκυμοσύνη και στα νεογνά.