Κλινική σημασία
Η εξέταση της αλβουμίνης διενεργείται για τη διάγνωση ηπατικών ή νεφρικών παθήσεων, καθώς και για την εκτίμηση της θρεπτικής κατάστασης του ασθενούς. Σε νοσηλευόμενους ασθενείς, η προαλβουμίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά για την αξιολόγηση της θρέψης. Η εξέταση ενδείκνυται όταν υπάρχουν συμπτώματα ηπατικής ή νεφρικής δυσλειτουργίας, αιφνίδια μεταβολή του σωματικού βάρους ή προεγχειρητικά. Το δείγμα λαμβάνεται από φλέβα του βραχίονα.
Τι ελέγχει η εξέταση
Η αλβουμίνη είναι η πιο άφθονη πρωτεΐνη στο πλάσμα του αίματος. Ο ρόλος της περιλαμβάνει τη διατήρηση της ογκωτικής πίεσης, τη θρέψη των ιστών και τη μεταφορά ορμονών, βιταμινών, φαρμάκων και ιόντων όπως το ασβέστιο. Παράγεται στο ήπαρ και τα επίπεδά της είναι ευαίσθητα σε ηπατικές διαταραχές. Μειωμένα επίπεδα αλβουμίνης παρατηρούνται σε ηπατική βλάβη, νεφρική δυσλειτουργία (π.χ. νεφρωσικό σύνδρόμο), υποσιτισμό, φλεγμονή ή κατάσταση σοκ. Αυξημένα επίπεδα συνήθως υποδηλώνουν αφυδάτωση. Το δείγμα αίματος συλλέγεται από φλέβα του βραχίονα.
Η εξέταση
Η μέτρηση της αλβουμίνης χρησιμοποιείται ευρέως για τη διάγνωση και παρακολούθηση διαφόρων παθήσεων, καθώς τα επίπεδά της επηρεάζονται από πολλές ασθένειες. Συχνά παραγγέλλεται μαζί με άλλες εξετάσεις όταν υπάρχουν ενδείξεις ηπατικής ή νεφρικής δυσλειτουργίας, ή για την αξιολόγηση της θρεπτικής κατάστασης, ιδίως σε περιπτώσεις σημαντικής απώλειας βάρους. Χαμηλά επίπεδα αλβουμίνης μπορεί να υποδηλώνουν ηπατική νόσο, νεφρική απώλεια πρωτεϊνών (οπότε μπορεί να απαιτηθεί μέτρηση αλβουμίνης στα ούρα), φλεγμονή, σοκ ή υποσιτισμό. Επίσης, μπορεί να υποδεικνύουν δυσαπορρόφηση πρωτεϊνών (π.χ. νόσος Crohn, κοιλιοκάκη) ή απώλεια πρωτεϊνών από το έντερο. Υψηλά επίπεδα αλβουμίνης συνήθως σχετίζονται με αφυδάτωση. Ορισμένα φάρμακα, όπως αναβολικά στεροειδή, ανδρογόνα, αυξητικές ορμόνες και ινσουλίνη, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα αλβουμίνης. Η ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων υγρών μπορεί να επηρεάσει την ακρίβεια των αποτελεσμάτων.